Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

Ετσι αγάπησα τα βιβλία.
Ο κύριος Γιώργος ετών 38 μετετέθη σε δημοτικό της Θεσσαλονίκης με τον βαθμό του διευθυντού εγκαταλείποντας για πάντα την επαρχία.
Ηταν ολομόναχος στη ζωή,διέθετε νοικοκυρεμένο μυαλό ,διάβαζε πολύ,φρόντιζε τους μαθητές του με ζήλο ,ήταν ήπιος και γλυκύτατος,είχε χέρια κάτασπρα και μαλακά σα βελούδο και γυαλιστερό κεφάλι με ελάχιστα μαλλιά κάτω κάτω προς το σβέρκο του.
Ενα κομπόδεμα με οικονομίες απο την παραμονή του στην επαρχία και τα παραμεθόρια χωριά όπου υπηρέτησε αρκετά χρόνια, του ήταν αρκετό για ν αλλάξει την ζωή του. 
Ανύπαντρος ,σε προχωρημένη για την εποχή ηλικία, αποφάσισε άμα τη αφίξει του στη μεγαλούπολη να νυμφευθεί.
Αμεσα.
Δεν ήθελε να τον λένε πιά μπεκιάρη και γεροντοπαλίκαρο,ήθελε καθαροσιδερωμένα πουκάμισα ,μια κούπα με ζεστό γάλα και ψωμί το πρωί και φρέσκο φαγητό το μεσημέρι.
Καθημερινά. 
Πήρε δάνειο και αγόρασε το διαμέρισμα κολλητά στο πατρικό μου.
Η Καλλίστη ήταν το έκτο κορίτσι του μπαρμπα Αλέκου του ψαρά.
Εκπάγλου ομορφιάς ,17 ετών,μ ένα εμπριμέ τσιτάκι όλο κι όλο τον αρραβωνιάστηκε και σε τρεις μήνες τον παντρεύτηκε.
Θά ρθει η νύφη μου είχε πεί η μητέρα μου.
Η νύφη ήρθε κρατώντας ενα μπόγο με κάτι λίγα ρουχαλάκια.
Φορούσε όμως χρυσά όμορφα σκουλαρίκια στα τρυπημένα αυτιά της ,διαμαντένιο δαχτυλίδι και μιά χοντρή βέρα στο κρινοδάχτυλό της όλα δώρα του κυρίου Γιώργου.
Περπατούσε σαν περιστέρα και όταν χαμογελούσε ο ανήλιαγος διάδρομος της πολυκατοικίας έπαιρνε φώς λές απ τον ήλιο και τ άστρα.
Κι ο κύριος Γιώργος το ίδιο.
Επαιρνε φως κι αυτός.
Απ αυτό που ούτε τόξερε μέχρι τότε.
Η ζωή τους μπήκε σε μια ρουτίνα καθημερινότητας.
Το γάλα ήταν ζεστό,είχε και φρέσκο ψωμί μέσα κομμένο σε μεγάλα κομάτια.
Παπάρα το έλεγε ο δάσκαλος.
Με σόμπες πετρελαίου ήμασταν στην πολυκατοικία τότε,το δάνειο έτρεχε ,ο μισθός μετρημένος κι οι καιροί δύσκολοι απαιτούσαν αιματηρές οικονομίες για να βγεί ο μήνας.
Το χειμώνα το κεφάλι του κυρίου Γιώργου κρύωνε και η Καλλίστη βρήκε στη Σπανδωνή ωραιότατη τραγιάσκα χρώματος μπεζ και του το σκέπασε.
Του αγόρασε και μια χοντρή ρόμπα με μπλε κορδόνι και φούντες στις άκρες.
Ο κύριος Γιώργος φορούσε τη ρόμπα του και την τραγιάσκα τις Κυριακές, σηκωνόταν απ το χάραμα ,έπαιρνε το βιβλίο του και τα τετράδια των μαθητών στο τραπέζι της κουζίνας μαζί με την παπάρα του και πανευτυχής δούλευε κατ οίκον ενώ η Καλλίστη κοιμόταν του καλού καιρού χαλαρή και χορτασμένη ,ασφαλής και γκαστρωμένη κάτω απ τις κουβέρτες.
Το πρώτο παιδί τους ήταν ένα πανέμορφο και πανέξυπνο θηλυκό .
Το δεύτερο ένα κακάσχημο αλαφροϊσκιωτο αρσενικό.
Ο κύριος Γιώργος όποτε με συναντούσε στις σκάλες μου χάιδευε απαλά το κεφάλι, με ρωτούσε πως πάω με τα μαθήματα ,αν έχω δυσκολίες στην αριθμητική και τη γλώσσα,ποιόν δάσκαλο είχα.
Του απαντούσα χαμηλόφωνα και ντροπαλά με σκυμμένο κεφάλι και μισοσηκωμένο βλέμμα. 
Τον σεβόμουν και τον αγαπούσα χωρίς να ξέρω γιατί αλλά αισθανόμουν πολύ καλά όταν με πλησίαζε.
Οι συναντήσεις μας τελείωναν πάντα με δυό λέξεις απο μέρους του.
«Να διαβάζεις παιδί μου, να διαβάζεις πολύ»
Στην πολυκατοικία οι γονείς μου είχαν φιλικές σχέσεις μ όλους τους παλιούς γείτονες που είχαν αγοράσει κι αυτοί διαμερίσματα.
Τα γλέντια συνεχίζονταν όπως παλιά.
Εβαζαν όλοι μαζί το φαγητό τους και συχνά πυκνά κυρίως τις Κυριακές, έτρωγαν κι έπιναν ακούγοντας λαϊκά τραγούδια απο τα ραδιόφωνα.
Στο τέλος χόρευαν κιόλας.
Η Καλλίστη ερχόταν πάντα στα γλέντια.Ο κύριος Γιώργος ποτέ.
Εκείνη έπινε ρετσίνα.Εκείνος ποτέ. 
Εκείνη έτρωγε τηγανιτά και πικάντικα φαγητά.Εκείνος ποτέ.
Εκείνη χόρευε τσιφτετέλι.Εκείνος ποτέ.
Διαβάζει μας έλεγε .
Εχει να διορθώσει τετράδια.
Εχει να γράψει την ομιλία του.
Κοιμάται νωρίς .
Ξυπνάει τα χαράματα.
Ολο κάτι είχε να κάνει ο κύριος Γιώργος .
Μαζί οι δυό τους ποτέ.
Μια μέρα η Καλλίστη έκλαψε κρατώντας το χέρι της μάνας μου και της είπε πως έναν άντρα σαν τον πατέρα μου έπρεπε να είχε παντρευτεί.
Η μάνα μου ήταν καλή και σοφή γυναίκα.
Οι αντένες της ήταν εξασκημένες και αντιλαμβανόταν πολλά χωρίς να μιλάει πολύ.
Την συμβούλεψε με τρόπο,με γλυκά λόγια και κοιτώντας την κατάματα την κατέβασε απ το σύννεφο λίγο απότομα στο τέλος της κουβέντας τους.
Ηξερε τι έκανε.
Η Καλλίστη απο τότε δεν ξαναμίλησε για τα ταιριαστά και τα αταίριαστα της ζωής της.
Ερχόταν όμως και της μάθαινε κέντημα ,πλέξιμο ,καρίκωμα και πως να φτιάχνει γλυκά και μαρμελάδες για τα παιδιά της.
Και δεν ξαναήρθε σε γλέντι μόνη της.
Το καλοκαίρι του 1963 ο κύριος Γιώργος χτύπησε το κουδούνι μας.
Την προηγούμενη μέρα είχα πάρει το ενδεικτικό της δευτέρας δημοτικού.
Τον είδα να χαμογελάει με μιά πάνινη τσάντα στα χέρια του γεμάτη με βιβλία.
Η μητέρα μου του έφτιαξε χαμομήλι γιατι δεν έπινε καφέ και τον άκουσε προσεκτικά.
Παράμερα κι εγω παρακολουθούσα την συζήτηση.
Ακουγα τα λόγια του που είναι ακόμη στ αυτιά μου.
Εξήγησε τον λόγο της επίσκεψής του,της μίλησε για την σημασία που είχε να διαβάζω και όλο το καλοκαίρι με μέτρο φυσικά ,το τόνισε αυτό και χωρίς να στερούμαι το παιγνίδι.
Η μάνα μου ήταν πολύ δεκτικός άνθρωπος.
Δεν υπήρχε περίπτωση να αισθανθεί το καλό και να μην το ασπαστεί ,να μην το ενστερνιστεί.
Ο κύριος Γιώργος μου άφησε φεύγοντας πέντε η έξι βιβλία.
Δεν τα θυμάμαι όλα, όμως μέσα σ αυτά ήταν «Η καλύβα του μπαρμπα Θωμά»,
«Χωρίς οικογένεια», «Οικογένεια Ροβινσώνων», «Τα τέκνα του πλοιάρχου Γκράντ», «Ροβινσών Κρούσος», «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ».
Του τα επέστρεψα στο τέλος του καλοκαιριού με την αρχή της νέας σχολικής χρονιάς.
Τα ήξερα απ έξω.
Θεία η επανάληψη.
Ευχαριστήθηκε το μέσα μου εκείνο το καλοκαίρι.
Απο τότε ο κύριος Γιώργος μου έφερνε κάθε Ιούνιο τα βιβλία του καλοκαιριού σ όλο το δημοτικό σχολείο.
Κι όσο περνούσαν οι χρονιές όλο και περισσότερο συζητούσαμε γι αυτά που διάβαζα όλο το καλοκαίρι.
Πέθανε στα 60 του.
Εκλαψα εκείνη τη μέρα που είδα το καπάκι του φέρετρου και το κηδειόχαρτο στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Του ανάβω κεράκι απο τότε νοερά.
Κάθε φορά που ανοίγει ο ορίζοντας της ανάγνωσης νοιώθω την παρουσία του.
Κάθε που διαβάζω βιβλίο τον θυμάμαι.


Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Απόλλωνας και Παναγιά.
Εμείς ρίχναμε άφοβα τα σώματά μας στις αμμούδες με το χέρι κάτω απ το σβέρκο και κοιμόμασταν κάτω απ τ άστρα.
Ούτε ψάθα ,ούτε πετσέτα,ούτε υπνόσακος.
Ζαλισμένους απο εικοσιτετράωρα ταξίδια με εκατό στάσεις σ όλα τα λιμάνια μας έπαιρναν οι βάρκες να μας βγάλουν στη στεριά..
Ταξιδεύαμε στο κατάστρωμα κι εκεί κατάχαμα ο ύπνος μας.
Μήτε κάθισμα, μήτε κουκέτα και τα χρήματα ίσα ίσα.
Δανειζόμασταν ο ένας απ τον άλλο μη και φύγει ο φίλος που ξέμενε γιατί τον θέλαμε εκεί μαζί μας.
Λέγαμε που θα πάμε και οι πέντε γινόμασταν δεκαπέντε.
Χωρίς κινητά κι ακίνητα.
Με σήματα αόρατα συμφωνούσαμε ,με σήματα αόρατα βρισκόμασταν.
Δεν ρωτούσαμε τα τριβάγκο ,δεν ξέραμε αν θα βρούμε να φάμε καν.
.Θέλαμε μόνο.
Πολύ.
Πάρα πολύ.
Να ταξιδέψουμε στα ορφανά της Ελλάδας νησάκια λες και οσμιζόμασταν τους αναδόχους και τις υιοθεσίες που έρχονταν απ το μέλλον.
Έβγαιναν οι αέρηδες των Κυκλάδων και γέμιζαν τ αυτιά,τα μαλλιά τις κοιλότητες όλου του κορμιού άμμο.
Σκεπαζόμασταν μέχρι το στόμα με καμιά μαντήλα κι αυτό ήταν όλο.
Τα περπατούσαμε απ άκρη σ άκρη .
Δύσβατη ξεδύσβατη η ακρογιαλιά εμείς την κατεβαίναμε μαζί με τ αγριοκάτσικα και τα γλαροπούλια.
Με σκισμένες ελβιέλες απ το καιρό κι όχι απ το ψαλίδι.
Αλμύρα,αλάτι παντού.
Μέρες χωρίς γλυκό νερό.
Πλενόμασταν με θάλασσα κι όταν βρίσκαμε πηγή γινόταν χαμός.
Και τ αγόρια μας έδιναν προτεραιότητα.
Μαλλιά ριγμένα προς τα κάτω θυμάμαι ,δρόμοι ηλιοκαμμένοι οι πλάτες μας ,γυάλιζαν οι γοφοί μας από υγεία και τα μάτια μας απο χαρά.
Λιγωμένοι απ τα γέλια χωρίς τσιγαριλίκια και κολοκύθια τούμπανα,έβγαζαν φωτιά τα κεφάλια μας απ την κορυφή τους,ερωτευμένα παιδόπουλα ήμασταν με ανοιχτά τα κανάλια μας στο φως του Αιγαίου πως να γινόταν κι αλλιώς ;
πλάκες ολημερίς μεταξύ μας ,πειράγματα,κουβέντες μέχρι το χάραμα στην αμμουδιά με τα πόδια μες το νερό όλη νύχτα και δέκα φεγγάρια ασημένια μπροστά μας να κολυμπούν στο πλάτωμα της θάλασσας.
Ναι έτσι.
Χωρίς ίχνος ρομαντισμού η εξωραϊσμού τα θυμάμαι όλα.
Με λεπτομέρειες.
Ετσι ήταν.
Τώρα δεν ξέρω πως είναι.
Και τώρα κάπως θα είναι.
Αλλά αλλιώτικα.
Ούτε πόσο αλλιώτικα είναι ξέρω κι ούτε με νοιάζει.
Μου αρκεί που ανέβηκα τότε στον μονόλιθο στην Παναγιά την Καλαμιώτισσα.
Που εκεί δίπλα στη στέρνα της με το μαζεμένο βρόχινο νερό και το κουβαδάκι ,έπλυνα το γυμνό κορμί μου να φύγει η κάψα του απ τον ήλιο και τον έρωτα.
Εβλεπε κι ο Αναφαίος Αιγλήτης Απόλλωνας ,έβλεπε κι η Παναγιά.
Κι εγώ μαζί τους τον εαυτό μου όπως με γέννησε η μάνα μου.
Οπως δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.


Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

Δεν με λένε Πηνελόπη.
To άρχισα στις 21 Μαίου του 2013.
Για συγκεκριμένο λόγο.
Για τρία χρόνια δεν το άγγιζα.
Τόχα εκεί κάπου να το βλέπω.
Ηταν μοναχό,ατελείωτο μα καθόλου παρατημένο.
Το ύφαινα με το μυαλό μου.
Το κοιτούσα υπο γωνίαν ποτέ κατάφατσα.
Μου απαντούσε το μαύρο και δάκρυζα.
Μ έγνεφε το κόκκινο και θύμωνα.
Με γήτευε το γαλάζιο του και υπομόνευα.
Αλλες φορές πάλι το κόκκινο έβαφε τα χέρια μου όπως τα βάφουν οι Ινδιάνες όταν παντρεύονται.
Το μαύρο έγραφε γράμματα,επιστολές ανεπίδοτες,υποσχέσεις,πένθιμα κείμενα προς τον εαυτό μου ,ιχνηλατούσε τα σκοτάδια μου.
Το γαλανό πάντα χαμογελούσε.
Ήλπιζε.
Μερικές φορές χαζοχαρούμενα ,αλλά το συγχωρούσα.
Οπου απόχρωση, νέα σύνδεση.
Οπου άλλο σχήμα , μετουσίωση.
Οπου χαλαρή βελονιά , ανακούφιση.
Οπου κόμπος ,πισωγύρισμα.
Σήμερα το τελείωσα.
Κάθε στημόνι έγινε δρόμος μου.
Κάθε περασιά , μουσική μου.
Κάθε υφάδι η αμφιβολία μου για το επόμενο βήμα.
Κάθε στροφή της κλωστής κουβαλάει μνήμες μηνών ,αποφάσεις,εντυπώσεις,συναισθήματα.
Ενα τόσο δα κομμάτι υφαντό κι όμως κρατάει πέντε χρόνια βιωμένα κομμάτια μου.
Ολο μαζί, τα ερωτηματικά μου και τις απαντήσεις τους.
Ηταν η αρχή και το τέλος.
Ετσι πίστευα όταν το άρχισα.
Ομως τελικά ,όλα έχουν μόνο γέννεση,σύνδεση και σύνθεση.
Ετσι πιστεύω τώρα που το ολοκλήρωσα.
Μάϊος 2013-Ιούλιος 2018


Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις