Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

«Δεν θα γίνω άνθρωπος»****


Ο Μάκης ηρθε στη γειτονιά μας την δεκαετία του 60 στο μέσον της σχολικης χρονιάς.
Ηταν ενα αγόρι λεπτό σαν κλαδάκι και πολύ μελαχρινό με πανέμορφα μαύρα μάτια.Η δασκάλα μας η κυρία Φανή τον υποδέχτηκε με ύποπτο βλέμμα κουνώντας τον κότσο της περα δώθε με αποδοκιμασία .
Τον λόγο τον ξέραμε ολοι πολύ καλά. .
Ο Μάκης είχε μείνει δύο χρονιές στην ίδια τάξη και αντί να ειναι στην πέμπτη δημοτικού ηταν στην τρίτη .Η δασκάλα μας σαραντάρα τότε με αρκετή πείρα στην καμπούρα της ,ήξερε πολυ καλά τι την περίμενε.
Τον έβαλε στα τελευταία θρανία ,εμείς ξανασκύψαμε στα αναγνωστικά μας και όλα φάνηκαν να μπαίνουν ξανά στην ρουτίνα.
Φαινομενικά .
Γιατί ο Μάκης απο την πρώτη μέρα που στρώθηκε στο τελευταίο θρανίο ,άλλαξε την ατμόσφαιρα της τάξης σε χρόνο μηδέν χωρις να κουνήσει το μικρό του δαχτυλάκι.Η τάξη μύριζε μπαρούτι ,εμείς κάθε λίγο και λιγάκι στρέφαμε τα κεφάλια μας πίσω να δούμε τι κάνει ,κι αυτό που αντικρύζαμε σε κάθε στροφή της κεφαλης μας ήταν ενας Μάκης που άλλωτε τραβούσε τα χείλια του με τα δυό του δάχτυλα προσπαθώντας να μιμηθεί το χαμόγελα των κλόουν κι άλλωτε φούσκωνε τα μάγουλά του και τα χτυπούσε ρυθμικά μέχρι να βγει όλος ο αέρας κάνοντας αστείους θορύβους που μας έκαναν να διαλυόμαστε κυριολεκτικά απο τα γέλια.
Η κυρία Φανη όμως έκανε υπομονή.
Και οι μέρες κυλούσαν σαν ενα μπαλόνι που φούσκωνε σιγά σιγα σαν τα παιδικά μάγουλα του Μακη.
Ωσπου κάποια μέρα κι ενω η καλή μας δασκάλα ήταν στραμένη στον πίνακα και έγραφε περιχυμένη με την απαλή πούδρα της κιμωλίας παντού στα ρούχα της,ο Μάκης έκανε γιούργια στην έδρα κι άρπαξε την βέργα της κυρίας Φανής και την μετέφερε στο θρανίο του.
Ακούστηκαν πάλι πνιχτά γέλια ,η κυρία Φανη γύρισε και αντιλήφθηκε αμέσως τι ειχε συμβει κι απο εκείνη την στιγμή άρχισε να διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια όλων μας μια κωμικοτραγική κατάσταση που έμεινε χαραγμένη στα χρονικά του σχολείου για πάντα.
Ο Μάκης αρνήθηκε να ξαναφήσει την βέργα εκει που την βρήκε, παρ ολη την αρχική καλή της διάθεση, η αμοιρη δασκάλα έχασε την υπομονή της κι ίσως προς στιγμήν και το μυαλό της απο την αγανάκτηση που έβραζε μέσα της εδω και καιρο και στην προσπάθεια της να του την αποσπάσει τραβώντας την απο τα χέρια του, ο Μάκης αγρίεψε ,σήκωσε την βέργα και την κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι της .
Είδαμε έντρομοι την δασκάλα μας γεμάτη αίματα ,κάποιοι απο μας τρόμαξαν κι έβαλαν τα κλάματα ,ήρθαν απο τις διπλανές τάξεις οι δάσκαλοι,ο διευθυντης για τις πρωτες βοήθειες και μέσα σ αυτο το αλαλουμ ο Μάκης βρήκε ευκαιρία και δραπέτευσε απο την τάξη.
Που πήγε όμως ουδεις ήξερε.
Το σχολείο ήταν τοιχισμένο με αυλόγυρο κτιστό με ύψος πάνω απο δύο μέτρα και στην κορυφή αυτου του ψηλού τοίχου υπήρχαν σ όλο του το μήκος σπασμένα γυαλιά που τα είχαν βάλει επιτηδες για τυχόν αποδράσεις η και εισβολές .Η αυλόπορτα ηταν κλειδωμένη απο τον επιστάτη και δεν υπήρχε κανένας τρόπος ο μικρός δράστης να είχε δραπετευσει.Οι δάσκαλοι το θεωρησαν δεδομένο οτι καποια στιγμή θα εμφανιστεί και μας ξαναέβαλαν στις τάξεις .Στη δική μας τάξη ήρθε ο διευθυντής για να καλύψει την θέση της τραυματισμένης δασκάλας και θυμάμαι οτι μας είχε βάλει μια εργασία για να μας απασχολήσει κρατώντας μας σιωπηλους,ενω πηγαινοερχόταν μέσα εξω και ρίχνοντας ματιές απ τα παράθυρα της μεγάλης σάλας στην αυλή μήπως και δει τον μικρό ταραξία.
Και ξαφνικά μέσα σε κείνη την ησυχία ακούστηκε πολύ κοντά στο παράθυρο της τάξης μας η φωνή του Μακη.
Στρέψαμε όλοι μαζί τα κεφάλια μας προς το μέρος που ακουγόταν κάτι σαν τραγούδι κι είδαμε τον Μάκη σκαρφαλωμένο στην μεγάλη μουσμουλια να κοιτάει μέσα στην τάξη και να τραγουδαει ενα λαϊκό τραγούδι της εποχής με τον εξης πονεμένο στίχο:
«Μάνα μου με σκοτώσανε /δυο μαχαιριές μου δώσανε».
Δεν μπορω να περιγράψω τι έγινε μέσα στην τάξη.Εμείς κοιτάζαμε αποσβολωμένοι ,ομως ο διευθυντής είχε αναλυθεί σε γέλια με λυγμούς που προσπαθησε να τα κρύψει τρέχοντας εξω απο την τάξη.
Κατέβασαν τον Μάκη μετα κόπων και βασάνων απο την μουσμουλιά μετα απο πολλές ώρες και τον έστειλαν συνοδεία του επιστάτη μας στο σπίτι του.Η μάνα του αφου έμαθε τα καθέκαστα και κατάλαβε οτι την επομένη θα έχανε το μεροκάματο γιατι έπρεπε να τον συνοδέψει στο γραφείο του διευθυντη ,άρχισε να τον κυνηγάει ολούθε στο σπίτι για να του τις βρέξει τσιρίζοντας
«δεν θα γίνεις άνθρωπος! Δεν θα γίνεις άνθρωπος!»
Απορία που μου δημιούργησε αυτή η έκφραση της...!
Αναρωτιόμουν «μα δεν ειναι ανθρωπος;»«κι αν δεν ειναι ανθρωπος τοτε τι ειναι;».
Αυτο το «δεν θα γίνεις άνθρωπος» της μάνας του Μάκη επαναλαμβανόταν σε μόνιμη βάση έκτοτε, όποτε ο Μάκης έκανε σκανδαλιές κι αταξίες.
Ακόμη και ο ίδιος ο μικρός Μάκης μόλις έκανε κάποια αταξία πήγαινε κλαίγοντας εξω απ τα παράθυρα του σπιτιού του και φώναζε, ανάμεσα σε αναφυλλητά
«Μάνααααα!Δεν θα γίνω άνθρωπος ,δεν θα γινω άνθρωπος ,δεν θα γίνω άνθρωπος!!!!»

Ήταν το σημάδι πως ήταν έτοιμος να φάει ξύλο.


****πρώτη δημοσίευση στην στήλη μου του
Homefood τον Νοέμβριο του 2008.
*στην φωτογραφία ένα κομμάτι θέας απ το παράθυρό μου.

Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις

ΥΠΟΓΡΆΨΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΔΩ