Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

Οδός Μακεδονίας/1

Ευτέρπη και Τζώρτζης
ή αλλοιώς
παρλεβου φρανσε

Η αλάνα
Στην οδό Μακεδονίας ,μετέπειτα Δελφών,εκει που αρχίζει σήμερα η οδός Ζαϊμη, υπήρχε στην δεκαετία του 60 μια αλάνα κι ενα καταφύγιο. Χρησίμευαν και τα δυό για να παίζουμε όλες μαζί οι τσακαλοπαρέες της γειτονιάς ,οταν δεν τρωγόμασταν μεταξύ μας,πράγμα σπάνιο που ωστόσο όταν συνέβαινε ,οι φωνές μας έφταναν μέχρι την Παρασκευοπούλου. Ηταν τότε χωματόδρομος γεμάτος σφηνωμένες κοτρώνες και νερολακούβες.Η συμμετοχή μας στο παιγνίδι της γειτονιάς σήμαινε οτι με την επιστροφή μας απο το σχολείο και το σαβούρντισμα της σχολικής τσάντας στην αυλή του σπιτιού ,μπαίναμε όλοι σε διαδικασία προσωπικής εξόντωσης ,που μας οδηγούσε με σπασμένα ,κατα καιρούς, κεφάλια η το λιγότερο με ανοιγμένα γόνατα το βραδάκι στο σπίτι.Παρόλη την ταλαιπωρία μας όμως ,εκείνη η αλανα λειτουργούσε για ολους μας σαν μητρική αγκαλιά που προετοίμαζε με φυσιολογικό τρόπο την εξακόντιση μας στο μέλλον.Με δικαιοσύνη.Χωρίς τζιριτζάντζουλες και γλυκανάλατα τερτίπια ,που πολλές μητέρες μας είχαν υιοθετήσει και που πολλοί απο μας πλήρωσαν με το παραπάνω αργότερα.
Η Ευτέρπη
Πολλές φορές λαχανιασμένη απο το τρεχαλητό ,τραβιόμουν στην άκρη αυτής της πλατείας για μια ανάσα κοντά σε κατι χαμόσπιτα απο λαμαρίνες με ασβεστωμένες αυλές.Το μάτι μου κολλούσε στην γυναικεία φιγούρα που μπαινόβγαινε με ενα σύννεφο καπνού να την ακολουθεί. Ο αέρας εκεί μύριζε πάντα φρεσκοψημένο καφέ και τσιγαρισμένο κρεμμυδάκι.Η Ευτέρπη ειχε πάνω κάτω την ηλικία της μάνας μου.Ήταν μικροκαμωμένη,κοντούλα,με πολύ συμμετρικό σώμα,μελαχρινή με σπανιόλικο κότσο, χρυσούς χαλκάδες στ αυτιά κι ενα τσιγάρο μόνιμα στο στόμα .Αργότερα, πολυ αργότερα , έμαθα όλη την ιστορία.Τότε η μόνη προσωπική μου επαφή μ αυτή τη γυναίκα ήταν που την άκουγα να τραγουδάει τούρκικους αμανέδες και όταν μου χάιδευε στοργικά το κεφάλι τραβώντας απαλά τις φράντζες μου ,που κόλλαγαν απ τον ιδρώτα και τη σκόνη στο κούτελό μου.Με κοίταζε στα μάτια γλυκά και μου έδειχνε τα δόντια της μ΄ ενα χαμόγελο που περισσότερο με αναστάτωνε παρά με ανακούφιζε. Κι αυτό, γιατί το κίτρινο των δοντιών της ήταν τόσο έντονο κι ασυνήθιστο που με τρόμαζε. Ποτέ όμως τόσο, ώστε να τραβιέμαι η να τρέχω μακριά όπως σε ανάλογες περιπτώσεις χαδιών άλλων ανθρώπων εκείνης της εποχής.
Το άδυτο
Ένα χαμόσπιτο πιο εκεί έμεναν η Τασούλα με τον Βαγγελάκη και την κόρη τους την Ξανθίππη.Το ζευγάρι κουβαλούσε τον κατατρεγμό όλης της γειτονιάς. Οχι γιατί ήταν αστεφάνωτοι με εξώγαμο παιδί αλλά γιατί ο Βαγγελάκης φιλοξενούσε με το αζημίωτο όλα τα παράνομα ζευγαράκια της περιοχής στα άδυτα της παράγκας του.
Τζώρτζης
Αυτός που προκαλούσε τον φόβο και τον τρόμο μας ήταν ο άντρας της Ευτέρπης, ο Τζώρτζης. Περιπτεράς, ανάπηρος πολέμου. Κοντόχοντρος, κουτσός ,με μαλλιά βούρτσα και μαυριδερός. Διέσχιζε την αλάνα μας το βραδάκι παραπατώντας κι αφήνοντας πίσω του τη μυρωδιά του «σπίρτου» ,έτσι έλεγαν τότε το οινόπνευμα η μάνα κι η γιαγιά μου.Ο Τζώρτζης έκλεινε το περίπτερο το βράδυ,πήγαινε στο καπηλειό κι έπινε μέχρι να σκάσει.Μάταια η Ευτέρπη τον περίμενε να μαζευτεί στο σπίτι οπως όλοι οι νοικοκυραίοι.Καθόταν σ ενα σκαμνί δίπλα στην πόρτα της με το μπρίκι γεμάτο καφέ και το τσιγάρο στο χέρι κι αγνάντευε τον δρόμο. Κάθε βράδυ η ίδια δουλειά και κάθε βράδυ η ίδια απογοήτευση .Ο Τζώρτζης άφαντος.

Το σεκλέτι
Τα πρωινά ασχολιόταν με το νοικοκυριό όσο της επέτρεπε η τεμπελιά της .Τα φαγητά της τις περισσότερες φορές ήταν πρόχειρα.Άφηνε όλες τις γάτες της αυλής να περνούν οριζοντίως και καθέτως μέσα απο το σπίτι της.Τραγουδούσε βαρειά ρεμπέτικα με φωνή που έθαβε την Νίνου και φορούσε πασουμάκια με φούντα απο τον Υφαντίδη.Ήταν μια γυναίκα που είχε μόνιμα σεκλέτια .Ο καημός της ήταν ρούχο απλωμένο στην αυλή.Όλοι οι γείτονες τον ήξεραν.Στα δεκαπέντε χρόνια του γάμου της μόνο κανα δυό φορές που άνοιξε το μάτι της πρωί ,είδε τον άντρα της με αριτσωμένα μαλλιά και τρόμαξε.Ήταν αδύνατο να συνηθίσει την φάτσα του αχτένιστη . Χωρίς τουλάχιστον μια οκά μπριόλ και την χωρίστρα στη μέση ίσια ,σιδηρόδρομο,δεν ήθελε ούτε να τον σκέφτεται.Κάθε μέρα η Ευτέρπη ζούσε με την ελπίδα οτι ο Τζώρτζης θα γύριζε μια λογική ώρα το βράδυ.Το απόγευμα έβαζε τα τσόκαρά της κι έκανε το μπάνιο της στο καμαράκι στην αυλή ,περνούσε στα μαλλιά της δαφνόλαδο ,πασάλειβε τη μούρη της με πομάδες και περίμενε μπας και φανεί ο αχαϊρευτος.Να κάνει ενα παιδί ήθελε κι ύστερα ας μην την ακούμπαγε ποτέ ξανά.Απο τότε που τον παντρεύτηκε ,νέο κοριτσάκι τότε κι αυτός σιτεμένος μεσήλικας,αυτός ηταν ο καημός κι ο φόβος της.Μη και δεν κάνει παιδί.Ο Τζώρτζης πατούσε πια τα 55 και το παιδί δεν ερχόταν.Όλες τις κατάλληλες ώρες γι αυτήν την υπόθεση ,αυτός έλειπε είτε στο περίπτερο ειτε μπεκροπίνοντας εδω κι εκει.Αλλά ως εδώ και μην παρέκει.
Αμπαρώματα
Η Ευτέρπη εκείνη τη χρονιά το αποφάσισε. Δεν ήξερε το πως, κι έβαζε με τον νου της ανομολόγητα πράματα που οδηγούσαν σε ακατονόμαστες μηχανορραφίες για μια παντρεμένη ,αλλά είχε πεισμώσει και δεν θά΄κανε πίσω.Εκείνο το βράδυ η αλάνα ήταν και πάλι γεμάτη παιδιά. Παίζαμε μέχρι αργά μια και ξημέρωνε Κυριακή και την είδα να χάνεται νωρις νωρις απ την πόρτα της.Κλείδωσε κι αμπάρωσε.Όταν φάνηκε ο Τζώρτζης , η γειτονιά ήδη κοιμόταν μακάρια.Έσπρωξε την πόρτα οπως συνήθιζε με το πλάι του σώματός του και βρίσκοντας αντίσταση άρχισε να χτυπάει και να φωνάζει σε αστείες μεθυσμένες διαλέκτους.Η Ευτέρπη σώπαινε ,το καντήλι τσιτσίρισε σβήνοντας, κι ο Τζώρτζης σωριάστηκε στο κατώφλι .Σε δευτερόλεπτα ακούστηκε το ροχαλητό του.Άναψε και κόρωσε το μέσα της.Πήγε στην κουζίνα ,τράβηξε το κουρτινάκι που σκέπαζε την πιατοθήκη ,πήρε μια αρμαθιά πιάτα και τα σαβούρντισε στην αυλή απο το παράθυρο.Μετα, ξανά και ξανά, ώσπου δεν έμεινε μήτε κατσαρολικό μήτε πιατάκι του καφέ στα ράφια.
Εντυπώσεις
Ήδη ήμασταν στα παράθυρα με κομμένο τον ύπνο μας στη μέση.Θυμάμαι τα γέλια μέχρι δακρύων ,των δικών μου και το ξενύχτι με το κουτσομπολιό .Όλοι έδιναν δίκιο στην Ευτέρπη.Εκείνη τη νύχτα άκουσα όλα τα επίθετα που άρμοζαν σε άντρες σαν τον Τζώρτζη και διέκρινα μια υποψία φόβου στα μάτια του πατέρα μου μαζι με απορία ...Η γιαγιά μου τον είπε ελεμέ, μισκίνη, σερσέμη και χάφτα.Η μανα μου ,σερσερή ,αρσούζη και κρασοκανάτα. Κι η θειά μου ,σχαμερό,μπέκρα κι αρκουδιάρη.
Στο περίπτερο
Απ τη θειά μου έμαθα αργότερα οτι την επομένη η Ευτέρπη σηκώθηκε κατα το μεσημέρι και βρήκε έξω απο την πόρτα της ενα σεφέρτασι με σιμιγδαλένιο χαλβά ,πεσκέσι της Τασούλας ,μπας και της γλυκάνει λίγο το μέσα της,αλλά που! Η Ευτέρπη ήταν ανεπανόρθωτα αγριεμένη και δεν κρατιόταν.Φόρεσε όπως όπως ένα τσίτι και τα ξώφτερνα παπούτσια της ,έφτιαξε τον κότσο της κι έφυγε καρφί για το περίπτερο του άντρα της.Έφτασε στη Διαγώνιο απογευματάκι πια και πλησιάζοντας δειλά στο περίπτερο ,ειδε το μαλλιαρό πόδι του Τζώρτζη να ξεπροβάλει απο το πίσω πορτάκι. Άκουσε το τρανζίστορ να παίζει ενα βαρύ του Τσαουσάκη στη διαπασών ,μισοκατάπιε το σάλιο της και είπε με φωνή που μόλις κι ακούγονταν : Τζώρτζη...βγες...θέλω να σου...πωωω.Εκείνος σηκώθηκε και βγαίνοντας κόντεψε να πάρει όλο το περίπτερο μαζί του.Στάθηκε μπροστά της βλοσυρός ,την έπιασε απ το μπράτσο και την τράβηξε προς την μερια του.Παλιορουφιανα, της ειπε, τι θες εδω;Η Ευτέρπη μούδιασε και τρομοκρατημένη όπως ήταν, έγειρε το κεφάλι της απ την μια μεριά και τον κοίταξε όσο μπορούσε πιο γλυκά στα μάτια .Αυτό ήταν.Ο Τζώρτζης χάθηκε μέσα σ εκείνο το βλέμμα.Την άρπαξε με το άλλο χέρι απ τη μέση και το στόμα του σκάλωσε υγρό πάνω στο δικό της.Έμεινε ακίνητη και σαστισμένη μέσα στην αγκαλιά του και μετά ένιωσε την παλάμη του να πέφτει με ορμή πανω στο μάγουλο της. Να! για να μάθεις.Σκρόφα! της είπε. Γύρισε την πλάτη της κι έφυγε τρέχοντας.Τζάμπα πήγαν όλα σκεφτόταν, τζάμπα τα σπασίματα ,τζάμπα και τα σχέδια για το τι και το πως θα του μιλούσε.Για το φιλί και το χαστούκι ούτε που την ένοιαξε .Ήταν γι αυτήν ανευ ουσίας.Να κάνει παιδί ήθελε, τιποτε αλλο.
Εκείνο της Νίνου
Εκείνο το βράδυ ο Τζώρτζης γύρισε νωρίς.Αγάλλιασε η ψυχή της όταν τον είδε να ακουμπάει στο τραπέζι της κουζίνας την νταμιτζάνα με την ρετσίνα και την λαδόκολα με τα ψητά κεφαλάκια.Έσιαξε με το σάλιο της τα φρύδια της στον καθρέφτη, έστρωσε το τραπέζι κι έκατσε να τον περιμένει μέχρι να πλυθει.Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους ,η ρετσίνα ηταν απ την Αγχίαλο , και τα ματάκια της γιαλισαν στο δεύτερο ποτήρι.Πήγε λίγο πιό κοντά του και του έπιασε με στοργή το χέρι.Σχωρα με, του ψιθύρισε και βούρκωσε.Ο Τζώρτζης δεν έβγαλε άχνα.Χτύπησε το ποτήρι του στο τραπέζι και είπε: Άντε κανάρι μου, πες το εκείνο της Νίνου.Η φωνη της χύθηκε σαν μέλι απ τις αυλόπορτες, στέναξαν τα στήθη των γειτόνων ,σηκώθηκε το πετσί τους.Κι η Τασούλα απο δίπλα είπε στον Βαγγελάκη «αχάριστε, αστεφάνωτη θα με θάψεις» βγήκε στην αυλή ,πεταξε τα παπούτσια της και χόρεψε ξυπόλητη πολίτικο καρσιλαμά ,με τα δάκρυα να τρέχουν ως τον λαιμό της.Η μάνα μου με τράβηξε απο το παράθυρο με το ζόρι εκείνο το βράδυ κι έμαθα τη συνέχεια αργότερα ,όταν σήκωνε λόγω ηλικίας πιά, να μου την πούνε μάνα και θεία συμπληρώνοντας η μια την άλλη.Ο Τζώρτζης όταν τέλειωσε το τραγούδι έρριξε άγαρμπα την Ευτέρπη στο κρεββάτι και στέναξε μέσα στο κορμάκι της πολλές φορές ώσπου αποκαμωμένον πιά ,τον πήρε ο ύπνος δίπλα της.
Η Κοκκινη κλωστή
Απο εκείνη τη μερα τον καρτερούσε τα βράδυα χωρίς φωνές.Του έβγαζε τα παπούτσια ,τον ξάπλωνε στο κρεββάτι και ζάρωνε δίπλα του σαν νήπιο νανουρίζοντας και χαιδεύοντας την κοιλιά της.Πέρασε έτσι πάνω από ένας μήνας. Η Ευτέρπη ευχόταν ,ήλπιζε,αμφέβαλε κι απελπιζόταν ,όταν όμως διαπίστωσε καθυστέρηση στην περίοδό της ,μέτρησε ,ξαναμέτρησε και μετα, κτύπησε ένα πρωι την πόρτα της Τασούλας.Εκείνη, πιο έμπειρη, ξεσηκώθηκε αμέσως.Αντε να πάμε στην κυρά Ασημένια ,της ειπε,τόσα χρόνια μαμή ,θα καταλάβει με το πρώτο αν είσαι η δεν είσαι.Αγκαζέ οι δυο γυναίκες κατηφόρισαν το στενό της Ζαϊμη κι εκει στο φράχτη του Μουσείου δίπλα στο βρυσάκι ,θες απ την αγωνία ,θες γιατι πραγματικά ηταν γκαστρωμένη , η Ευτέρπη λιγώθηκε ,παραπάτησε κι η Τασούλα την κάθησε στην πεζούλα και της έβρεξε το πρόσωπο και τα χέρια.
Αχ, παναθεμάσε ,θα με μείνεις στα χέρια ,τσιριξε. Και μετα: Ασημένια, Ασημένιααα , τρέχα μωρε τρέχαααα.Τ ΄αντικρυνό παντζούρι άνοιξε .Μετά η πόρτα. Μια γυναίκα παχουλή, ασπρομάλλα πετάχτηκε έξω και τις πλησίασε .Αγκάλιασαν, η μια απ΄τη μια μερια κι η αλλη απ΄την αλλη ,την Ευτέρπη και μπήκανε στο σπίτι της μαμής.Την ξεγύμνωσαν απο τη μέση και κάτω,την ξάπλωσαν στο κρεββάτι και η κυρα Ασημένια της έβγαλε τη βέρα απο το χέρι .Η καρδιά της κόντευε να σπάσει.Η μαμή έφερε απ το εικονοστάσι της μια κόκκινη κλωστή κι έκανε τον σταυρό της. ‘Εδεσε τη βέρα στην μια άκρη της κλωστής ,άναψε το καντήλι και το θυμιατό κι είπε στην Ευτέρπη και στην Τασούλα να λένε το Πάτερ ημών.Τίναξε την κλωστή σαν αλφάδι πάνω απο την ξαπλωμένη γυναίκα και κεντράρισε στον αφαλό της το χρυσό μέταλλο.Το σήκωσε λίγο κι ανάσα δεν ακουγόταν στη μικρή κάμαρη.Απ εξω μόνο το βρυσάκι του Αρχαιολογικού Μουσείου κελάρυζε στην φαγωμένη γούρνα απαλά κι η άνοιξη έζωνε τους κήπους. Η βέρα εμενε ακίνητη κι η Ασημένια τελείωνε για τρίτη φορά την προσευχή της πάνω απο την γυναίκα ,τα δάκρυα της Ευτέρπης στάλαζαν στα αυτιά της κι η κοιλιά της ,κιτρινόμαυρη γαβάθα, ανεβοκατέβαινε αργά μεσα στο κοκκάλινο θηκάρι της .Μετα ,αργά στην αρχή αλλά με ρυθμό που ολοένα δυνάμωνε ,η κλωστή αρχισε να κινείται πανω-κατω.Η Ευτέρπη έβλεπε την κόκκινη κλωστή με τη βέρα της να΄ρχεται μια προς το κεφάλι της και μια να χάνεται προς το άνοιγμα των μηρών της.Η Τασούλα άρχισε να κλαίει με λυγμους. Θυμήθηκε πριν οκτώ χρόνια στο ίδιο δωμάτιο την Ασημένια να ψάχνει την βέρα του σχωρεμένου του άντρα της ,μια και η Τασούλα ηταν αστεφάνωτη και το παράπονο φούσκωσε το στήθος της.Μετά όμως νιώθοντας οτι ήταν άδικο (ωρα που ηταν) να σκέφτεται τον εαυτό της, σταμάτησε. Αγκάλιασε την Ευτέρπη και της είπε ένα σωρό τρυφερά λόγια. Γιαβρί μου ,γιαβρί μου, αχ πουλάκι μου ,αντε, χαϊρλίδικο, με το καλό να έρθει.Τρεις γυναίκες εκείνο το μεσημέρι δάκρυσαν μαζί. Προσευχήθηκαν μαζί. Γέλασαν μαζί. Αν ο Τζώρτζης είχε κάνει η δεν είχε κάνει κάτι για όλη αυτήν την υπόθεση ,λίγη σημασία είχε. Ο καημός και το σεκλέτι της Ευτέρπης ήταν που έφεραν το πάνω κάτω.Γύρισε στο σπίτι μεθυσμένη απο αλλόκοτα συναισθήματα , που έναν τροπο είχε πάντα να τα βάζει σε τάξη .΄Εβαλε το μπρίκι για καφέ κι έστριψε ενα τσιγάρο.Ένιωσε να της έρχεται ο πρώτος εμετός. Τέρμα ,αυτό ήταν. Δεν θα ξανακάπνιζε .Ήταν έγκυος.
Ο Δράκος
Έπρεπε όμως να το πει στον Τζώρτζη ,τώρα αμέσως.Όμως όχι,ας την εξέταζε κι ο γιατρός, και μετα.Την νύχτα ο Τζώρτζης μες τον ύπνο του φώναξε τον πεθαμένο πατέρα του δυο φορες . Μπαρμπα Δράκο! Μπαρμπα Δράκο!Πετάχτηκε τρομαγμένη και σκέφτηκε το αρσενικό που είχε στην κοιλιά της.Το είδε μπροστά στην κολυμπήθρα να το βαφτιζουνε Δράκο και πάγωσε το μέσα της. Όνομα ηταν αυτό ή κατάρα; Αλλα ξανακοιμήθηκε και το πρωι τό΄χε ξεχάσει γιατί ειχε στο νου της τον γιατρό.Ναι, ειστε σε ενδιαφέρουσα ,κυρία μου της είπε ,και κατεβαινοντας για το σπίτι, της ήρθαν στη μύτη όλες οι μυρωδιές της γειτονιάς. Ανθισμένα γιασεμιά, πασχαλιές,τηγανητά ψάρια και σκορδαλιά. Όλα μαζι μες τα ρουθούνια της και τα σηκώτια της γύρισαν ανάποδα.Έπρεπε να το πει στον Τζώρτζη ,δεν πήγαινε άλλο.
Στο τηλέφωνο
Τα τηλέφωνα στην αρχή της δεκαετίας του 60 ηταν λιγοστά. Ελάχιστα σπίτια είχαν συνδέσεις αλλά στο ψιλικατζίδικο Αθανασίου Διάκου και Μακεδονίας ,μόλις το είχαν βάλει.Μπήκε στο μαγαζάκι φουριόζα. Πισω απο τον πάγκο έχασκε με μισοξεκούμπωτα τα παντελόνια του ο ψηλολέλεκας ανηψιός της ψιλικατζούς. Ναθεμάσε πεχλιβάνη ,του πέταξε και σήκωσε το ακουστικό.Ο Αμίκος (Χαραλαμπος στο κανονικο του) την πλησιασε και ψιλοέτριψε το γόνατό του στο πίσω μέρος του κορμιού της. Α πάαινε πιο πέρα ρε χαμένε, του΄πε η Ευτέρπη, δεν ντρέπεσαι να κολλάς έγκυο γυναικα! Αχ , με τι περηφάνεια το ξεστόμισε ,τι προστασία ένιωθε μέσα απ τα ίδια της τα σπλάχνα! Ο Αμίκος χάθηκε στο βάθος του μαγαζιού κι εκείνη σχημάτισε τον αριθμό του περιπτέρου.Άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο και την γραμμή απ την άλλη πλευρά να ανοίγει αλλά ο Τζώρτζης πουθενα! Ακουγόταν μόνο στη διαπασών η αναμετάδοση απο κάποιον ποδοσφαιρικό αγωνα.Βρε Τζώρτζη ,εγώ είμαι ,η Ευτέρπη βρε. Φώναξε λίγο ,δεν ακούω. Εσυ μ ακούς; Πάλι τίποτα. Ένα γκολ που μολις ειχε μπει ,έκανε τον Τζώρτζη να βρίζει θεούς και δαίμονες, αλλά απάντηση προς την Ευτέρπη καμία. Βρε Τζώρτζη ,χαμήλωσε λίγο το ράδιο για να μ ακούσεις! Μ ακους; Τίποτα πάλι.Μετά ,ξαφνικά, ο Τζώρτζης άκουσε φαίνεται κάτι και είπε με βαρειά φωνή:-Έλα γράφε λέμε...Μια κούτα Ματσάγγο,μια Άρωμα... -Βρε Τζωρτζη δεν ειμαι ο Μπαμπίλας ,η Ευτέρπη ειμαι!
Απελπίστηκε. Έκλεισε το τηλέφωνο κι έκατσε κανένα δεκάλεπτο στο πεζούλι με υπομονή και μετά ξαναπήρε.Αυτή τη φορά ο άντρας της άκουγε Καζαντζίδη τοσο δυνατά που σήκωσε το ακουστικό στο ενδέκατο κουδούνισμα .Είπε «μπρος» και μετά χαμήλωσε την ένταση του τρανζίστορ.Έκπληκτος άκουσε μια γυναικεία φωνή να του λεει:
Τζώρτζη παρλεβού φρανσέ; Να σε βράσω, να σε βράσω βρε αχαϊρευτε. Είμαστε έγκυοι βρε τρομάρα σου!
Και μετα, τουτ τουτ.Κατάλαβε οτι ήταν η Ευτέρπη ,κατάλαβε οτι τον έβριζε πάλι.Αλλά αυτό το έγκυοι και το παραλεβού,τι ήταν άραγε;

Η κάρτα

Πολλά χρόνια μετά άκουγα τη μάνα μου όποτε δεν μπορούσε να συνεννοηθεί σε κάτι με τον πατέρα μου, να επαναλαμβάνει το περιβόητο παρλεβού φρανσέ της Ευτέρπης σκασμένη στα γέλια και τον πατέρα μου να απαντάει ουί ,ουί ,ουί για να τον αφήσει ήσυχο.Ο Τζώρτζης συχωρέθηκε εδώ και πολλά χρόνια.Ο γιός του ,ενα ψηλόλιγνο μελαχρινό παληκάρι ,σπούδασε στην Γαλλία δοκιμαστής κρασιών και δουλεύει σε μεγάλο οινοποιείο της Θεσσαλονίκης.Ζει στην Κερασιά, ενα μικρό χωριό κοντά στη Νέα Μηχανιώνα με την οικογενειά του και την Ευτέρπη που ειναι στα ογδόντα πιά.Στην κάρτα του , που πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου είδα πως τον λένε Δράκο.










Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις

ΥΠΟΓΡΆΨΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΔΩ