Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Απόλλωνας και Παναγιά.
Εμείς ρίχναμε άφοβα τα σώματά μας στις αμμούδες με το χέρι κάτω απ το σβέρκο και κοιμόμασταν κάτω απ τ άστρα.
Ούτε ψάθα ,ούτε πετσέτα,ούτε υπνόσακος.
Ζαλισμένους απο εικοσιτετράωρα ταξίδια με εκατό στάσεις σ όλα τα λιμάνια μας έπαιρναν οι βάρκες να μας βγάλουν στη στεριά..
Ταξιδεύαμε στο κατάστρωμα κι εκεί κατάχαμα ο ύπνος μας.
Μήτε κάθισμα, μήτε κουκέτα και τα χρήματα ίσα ίσα.
Δανειζόμασταν ο ένας απ τον άλλο μη και φύγει ο φίλος που ξέμενε γιατί τον θέλαμε εκεί μαζί μας.
Λέγαμε που θα πάμε και οι πέντε γινόμασταν δεκαπέντε.
Χωρίς κινητά κι ακίνητα.
Με σήματα αόρατα συμφωνούσαμε ,με σήματα αόρατα βρισκόμασταν.
Δεν ρωτούσαμε τα τριβάγκο ,δεν ξέραμε αν θα βρούμε να φάμε καν.
.Θέλαμε μόνο.
Πολύ.
Πάρα πολύ.
Να ταξιδέψουμε στα ορφανά της Ελλάδας νησάκια λες και οσμιζόμασταν τους αναδόχους και τις υιοθεσίες που έρχονταν απ το μέλλον.
Έβγαιναν οι αέρηδες των Κυκλάδων και γέμιζαν τ αυτιά,τα μαλλιά τις κοιλότητες όλου του κορμιού άμμο.
Σκεπαζόμασταν μέχρι το στόμα με καμιά μαντήλα κι αυτό ήταν όλο.
Τα περπατούσαμε απ άκρη σ άκρη .
Δύσβατη ξεδύσβατη η ακρογιαλιά εμείς την κατεβαίναμε μαζί με τ αγριοκάτσικα και τα γλαροπούλια.
Με σκισμένες ελβιέλες απ το καιρό κι όχι απ το ψαλίδι.
Αλμύρα,αλάτι παντού.
Μέρες χωρίς γλυκό νερό.
Πλενόμασταν με θάλασσα κι όταν βρίσκαμε πηγή γινόταν χαμός.
Και τ αγόρια μας έδιναν προτεραιότητα.
Μαλλιά ριγμένα προς τα κάτω θυμάμαι ,δρόμοι ηλιοκαμμένοι οι πλάτες μας ,γυάλιζαν οι γοφοί μας από υγεία και τα μάτια μας απο χαρά.
Λιγωμένοι απ τα γέλια χωρίς τσιγαριλίκια και κολοκύθια τούμπανα,έβγαζαν φωτιά τα κεφάλια μας απ την κορυφή τους,ερωτευμένα παιδόπουλα ήμασταν με ανοιχτά τα κανάλια μας στο φως του Αιγαίου πως να γινόταν κι αλλιώς ;
πλάκες ολημερίς μεταξύ μας ,πειράγματα,κουβέντες μέχρι το χάραμα στην αμμουδιά με τα πόδια μες το νερό όλη νύχτα και δέκα φεγγάρια ασημένια μπροστά μας να κολυμπούν στο πλάτωμα της θάλασσας.
Ναι έτσι.
Χωρίς ίχνος ρομαντισμού η εξωραϊσμού τα θυμάμαι όλα.
Με λεπτομέρειες.
Ετσι ήταν.
Τώρα δεν ξέρω πως είναι.
Και τώρα κάπως θα είναι.
Αλλά αλλιώτικα.
Ούτε πόσο αλλιώτικα είναι ξέρω κι ούτε με νοιάζει.
Μου αρκεί που ανέβηκα τότε στον μονόλιθο στην Παναγιά την Καλαμιώτισσα.
Που εκεί δίπλα στη στέρνα της με το μαζεμένο βρόχινο νερό και το κουβαδάκι ,έπλυνα το γυμνό κορμί μου να φύγει η κάψα του απ τον ήλιο και τον έρωτα.
Εβλεπε κι ο Αναφαίος Αιγλήτης Απόλλωνας ,έβλεπε κι η Παναγιά.
Κι εγώ μαζί τους τον εαυτό μου όπως με γέννησε η μάνα μου.
Οπως δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.


Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

Δεν με λένε Πηνελόπη.
To άρχισα στις 21 Μαίου του 2013.
Για συγκεκριμένο λόγο.
Για τρία χρόνια δεν το άγγιζα.
Τόχα εκεί κάπου να το βλέπω.
Ηταν μοναχό,ατελείωτο μα καθόλου παρατημένο.
Το ύφαινα με το μυαλό μου.
Το κοιτούσα υπο γωνίαν ποτέ κατάφατσα.
Μου απαντούσε το μαύρο και δάκρυζα.
Μ έγνεφε το κόκκινο και θύμωνα.
Με γήτευε το γαλάζιο του και υπομόνευα.
Αλλες φορές πάλι το κόκκινο έβαφε τα χέρια μου όπως τα βάφουν οι Ινδιάνες όταν παντρεύονται.
Το μαύρο έγραφε γράμματα,επιστολές ανεπίδοτες,υποσχέσεις,πένθιμα κείμενα προς τον εαυτό μου ,ιχνηλατούσε τα σκοτάδια μου.
Το γαλανό πάντα χαμογελούσε.
Ήλπιζε.
Μερικές φορές χαζοχαρούμενα ,αλλά το συγχωρούσα.
Οπου απόχρωση, νέα σύνδεση.
Οπου άλλο σχήμα , μετουσίωση.
Οπου χαλαρή βελονιά , ανακούφιση.
Οπου κόμπος ,πισωγύρισμα.
Σήμερα το τελείωσα.
Κάθε στημόνι έγινε δρόμος μου.
Κάθε περασιά , μουσική μου.
Κάθε υφάδι η αμφιβολία μου για το επόμενο βήμα.
Κάθε στροφή της κλωστής κουβαλάει μνήμες μηνών ,αποφάσεις,εντυπώσεις,συναισθήματα.
Ενα τόσο δα κομμάτι υφαντό κι όμως κρατάει πέντε χρόνια βιωμένα κομμάτια μου.
Ολο μαζί, τα ερωτηματικά μου και τις απαντήσεις τους.
Ηταν η αρχή και το τέλος.
Ετσι πίστευα όταν το άρχισα.
Ομως τελικά ,όλα έχουν μόνο γέννεση,σύνδεση και σύνθεση.
Ετσι πιστεύω τώρα που το ολοκλήρωσα.
Μάϊος 2013-Ιούλιος 2018


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

Διαχρονικά

Σήμερα θυμήθηκα τι μούλεγε η γιαγιά μου η Κωνσταντινουπολίτισσα όταν ήθελε να φτιάξει γεμιστά.
Ελεγε:
''Σύρε μπρε κορίτσι μ στο μπαξέ και τσάκωσε λίγα ντολμαλίκια πιπέρια και κανα δυό κέρατα"
Κι εγώ ήξερα απο ποιά να κόψω και τι φαγητό θα φάμε.
Τεσσάρων ήμουν δεν ήμουν.

Για τα πρώτα ακόμη δεν έμαθα τίποτε παραπάνω.
Ούτε το google τα έχει.
Για τα δεύτερα έμαθα.
Πολλά.
Οχι απ το google απ αλλού.

Καλό καλοκαίρι σε όλους, μα όλους, εκεί έξω κι ακόμη παραέξω.


Τρίτη, 28 Μαΐου 2019

Ζεστή μπαγκέτα
Τον είδα στη γωνία να βγαίνει αργά αργά και το χρώμα του δε μ άρεσε καθόλου.
Έπιασα το μπράτσο του ελαφρά και τον κοίταξα ερωτηματικά κάνοντας εκείνη την κίνηση με το κεφάλι που κάνουμε όταν οσμιζόμαστε κάτι κακό .
Κατέβασε τα μάτια κοιτώντας στα βρώμικα πλακάκια μπροστά μας και ψιθύρισε.
«Καρδιά Νατάσα,η καρδιά μου κλάταρε έκανα εγχείριση»
Έσφιξα λίγο ακόμη το μπράτσο του και οι σκηνές ξετυλίχτηκαν ζωντανές ,κομματιασμένες, παλιές, κουρέλια της νεανικής ηλικίας.
Ο Τόλης ήταν στα εικοσιδύο κι εγώ στα δεκαεννιά όταν συναντήθηκαν οι δρόμοι μας.
Εγώ με δυό ακουστικά στο κεφάλι καρφωμένη σ ένα γραφείο κι εκείνος οδηγός γαντζωμένος στο τιμόνι,μόνιμα κάθιδρος,συνεχώς αγχωμένος και νυχθημερόν πεινασμένος.
Χτυπούσαμε δεκατετράωρα δουλειάς απ τις επτά το πρωί και δεν παίρναμε χαμπάρι από κόπο και κούραση.
Απλά εκείνος είχε άγχος για όλα.
Γιός ανώτατου δικαστικού ,χωρίς μάνα,αγάπησε την Πόντιακ όπως την έλεγε λόγω της ποντιακής καταγωγής της κι ο πατέρας τον αποκλήρωσε και δεν του ξαναμίλησε γιατί θέλησε να την παντρευτεί.
Του Τόλη η ζωή γέμισε έρωτα και ταυτόχρονα τεράστιο βάρος γιατί ήθελε να παρατήσει τα πάντα ,να δουλέψει και να της αφοσιωθεί.
Θυμάμαι το πουκάμισό του είχε πάντα χειμώνα καλοκαίρι μια τεράστια στάμπα ιδρώτα όταν κατέβαινε απ το αυτοκίνητο.
Η αναπνοή του ήταν γρήγορη ,μπέρδευε τα λόγια του απ τη βιασύνη.
Το αφεντικό μας ήταν Κέρβερος.
Ούρλιαζε με το παραμικρό όταν αργούσαν έστω και λίγο οι παραγγελίες,απειλούσε με απολύσεις ,με μειώσεις μισθών.
Ο Τόλης δούλευε κυριολεκτικά σαν σκυλί.
Δεν τον άκουσα ούτε μια φορά να φωνάζει ούτε μια φορά δεν τον είδα ν αγανακτεί.
Δούλευε σαν τρεις ανθρώπους αγόγγυστα.
Στο διάλειμμα του εικοσάλεπτου που είχαμε έτρωγε καθημερινά μια ολόκληρη καυτή μπαγκέτα σαν τρένο ,μόλις την έβγαζε ο φούρνος, παραγεμισμένη μ όλα τα καλά του κόσμου.
Σαλάμια, κασέρια ,ντομάτες, λουκάνικα ,μορταδέλα,μουστάρδες ο,τι έβρισκε τέλος πάντων στο διπλανό μπακάλικο.
Και δεν την έκοβε ποτέ.
Την έπιανε απ τις δύο γωνίες με τα χέρια και την πήγαινε δαγκώνοντας απ άκρη σ άκρη.
Στα γρήγορα.
Κοιτούσε το ρολόι και με την μπουκιά στο στόμα ξανακαβαλούσε το αυτοκίνητο κι εξαφανιζόταν.
Τον κοιτούσα λοξά εκείνες τις στιγμές που έτρωγε κι ο διάλογος ήταν πάντα ο ίδιος.
«Θές;»
«Οχι κάνω δίαιτα»
«Τι θες να χάσεις ;τα κόκαλά σου;»
Και μετά γελούσαμε.
Μια μέρα μου είπε οτι η Πόντιακ γκαστρώθηκε.
Γελούσαν οι αυτάρες του και τα μάτια του γυάλιζαν από χαρά.
Η κόρη που ήρθε στον κόσμο βγήκε πρόωρη ,πολύ πρόωρη.
Στους έξη μήνες.
Ενα μικροσκοπικό πλασματάκι ήταν όταν την είδα ακόμη και μετά την θερμοκοιτίδα.
Ο Τόλης όλο το διάστημα που χρειάστηκαν εξτρά έξοδα ,έπιασε και νυχτερινή δουλειά.
Έκλειναν τα μάτια του στο τιμόνι κι οι μπαγκέτες έγιναν δύο.
«Μόνο το φαγητό με κρατάει όρθιο» μου λεγε.
Την ανάστησε.
Την σπούδασε.
Την πάντρεψε.
Ο πατέρας του πέθανε χωρίς να μιλήσουν .
Χωρίς να δει την εγγόνα του.
Ούτε μια φορά.
Ο Τόλης έγινε παππούς.
Και μετά η καρδιά του λύγισε.
Ράγισε.
Απλά πράγματα,ανθρώπινα.
Η αθανασία είναι για τους θεούς.

Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

Η Glikeria Basdeki παρουσίασε το βιβλίο μου με το παρακάτω κείμενο.
Glikeria μεγάλο ευχαριστώ.
H ΝΑΤΑΣΣΑ ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ
‘’Τα αλατισμένα της Φαραώνας’’
Βibliotheque,2019
Η Νατάσσα Φωκιανίδου ( ή Φαραώνα ) είναι συνετή.
Είναι συγγραφέας (ίσως και άνθρωπος) της υπομονής.
‘Εχει ίσως κάτι από τη γενέθλια πόλη που την περιέβαλε και την περιέθαλψε,έχει και τη σοφία της υφαντικής που θέλει αργό χρόνο,ξεκούραση για τα μάτια και την πλάτη -και για την ψυχή μερικές φορές.
Για χρόνια η Φωκιανίδου μάζευε τις στιγμές της και τις έχωνε στη χρονοκάψουλα,την ολοδική της χρονοκάψουλα.
‘Εχωνε λουκούμια και φέτες με θρεψίνη ,σχολικές ποδιές και μαύρες κορδέλες πένθους,άσπρη άμμο με αμαρυλλίδες, φραγκόσυκα, ψαροκαλύβες, μαγικές μασίνες ,θείες Ελβίρες ,καθρέφτες που μιλάνε, κόκκινα πέδιλα, παρελάσεις, εξατάξια θηλέων, πεθερές με φυσεκλίκια, αλητόγατους Φιρούζ, Ευτέρπες και παρλεβουφρανσέ, Περαίες και Επανομές, Λίντες και τσίπουρα και ρέπλικες του Τζίμη Μακούλη.
Η Φωκιανίδου δε βιάστηκε ν’ανοίξει το χρονοκουτί της.
Οι ράθυμες βιογραφίες που μας παραδίδει είχαν βγει ήδη στην πίστα χρόνια πριν -κάποιες τις εντοπίζεις στα μπλογκ που έγραφε προ εικοσαετίας .
Τις άφησε, όμως, ν’αλατιστούν, να μείνουν στην κρυψώνα τους για όταν παραστεί ανάγκη-μεγάλη και πραγματική ανάγκη.
Φαίνεται αυτό στον τρόπο που γράφει : είναι τρόπος σταθερός , σίγουρος,χωρίς περιττές βιασύνες.
Οι λέξεις της καρφώνονται γερά και περιμένουν με μια ηθική υπομονής που δεν συναντάς εύκολα σε πρωτόλεια γραπτά-άσχετα αν το αλατισμένα της Φαραώνας,δεν είναι ακριβώς πρωτόλεια γραπτά.
(…) Κάπου εκεί όμως στο βυθό της θάλασσας ξαναείδα τα ίδια βραχάκια μετά από χρόνια.
’Ηξερα στα πόσα βήματα απ την ακτή ηταν οι ξέρες και τις βρήκα.
Ηξερα που βάθαινε το νερό και τι χρώμα είχαν τα φύκια δεξιά η αριστερά.
Ηξερα τα είδη των κοχυλιών που περπατούσαν εκεί αφήνοντας χαραγμένα δρομάκια πίσω τους .
Το φώς αντανακλούσε στα νερά όπως τότε και τα πέλματά μου ένοιωσαν να ανεβοκατεβαίνουν ανεπαίσθητα στις ίδιες γραμμές της άμμου που ρυτιδώνει κάτω απ’το ρηχό νερό .
Εκεί ηταν όλα.
Μαγικά, ακίνητα κι ολοζώντανα.
Όπως η μαγιά που αφήνει στην ψυχή του ανθρώπου η παιδική ηλικία.
Εκεί ο βυθός. Εκεί η χαρά εκεί κι ο πόνος.(…)
Εκεί που τα άφησε όλα,εκεί τα βρήκε η Φωκιανίδου .
Τα αναγνώρισε και την αναγνώρισαν.
Κι η γλώσσα που επιλέγει να μας τα παραδώσει ,είναι γλώσσα οικεία,αναγνωρίσιμη ,που δεν καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς και φωνασκίες.
Απλή γραμματική.
Απλή σύνταξη.
‘Εφτασε ο χρόνος, έφτασε η ανάγκη.
Η Φωκιανίδου γράφει την αλήθειά της και αποσύρεται διακριτικά.
Η αλήθεια μιλάει από μόνη της .
Κι η αλήθεια της σφάζει με το βαμβάκι.
ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ.

Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις