Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

OI ΛΥΠΕΣ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ"
Πάνω στις λύπες μιας γυναίκας
δεν ακουμπάμε ποτέ λόγια κοφτερά,
δεν της επιτρέπουμε να παίξει με το ίδιο της το αίμα..
Πάνω στην θλίψη που την απομονώνει
δεν στέλνουμε βροχή να την ξυπνήσει.
Δεν προσπαθούμε να την τραβήξουμε απότομα.
Όλα κάνουν έναν κύκλο ..και το σώμα της χορεύει μέσα σ’αυτόν.
Βουλιάζει στα νερά του σκοταδιού της.
Το χρειάζεται..
Πάνω στις λύπες μιας γυναίκας
μην ασκήσεις πίεση, μην δώσεις τρυφερότητα..
Η απομόνωση της είναι ο σύμμαχός της.
Άφησέ την στον δικό της πόνο, έχει κι αυτός ένα μερίδιο στην ζωή της.
Θέλει το δικό της στρώμα για να κλάψει.
Θέλει η λύτρωση να είναι αποκλειστικά δική της.
Ο δρόμος της ευτυχίας περνάει από την απόγνωση πρώτα,
μόνο τότε, καταλαβαίνει και μπορεί να την αναγνωρίσει και να την εκτιμήσει.
Μην φοβάσαι τις λύπες μιας γυναίκας …
Την προετοιμάζουν για σένα.
Ο έρωτας τις είχε πάντα σύμμαχο.
Για να αναστήσεις τον νεκρό …πρέπει πρώτα να ΄χει περάσει από τον θάνατο.
ΝΙΚΗ ΤΑΓΚΑΛΟΥ
H μάνα του άντρα μου.
Η Κανέλλα μεγάλωνε σε δυό κάμαρες στη Ξάνθη.Εχασε τη μάνα της στα οκτώ της κι είχε πίσω της τρία αδερφια αγόρια.Ο πατέρας της ηταν 30 χρονών κουρέας στο επάγγελμα.Πριν τελειώσει το πένθος ούτε ενα χρόνο μετά δηλαδή ,παντρεύτηκε μια εικοσπεντάρα μπας και βολευτούν τα δεινά του.Η μητριά την σταμάτησε απο το σχολείο και την πέταξε απ το σπίτι με την δικαιολογία του αδιαχώρητου .Κοιμότανε σε μιά αποθηκούλα στην αυλή,έπλενε σφουγγάριζε,μαγείρευε, βοηθούσε κι έτρωγε ξύλο καθημερινά και σώπαινε.Ηθελε απλά να πεθάνει.Στο χρόνο απάνω ήρθε κι άλλο μωρό.Αγόρι πάλι.Η γιαγιά της, η Χρυσή, την πήρε στο σπίτι της στο διπλανό χωριό.Δεν μπορούσε να βλέπει το εγγόνι της να παιδεύεται .Το κορίτσι στενοχωριόταν όμως γιατι ήθελε να βλέπει τον πατέρα και πολλές φορές χανότανε στην προσπάθειά του να πάει στο πατρικό σπίτι με τα πόδια, πράγμα αδύνατον.Σε μια απο τις προσπάθειές της τραυματίστηκε άσχημα στο πόδι και κατέληξε στο Νοσοκομείο Ξάνθης.Την ρωτούσαν ποιανού είναι κι έλεγε μεσα στο παραμιλητό της «Δεν είμαι κανενός δεν είμαι».
Μαθεύτηκε τελικά τίνος ήταν και την κράτησαν στο νοσοκομείο να καθαρίζει τα αίματα και να πετάει τα σκουπίδια.Είχε ύπνο και φαί εξασφαλισμένο κι ούτε που ξανασκέφτηκε να γυρίσει πίσω.Εμαθε να δένει και να καθαρίζει πληγές,κάποιοι την μάθανε εκεί μέσα , να διαβάζει και να γράφει.Μετά απο λίγα χρόνια έφυγε στα βουνά με το αντάρτικο.Ηταν 13 χρονών κοριτσάκι.Μάιος ήταν μου είπε.Ολο το βουνό ήταν γεμάτο αγριολούλουδα και μοσχοβολούσε.Οι σύντροφοί της είχαν όπλα.Ηταν ζωσμένοι με φυσεκλίκια.Ανθρωποι αποφασιμένοι να πεθάνουν.Κι αυτό της άρεζε.Εγινε ενα μαζί τους.Στην αρχή την έβαλαν να βοηθάει τους τραυματίες.Κομμένα χέρια, πόδια τέτοια πράματα.Μετά ο επικεφαλής κατάλαβε οτι τόλεγε η περδικούλα της .Εμαθε σκοποβολή,αρματώθηκε κι έπαιρνε μέρος σε όλα.Απέκτησε κύρος ανάμεσα στους αντάρτες. .Υστερα εφυγε στην Πολωνία .Εχω μιά φωτογραφία της .Είναι οπλισμένη χιαστί με σφαίρες ,φοράει αντρικά παντελόνια και χαμογελάει.Αυτή η γυναίκα ηταν μάνα του πρώτου άντρα μου.Ηταν ο λόγος που άφηνα το σπίτι μου απ τα εφηβικά μου χρόνια .Ενιωθα οτι ηταν δικός μου άνθρωπος.Την θαύμαζα,την αγαπούσα ,την ήθελα μάνα μου.Λάτρευα τις σιωπές της και το περιεχόμενό τους.Σπάνια μιλούσε για την ζωή της.Είχε καρκίνο στη μασχάλη 24 χρόνια και δεν άφησε να την ακουμπήσει γιατρός.Πέθανε στα 84 της απο καρδιά .Την τσάκισε ο θάνατος του γιού της.Οταν άνοιξε το στόμα της κάποτε και μου διηγήθηκε... έμεινα κόκκαλο.Τόσο αίμα ,τόση βαρβαρότητα,τόση κακουχία.Διηγήσεις χωρίς ιχνος ηρωισμού,ίχνος κομπασμού κι έπαρσης.Η Κανέλλα δεν δέχτηκε ποτέ στη ζωή της να πάρει δραχμή γι αυτά που έκανε.Της είπαμε θυμάμαι για την σύνταξη εθνικής αντίστασης. Εφτυσε τον κόρφο της και ξεκαρδίστηκε στα γέλια.<<Ποιά σύνταξη καλέ και αηδίες >><<Αχ εκείνο το Μάιο Νατάσα>> μου είπε <<οι σφαίρες να σφυρίζουν στ αυτιά μου κι εγω να κοιτάω τ αγριολούλουδα και να σκέφτομαι πως θα κάνω μαγιάτικο στεφάνι!>><<Είμασταν τόσο νέοι όλοι!>>Η γιαγιά η Χρυσή οταν πέθανε της άφησε δυό πράγματα. Μια κανάτα και μια κεντημένη πετσέτα με το μονόγραμμά της.Αυτά έχω απ την Κανέλλα.Μόνον.Κι ενα κομμάτι μέσα μου δικό της.

Για το κορίτσι μου.

Δυο χέρια.
Η καρδιά μας περνάει μέσα απ τις φλέβες τους .
Ζεσταίνονται οι σφυγμοί μας.
Θηλυκώνουμε τα μάτια μας.
Σκεφτόμαστε τα ίδια πράγματα.
Την ίδια στιγμή.
Χωρίς να μιλάμε.
Κι ύστερα αφρίζουν οι λέξεις στα χείλια μας.
Ωρες ατέλειωτες μέχρι το χάραμα.
Και τα γέλια λιγώνουν τα στήθη μας.
Τα κλάματα σπάνια.
Η αποδοχή κι η εμπιστοσύνη αμέριστη.
Απο μένα για σένα όλα δικά σου.
Απο σένα για μένα εσύ ο,τι θελήσεις.
Γιατί μου είσαι ακριβή.
Μοναδική μου, να ζήσεις.
Να γεράσεις βαθιά.
Να λάμπεις.
Το αξίζεις.
Ν.Φ 
3/6/2017
Αγνωστη πατρίδα.
Ευχάριστο πρωινό ρίγος με το που άνοιξα τα μάτια μου.Ψύχρα στη πόλη και τα καφεδάκια πίνονται απολαυστικά χωρίς να κολλάς απο υγρασία και ιδρώτα. Οταν έχει ζέστη αν δεν είμαι στη θάλασσα δεν θέλω να ξεμυτίζω απ το σπίτι κι ας ακούω όλη μέρα το ανόητο λάγνο περιστέρι εξω απ τη μπαλκονόπορτά μου.Να μπω στη χρονομηχανή και να ξυπνήσω τον Σεπτέμβριο .Αυτό θέλω.Με τον ίδιο μαγικό τρόπο θάθελα να εξαφανίσω τον διπλανό κουφό ενοχλητικό τύπο που με πρήζει με τις ειδήσεις όλη μέρα και καταμεσής τη νύχτα.Μαγικά όλα λοιπόν.Αλλιώς δεν βγαίνει.Το αεράκι που ένοιωσα στο Θέατρο Δάσους το 1995 ακούμπησε πάλι χθές στο σβέρκο μου.Ισα που μ άγγιξε. Εγω το κατάλαβα όμως.Ηταν το ίδιο.Απαλό,δροσερό,ήσυχο,διαπεραστικό,διάφανο.Δεν είχε καμμιά σχέση με το θαλασσινό φρεσκάρισμα που μας ανακουφίζει συνήθως τ απογεύματα του καλοκαιρού. Ερχόταν απο ψηλά.Απ τα βόρεια.Είχε την μυρωδιά της Λιχνίτιδας λίμνης .Γέμισε το μυαλό μου με τοπία που ταξίδεψα κάποτε στην Αρχαία Πελαγονία.
Αξέχαστες διαδρομές μου αγαπημένες.
Μοναστήρι, Αχρίδα, Κρούσεβο, Περλεπέ, Μηλόβιστα, Νιζόπολη, Γκόπεσι, Μπεάλα, Ρέσνα, Στρούγγα, Μεγάροβο, Τύρνοβο.
Ετσι μαγικά όλα μέσα μου.
Σαν άγνωστες πατρίδες.

Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις