Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Ποιός ήταν τελικά ο φταίχτης.

Η Χαρά πέθανε το καλοκαίρι του 1999.Είναι σαν ν ακούω τώρα την φωνή της απ το τηλέφωνο να μου λέει «ελα σε παίρνω να μιλήσουμε για τελευταία φορά γιατί θα πεθάνω και θα το μάθεις απ του βοριά τα κύματα». Δεν μπόρεσα να κλάψω. Μόνο κάτι παράξενες στιγμές δακρύζω όταν την θυμάμαι. Οταν είμαι σε λιμάνια η  σταθμούς τραίνων την σκέφτομαι και υγραίνονται τα μάτια μου. Ισως γιατί την έκλαιγα ζωντανή ,από μέσα μου πολλά χρόνια πρίν ,τότε που την πρωτογνώρισα μικρό κοριτσάκι της Τετάρτης Δημοτικού. Με μπλε ποδίτσα κι άσπρο γιακαδάκι. Με τσιμπιδάκια στα χωρισμένα στη μέση μαλλάκια κι από πάνω μια στέκα άσπρη ,να δυσανασχετεί με το αυστηρό χτένισμα και το τέντωμα που έκανε το κεφαλάκι της να πονά ολημερίς. Κι είναι πάλι σαν να την ακούω  να μου λέει «αι στο διάλο κι αυτή η μάνα μου ,τι της φταίω και μου τεντώνει έτσι τα μαλλιά ;» «πονάω και δεν το καταλαβαίνει».
Η Χαρά πονούσε.

Για όλα όσα υπήρχαν στην ζωή της χωρίς να φταίει.
Για τον πατέρα της που ήταν  ενας καλότατος άνθρωπος μα πολύ μεγαλύτερος απ την μαμά της και δεν μπορούσε να τον νιώσει πατέρα της. Για τον αδερφό της που ήταν ενας Κέρβερος 16 χρόνια μεγαλύτερός της  και δεν μπορούσε να τον νιώσει αδερφό της. Και για την μάνα της που ήταν μια πεντάμορφη νέα γυναίκα με καρκίνο αφ ότου την γέννησε. Η Χαρά μεγάλωνε μαζί με  τον καρκίνο. Κουβαλούσε το ποτήρι με το νερό στη μάνα της ,έτρεμαν τα χεράκια της, σπαρταρούσε η παιδική καρδούλα της  αλλά κατάπινε το δάκρυ  και της χαμογελούσε. Ηξερε ότι η Πεντάμορφη της θα πεθάνει. Ηξερε ότι θα μείνει μόνη της με τον καλότατο και τον Κέρβερο.Δεν μπορούσε να καταλάβει σε τι έφταιγε μόνο.Και νομίζω ότι δεν μπορέσε να καταλάβει και ποτέ.
Ηταν πιά δεκατεσσάρων χρονών όταν ψυχορράγησε η μάνα της.Η Πεντάμορφή της ήταν μια γκρί μάζα απ τις ισχυρές ακτινοβολίες που έλεγε μες στο παραλήρημά της «τη μικρή ,πάρτε την μικρή από κοντά μου να μη με βλέπει»
Η Χαρά στεκόταν στην πόρτα του δωματίου μισή  μέσα μισή έξω και άκουγε ρίχνοντας ματιές .Ο Κέρβερος είχε αγκαλιά την μάνα της κι έκλαιγε κι ο καλότατος έφτιαχνε καφέδες και πρόχειρο φαγητό για τους συγγενείς που είχαν αρχίσει νάρχονται για τις τελευταίες στιγμές. Πότε πότε πεταγόταν στον επάνω όροφο που ήταν το δικό μας σπίτι, καθόταν λίγο, και μετά ξανακατέβαινε αλλαφιασμένη όταν άκουγε τα κλάματα να δυναμώνουν. Της είχαν φορέσει ηδη ένα μαύρο φουστάνι μιας ξαδέρφης που κρεμόταν πάνω της άχαρα. Κανείς όμως δεν πρόσεξε τα μαλλιά της που για πρώτη φορά ήταν λυμένα ,ελεύθερα στους εφηβικούς της ώμους και στο άγουρο στηθάκι της που μόλις είχε αρχίσει να προβάλλει.
Η Χαρά  αγόρασε μόνη της  μαύρη βελούδινη κορδελίτσα  απ το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς ,την πέρασε χαλαρά γύρω απ το κεφάλι της σπρώχνοντας τα μαλλιά της προς τα πίσω και κατέβασε στο μέτωπο της μια μικρή ανεπαίσθητη αφέλεια ,τόση όσο για να μη βγάζει μάτι. Κοιτιόταν στον καθρέφτη κι αυτό που έβλεπε της άρεσε. Της άρεσε πολύ για πρώτη φορά και για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά κατέβηκε πάλι η σκιά στα μάτια της κι έσκυψε το κεφάλι.Η μάνα της πέθανε εκείνα τα Χριστούγεννα.Κι η Χαρά έμεινε δεκατεσσάρων χρονών κοριτσάκι μόνη της με τον καλότατο και τον Κέρβερο.
Eμεινε βέβαια είναι μια κουβέντα.
Η Χαρά ζούσε πιά με σκιές.
 Η μια σκιά ήταν του καλότατου. Χτυπημένος απ τον πόνο του θανάτου έφευγε το πρωί για το ραφείο του και γύριζε αργά το βράδυ. Μουγγός ,με γερμένους τους ώμους ,χαμένος στις σκέψεις του κι ανήμπορος να κάνει κουράγιο για να την στηρίξει.
Η άλλη σκιά ήταν ο Κέρβερος. Θεόρατη σκιά που μύριζε σαπούνι και λεβάντα, κουστουμαρισμένος και βλοσυρός ,ατσαλάκωτος. Εκπαιδευτικός στο επάγγελμα από κείνους που κατάπιναν μονίμως τις μέντες και τα συναισθήματά τους μαζί μ ένα μπαστούνι σοβαροφάνειας και αυστηρότητας εσαεί.  Που συγκέντρωναν  στα σχολικά μας  χρόνια μόνο  αντιπάθεια. Η Χαρά ένοιωθε γι αυτόν μόνο φόβο  και μίσος. Έκλαιγε όταν την μάλωνε, έτρεμε όταν της έκανε παρατηρήσεις για την πρόοδό της στα μαθήματα, αγωνιούσε όταν «την περνούσε απο  κόσκινο» επειδή άργησε πέντε λεπτά απ τα Αγγλικά. Έτρεχε αγχωμένη να τον εξυπηρετήσει, να του ετοιμάσει τα ρούχα του, να φροντίσει για το φαγητό του. Ενα τεράστιο «πρέπει» επικρατούσε μέσα της σ αυτήν την αδερφική κατα τα άλλα  σχέση και τίποτε άλλο. Και η εφηβεία της κάλπαζε.
 Υποχρεωμένη να πηγαίνει  δυό φορές την βδομάδα στα νεκροταφεία  ,υποχρεωμένη να μαγειρεύει ,να πλένει, να σιδερώνει, να καθαρίζει την βρωμιά δυό μεγάλων ανδρών απ τα δεκατέσσερά της χρόνια, υποχρεωμένη να ξεχνάει τον εαυτό της ,η Χαρά έσβηνε σιγά σιγά από μέσα της τα καντηλάκια της ανθρωπιάς ,της ευαισθησίας, της κοριτσίστικης ανεμελιάς. Η μαύρη σχολική  ποδιά που υποχρεώθηκε να φοράει για δύο χρόνια έσφιγγε και στραγγάλιζε την ψυχή της.Κανείς δεν νοιαζόταν γι αυτό. Η Χαρά ηταν η ίδια πιά μια σκιά που ξεγλιστρούσε απλά πότε πότε στο φως που την έκαιγε και την πονούσε με τον καιρό αντί να την γεμίζει αισιοδοξία και ευχαρίστηση. Το σκοτάδι έγινε ζωή της. Στο σκοτάδι οι σκιές εξαφανίζονται. Κι αυτό την ανακούφιζε.
Πότε πότε ερχόταν στην ζωή της και μια άλλη σκιά. Ενας μελαχρινός άντρας με κοντοκομμένο μουστάκι και μεγάλα υγρά μάτια σαν τα δικά της. Μεσήλικας. Κομψός, με γυαλισμένα ακριβά παπούτσια και στενά παντελόνια ψιλοκάβαλα με τσάκιση. Η Χαρά δεν τον αγκάλιαζε ποτέ ούτε τον κοιτούσε στα μάτια. Του φιλούσε το δεξί χέρι κρατώντας διακριτικά μια σωματική απόσταση, κοίταζε το μουστάκι του και το χρυσό δόντι που ξεπρόβαλε απ τα καλογραμμένα χείλη του όταν την κοίταζε χαμογελώντας και του μιλούσε πάντα στον πληθυντικό. Ο κύριος Στράτος ήταν νονός της. Ο ένας και μοναδικός άνθρωπος που της χάριζε δώρα από μικρή. Που της χάϊδευε το μάγουλο κι έπινε στην υγειά της το λικεράκι που του σέρβιρε, με το μικρό του δαχτυλό του σηκωμένο πάντα απ το ποτηράκι.
Η Χαρά χαιρόταν για τα δώρα που της έκανε σιχαινόταν όμως το μακρύ νύχι του που ξεπρόβαινε σαν μικρή δαγκάνα κάθε που σήκωνε το ποτήρι με το λικέρ. Μισούσε επίσης τον τρόπο που μιλούσε για την συγχωρεμένη της Πεντάμορφη. Εναν τρόπο που πρόδιδε περισσή οικειότητα και που τον έκανε να κοντανασαίνει όταν  πρόφερε τ όνομά της βαθαίνοντας την φωνή του μες το λαρύγγι του.
Στο φως ανέβαινε με το ασανσέρ.
Ο επάνω όροφος που έμενα ήταν για την Χαρά η παρηγοριά της. Η οικογένειά μου την αγάπησε και την ζέστανε με περισσή φροντίδα. Γράφαμε και διαβάζαμε μαζί ,τρώγαμε και βλέπαμε τηλεόραση, η μάνα μου της έραβε ο,τι έραβε και για μένα και η Χαρά κρατούσε ένα μικρό τσαντάκι με τα  προσωπικά της πράγματα εκεί σε μας .Είχε  μέσα μια ασπρόμαυρη  φωτογραφία της Πεντάμορφης με εμπριμέ φόρεμα και λυτά μαλλιά βγαλμένη στους καταρράκτες της Έδεσσας. Πιό κει στη φωτογραφία ήταν ο καλότατος ,ο Κέρβερος κι ο κύριος Στράτος και μπροστά στα πόδια τους η Χαρά τριών χρονών σαν κουκίδα ανάμεσα σε γίγαντες. Είχε κι ένα χτενάκι με πούλιες που το φόραγε η μάνα της ,το τελευταίο της κραγιόν και μια εικονίτσα της Παναγίας. Αυτά ήταν όλα κι όλα τα μυστικά της που δεν ήθελε να της τα βλέπουν άλλοι παρα μόνο εγω κι αυτή. Ολα τα άλλα τα είχε κλειδωμένα επτασφράγιστα μέσα στο σκοτάδι του μυαλού της σφιγμένα μέσα στο κουκούλι της λησμονιάς που έπλαθε με το αίμα της μέρα με την μέρα.
Η Χαρά αιμορραγούσε απ τα 10 της χρόνια. Παιδάκι ακόμη. Η φύση δεν άντεχε τις πληγές της και τις εξώθησε βίαια προς τα έξω να στραγγίσουν. Η ύλη ζητούσε να σωθεί. Πάλευε να διατηρήσει το σωματάκι του μικρού κοριτσιού στη ζωή κι οδήγησε την Χαρά στην έμμηνο ρύση παιδιόθεν. Η πρώιμη εφηβεία της την έκανε δύσθυμη, νευρική, ανυπόμονη, ανήσυχη, ευφάνταστη και έξυπνη. Την οδηγούσε σε αναζητήσεις ωριμότερων καταστάσεων ζωής αλλά δεν έπαυε να είναι ακόμη παιδί. Ένα παιδί που  δεν έφταιγε σε τίποτε. Νόμιζε όμως ότι φταίει για όλα. Είχε ενοχές όταν δεν μπορούσε να είναι άριστη στο σχολείο, ενοχές όταν δεν προλάβαινε να συγυρίσει το σπίτι ,ενοχές όταν την φλέρταραν τα αγόρια της ηλικίας μας, ενοχές όταν έτρωγε ,ενοχές όταν προσπαθούσε να καλλωπίσει τον εαυτό της. Οι σχέσεις της με το άλλο φύλο έγιναν περίεργες και δύσκολες αφού αναζητούσε τυραννικούς έρωτες μια και δεν ήξερε τι σημαίνει χαρά και ελαφράδα. Μέσα στον φαύλο κύκλο των ενοχών της βίωνε τον έρωτα διαλέγοντας απριόρι την εκδίκηση του εαυτού της που δεν μπορούσε παρα να τον σιχαίνεται στο βάθος. Η αηδία αυτή αλλά και η άμεση ανάγκη για επιβίωση επιδεινώθηκε μοιραία όταν μπήκε στην ζωή της άλλο ένα πρόσωπο. Η σύντροφος του αδερφού της. Μιά γυναίκα αυστηρών ηθικών αρχών, θρησκόληπτη ,ενας νέος κρίκος στην αλυσίδα  που της έσφιγγε τον λαιμό αργά αλλά σταθερά. Η συμβίωση των τεσσάρων αυτών ανθρώπων ήταν μια κόλαση. Η Χαρά καταλάβαινε ότι έπρεπε να κάνει κάτι για ν αποδράσει. Να φύγει και να μη ξαναγυρίσει. Μέσα στην ασφυκτική κατάσταση των  εξετάσεων για το πανεπιστήμιο και του άγχους της καθημερινότητάς  στο σπίτι , έχασε πλήρως τον έλεγχο του εαυτού της. Οι αποδράσεις της από την φυλακή της ήταν στην αρχή μέχρι το πιο πάνω στενό της γειτονιάς. Με τον μανάβη, τον χασάπη, τον ψιλικατζή πίσω από τα παραβάν των μικρομάγαζών τους. Η γρήγορη και τυφλή εναλλαγή των εραστών, της δημιουργούσε μια προσωρινή ανακούφιση, ένα στιγμιαίο black out στο μυαλό της που τόσο ανάγκη είχε απ το να μη σκέφτεται ,να μη συλλογίζεται, να μην πονάει. Μετά ακολούθησαν όλοι οι φίλοι του αδερφού της και έπειτα άρχισε μια σειρά από περιστατικά που την έστειλαν στα σπίτια και τα κρεβάτια  των ηλικιωμένων ανδρών της γειτονιάς. Η Χαρά βουτούσε  στα βαθειά στρώματα της απαξίωσης του εαυτού της, άνοιγε καθημερινά ταφόπλακες  που μύριζαν μούχλα και σαπίλα κι έθαβε το κορμί της φτυαρίζοντας μόνη της το χώμα. Το κορμί της πάγωσε, οι αισθήσεις την εγκατέλειψαν, τα μάτια της στέρεψαν από χαρά και οι επισκέψεις της στο σπίτι μου αραίωσαν. Ο σταθερός τότε δεσμός μου με ένα αγόρι της ηλικίας μας , δημιουργούσε στη Χαρά απέχθεια ωστόσο ήταν ολοφάνερο ότι ήθελε έστω και αραιά να με βλέπει για να μου μιλάει για την ζωή της. Η αλήθεια είναι ότι κατέβαλα τις περισσότερες  φορές τεράστια προσπάθεια για να χωρέσω μέσα μου  την ύπαρξή της. Κάποιες φορές τα κατάφερνα κι άλλες πάλι δεν μπορούσα. Όπως τότε που μου είπε όλη την αλήθεια για τον κύριο Στράτο και την σχέση του με την μάνα της. Οπως τότε που εν ψυχρώ μου ομολόγησε ότι ήξερε ότι ήταν παιδί του και μετά πάλι ότι έγινε ερωμένη του. Στην αρχή δεν την πίστευα. Έλεγα μέσα μου ότι έχει φαντασιώσεις κι ότι μάλλον σάλεψε το μυαλό της απ την πίεση και τον πόνο. Κι όμως .Ηταν η πραγματικότητα. Ηταν μια πραγματικότητα που όμοιά της δεν βίωσα ποτέ ξανά στην ζωή μου. Η Χαρά χόρευε στην κόλαση, έπαιζε με τον διάβολο χαμογελώντας σαρκαστικά  και μου το ομολογούσε. Εγω απλά ήμουν η ανίκανη να το δεχτώ.
Ύστερα ήρθαν χρόνια ακόμη πιο δύσκολα. Απέτυχε να μπεί στο Πανεπιστήμιο ,λούστηκε  όλη την ειρωνεία και την κατακραυγή του αδερφού της και της νύφης της ,έκλαψε ,μίσησε ,καταράστηκε κι αποφάσισε να ρίξει μαύρη πέτρα .Παντρεύτηκε κι έφυγε σε επαρχιακή πόλη μήπως και γλυτώσει. Αντικαθιστώντας τον καλότατο με τον αγιότατο και κατά εικοσιπέντε χρόνια μεγαλύτερό της σύζυγο που απαιτούσε απ αυτήν παρθενία κόρης. Ενας γυναικολόγος φρόντισε γι αυτό μυστικά κι η Χαρά έδωσε στον Αγιότατο αυτό που ήθελε την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Μέσα της ένοιωθε γη καμένη. Μόνη στην επαρχία κι αποκομμένη από όλους  τους γνωστούς ,δίπλα σ έναν άνδρα με επιφανή θέση ,αναγκασμένη να παίζει τον ρόλο της παντρεμένης κυρίας που ασφυκτιούσε στο σπίτι και στα γιορτινά τραπέζια που έπρεπε να παρίσταται. Ηταν η μικρούλα μιας  παρέας μεσήλικων ανθρώπων που ήξερε να χειρίζεται και να σαγηνεύει χρόνια τώρα. Εύκολη δουλειά γι αυτήν να τους έχει όλους στα πόδια της χωρίς να την ενδιαφέρει για τα κουτσομπολιά που φούντωναν πίσω της εκ μέρους των συζύγων τους. Έπαιζε ακόμη μια φορά ρόλους που στο βάθος σιχαινόταν. Περνούσε την ημέρα της μέσα στην πλήξη ψωνίζοντας άχρηστα πράγματα και τα βράδια φορούσε όλα αυτά που στερήθηκε χρόνια κι έβγαινε έξω καθημερινά. Ο σύζυγός της καμάρωνε υπερήφανος για το μπουμπούκι που του έλαχε και της επέτρεπε τα πάντα .Οταν μάλιστα ήρθε να εγκατασταθεί κι ο καλότατος μονίμως μαζί τους η Χαρά απεγκλωβίστηκε τελείως από τις υποχρεώσεις. Η παραδουλεύτρα  φρόντιζε το σπίτι , ο καλότατος μαγείρευε και τα βράδια έπαιζε με τον αγιότατο ατέλειωτες ώρες τάβλι βλέποντας ειδήσεις κι η Χαρά βολόδερνε από φιλενάδα σε φιλενάδα ψάχνοντας την αιτία που δεν έμενε έγκυος. Άρχισε να επισκέπτεται  γιατρούς στην Αθήνα, να δημιουργεί ερωτικές σχέσεις με διάφορους άντρες  και κάποια στιγμή ήρθε το πολυπόθητο. Ηταν έγκυος. Μου τηλεφωνούσε όλο αυτό το διάστημα αλλά είχαμε ηδη απομακρυνθεί αρκετά. Ζήτησε να με δεί θυμάμαι τότε μετά από πάρα πολύ καιρό. Ήρθε στη Θεσσαλονίκη  ταξιδεύοντας ατέλειωτες  ώρες με το αμάξι της κι είδα μια Χαρά αγνώριστη.
Ντυμένη με υπερβολικά ακριβά φανταχτερά ρούχα, φορτωμένη χρυσαφικά, με μπογιατισμένο κυριολεκτικά πρόσωπο και κόκκινα μαλλιά ,θύμιζε γυναίκα πενηντάρα και κακόγουστη μ όλα αυτά που ήταν φορτωμένη και ας ήταν τότε μόλις είκοσι τριών χρονών. Μετά από τον καφέ μας όμως και περπατώντας στην παραλία καθώς γυρίζαμε στο σπίτι ,με τράβηξε σ ένα απ τα παγκάκια που καθόμασταν παλιά κι εκεί ένοιωσα πως καταρρέει ένας άνθρωπος. Ποτέ στην ζωή μου ξανά δεν άκουσα γυναίκα να κλαίει τόσο σπαρακτικά, τόσο βαθειά απ την ψυχή της ,τόσο απεγνωσμένα. Μαζί της έκλαιγα κι εγώ βουβά κρατώντας την αγκαλιά ,ένωνα τα δάκρυά μου με τα δικά της ώσπου σταμάτησε ,καταλάγιασε και με κοίταξε.
«Σε λέρωσα κι έγινες σαν κλόουν » μου είπε χαμογελώντας κι άρχισε να με σκουπίζει μ ένα χαρτομάντιλο.

Εκεί σ εκείνο το παγκάκι που ακόμη υπάρχει και το προσπερνώ πολλές φορές και τώρα, μου είπε , ότι δεν ήξερε από ποιόν άντρα προέρχεται το παιδί που είχε στην κοιλιά της. Φυσικά δεν την ένοιαζε, φυσικά δεν την απασχολούσε καθόλου με ποιόν ήταν πιασμένο αυτό το παιδί. Απλά έπρεπε να το φέρει στον κόσμο. Το ήθελε ο καλότατος, ο αγιότατος και οι συμπαρομαρτούντες .Κι έτσι έγινε.
Γεννήθηκαν δύο παιδιά. Ο τρόπος ίδιος. Τα δωμάτια ίδια. Το κορμί της ίδιο. Πολλαπλά και αδιάφορα γι αυτήν τα σώματα των ανδρών. Μια τεράστια σκιά μέσα της η ύπαρξή τους, χυνόταν στο καλούπι της κοιλιάς της  παίρνοντας σχήματα ακαθόριστα που η φύση αδυσώπητη τους έδινε ζωή και φώς. Η Χαρά απέκτησε μόνο αγόρια. Κι ένιωθε μαζί τους καλά μα όχι μητρικά. Τα  είχε παρέα. Η σχέση της μαζί τους ήταν φιλική ,ζεστή και προστατευτική  όσο ήταν πολύ μικρά. Μετά ήταν ξεκάθαρα η φίλη τους. Τίποτε άλλο.
Στο έμπα της εφηβείας του πρώτου της γιού μετακόμισαν στην Αθήνα. Ο καλότατος αποδήμησε εις τόπον χλοερό κι ο Αγιότατος έχασε την παρέα του στο τάβλι . Η Χαρά δεν ένοιωσε ορφάνια παρά μόνο ανακούφιση. Λιγόστεψαν γύρω της οι άνθρωποι που της θύμιζαν το παρελθόν της. Είχε τώρα  την παρέα της να την περιμένει στο σπίτι. Αστειευόταν με τα αγόρια της απ το πρωί μέχρι το βράδυ ,συζητούσε μαζί τους το κάθε τι, έβγαινε μαζί τους ,χαιρόταν. Άρχισε να δουλεύει σκληρά και σε λίγα χρόνια ήταν πετυχημένη επαγγελματίας. Χώρισε τον Αγιότατο και κάπου εκεί, με την πρώτη ανάσα ελευθερίας και ανεξαρτησίας ήρθε ο καρκίνος. Η εμφάνισή του κουβάλησε στην ζωή της όμως και μια άλλη ύπαρξη. Έναν άντρα που δεν ήταν άντρας. Ηταν μια γλυκιά ευαίσθητη ψυχή κρυμμένη σ ένα ανάπηρο σώμα. Ενας άνθρωπος που της πρόσφερε τεράστιες ποσότητες τρυφερότητας που τόσο πολύ της είχε λείψει όλα αυτά τα χρόνια κι αδυνατούσε να της δώσει το σώμα του. Αλλά ο Γολγοθάς που ανέβαινε πιά η Χαρά δεν είχε σώματα. Ηταν μια διαδρομή αποσύνθεσης της ύλης της. Η Χαρά τον ανέβαινε και πέταγε τα κομμάτια της στα χειρουργεία. Ελιωνε της σάρκες της με ακτινοβολίες και τα συκώτια της με χημικές ουσίες χυμένες σε δεκάδες μπουκάλια ορών που έγιναν τροφή της.Δεν υπήρχε σωτηρία από την αρχή. Και το ήξερε. Δεν το πάλευε μέσα της .Οχι, η Χαρά δεν φοβόταν. Απλά πατούσε στα χνάρια της Πεντάμορφής της σε γνώριμες διαδρομές απ τα παιδικά της χρόνια. Αστειευόταν με τα αγόρια της μέχρι την τελευταία στιγμή. Τα είχε κοντά της και δεν δεχόταν ούτε ένα ποτήρι νερό απ τα χέρια τους. Ήθελε μόνο να της μιλούν και να την κάνουν παρέα. Τίποτε άλλο. Κατέβηκα στην Αθήνα και την είδα τέσσερεις μήνες πρίν πεθάνει.
Ποτέ  ξανά. Μιλούσαμε από το τηλέφωνο πριν χαθεί το μυαλό της. Και δεν έμαθα τον θάνατό της απ του Βοριά τα κύματα. Με πήρε η ίδια τηλέφωνο. Με αποχαιρέτησε, αστειεύτηκε μαζί μου ,θυμηθήκαμε τα χρόνια που καθόμασταν στο μπαλκόνι μας στη Σαλονίκη και τραγουδούσαμε το « Το Αργυρό το Φεγγαράκι κι αν μ αγάπαγες λιγάκι θάταν όλα αληθινά»  και δεν κλάψαμε.
Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει προς ώρας.

Αναδημοσίευση απο το 
HOMEFOOD

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Τα Αλατισμένα

Για τους φίλους που το ζήτησαν ολόκληρο.




Ο βίος μας κρύβει  περιστατικά που μένουν θαμμένα μέσα μας   για πάντα. Μερικά  «ξεχνιούνται» εσκεμμένα. Κάποια αναδεύονται κατά καιρούς στο καζάνι της μνήμης  και κοιμούνται πάλι ήρεμα. Υπάρχουν άλλα που γίνονται μανιέρες για  νάχουμε να λέμε όταν δεν έχουμε ,σύνηθες φαινόμενο της τεμπελιάς μας να τα αποσώσουμε και να πάμε παρακάτω. Πολλά απ αυτά έχουν συμβάλλει στην οικοδόμηση επαύλεων γνωστών ψυχιάτρων, ψυχολόγων, γκουρού, Αβατάρ, Δασκάλων και δεν συμμαζεύεται ενώ θα μπορούσαν να έχουν εξατμισθεί ως δια μαγείας αν υπήρχε κάπου στο γενετικό μας σύστημα η   οδηγία « έχεις πρόβλημα; σκάψε με τον γκασμά το χαντάκι σου μέχρι να φτύσεις  αίμα». Τόσο απλά.
Η Λίντα  όμως δεν μπορούσε να σκάψει. Δεν μπορούσε γιατί εκτός του ότι ήταν γόνος τριών γενεών επιφανών δικηγόρων και γιατρών, είχε φίλη την αφεντομουτσουνάρα μου. Η Λίντα μιλούσε ώρες ατέλειωτες για το πρόβλημά της αφού διαλογιζόταν κι εγώ την άκουγα γιατί πίστευα βλακωδώς ότι μπορεί ν αποφύγω το δικό μου χαντάκι αλλά  δεν διαλογιζόμουν. Ευτυχώς είχα απόλυτη ανάγκη να δουλεύω για να βιοπορίζομαι. Πέρα όμως από την νοσηρή μας κατάσταση υπήρχε η ζωή. Η ζωή που είναι παιχνιδιάρα, απρόβλεπτη και γεμάτη χιούμορ. Κι αποφασίζει, ευτυχώς ερήμην μας.
Εκείνο το απόγευμα η Λίντα ήρθε  στο ραντεβού μας αφού είχαν προηγηθεί τουλάχιστον δέκα απανωτά τηλεφωνήματα γεμάτα κλάματα, μισόλογα και διακεκομμένες ακαταλαβίστικες εκφράσεις .Αυτά όμως μου ήταν λίγο πολύ γνωστά. Αυτό που διέφερε αυτή τη φορά ήταν ότι στο ενδιάμεσο η Λίντα γελούσε. Και γελούσε υστερικά.
Συναντηθήκαμε στο γνωστό καφέ, κάτσαμε σε μια γωνίτσα ως συνήθως ,γεμίσαμε το τραπεζάκι με  μυξωμένα χαρτομάντιλα πολύ πριν έρθουν οι καφέδες μας, την κράτησα αγκαλιά μέχρι να της φύγουν τα αναφιλητά και μετά, ξανά αγκαλιά μέχρι να καταλαγιάσουν τα δάκρυά της απ τα γέλια. Η κατάσταση ήταν εκρηκτικά φορτισμένη ,το γκαρσόν μας κοίταζε και κουνούσε κάθε τόσο το κεφάλι του, ευτυχώς δεν είχε κόσμο για να γίνουμε πολύ ρεζίλι και μόλις ηρέμησαν λίγο τα πράγματα η Λίντα τράβηξε μια γερή ρουφηξιά καφέ ,άναψε ένα τσιγάρο, τέντωσε την παλάμη  της κοιτώντας τα άψογα νύχια της  και επιτέλους άρχισε να μιλάει.
-Ακούς εκεί!
Νάρθει στην πόρτα μου!
 Ακου θράσος το θρασίμι ,το κούδεβλο.
Εμ βέβαια δεν φταίει αυτή ,εμείς φταίμε που την βγάλαμε από την χαμοκέλλα.
Διότι τι ήσουν κυρία μου πρίν μας γνωρίσεις; ενα τίποτα ήσουν. Ποτά σέρβιρες  στους νυκτόβιους κι άμα λάχει σου πιάναν και τον κώλο. Εκεί… εκεί στην υπόγα έπρεπε να σ αφήσουμε .Σε κάναμε κυρία με Αλφα Ρομέο και με τζάκι. Είχες και στο σπίτι σου τζάκι; Εγώ ακόμη δεν έχω τζάκι ,αλλά τέτοιος βλάκας είμαι ρε φιλενάδα. Αχ εχω κόμπο δεν μπορώ ν αναπνεύσω.
Δεν έβγαζα άκρη.
-Λέγε τα πουλάκι μου ένα ένα με την σειρά , είπα ήρεμα .Για να καταλάβω η δύσμοιρη τι συμβαίνει.
Τι ήθελα να το πώ; χτύπησα  φλέβα ευαισθησίας και την πήραν πάλι τα δάκρυα.
Αρχισε άλλο παραλήρημα. Τύψεων αυτή τη φορά.
-Αχ τι τραβάς κι εσυ με μένα βρε φιλενάδα. Τι φταίς  εσύ που σε φορτώνω με τα δικά μου, που λές και δεν έχεις εσύ τα δικά σου, που με ανέχεσαι …
Αδύνατον να βάλουμε σε τάξη τα πράγματα εκείνο το απόγευμα.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει, αποφασίσαμε να πάμε για τσίπουρα μπας και ξελαμπικάριζε το μυαλό μας κι όντως…
Τα τσίπουρα βοήθησαν να ηρεμήσει η Λίντα, να βάλει τις λέξεις σε σωστές σειρές και να εκφραστεί ανθρώπινα.
Ετσι άκουσα μια από τις πιο αστείες ιστορίες της ζωής μου. Τόσο τραγικά αστεία που ακόμη και τώρα που μετά από τόσα χρόνια αποφάσισα να την γράψω νομίζω ότι θα μου φύγει η ψυχή απ τα γέλια.


H Λίντα ήταν γερμανοθρεμένη. Ούτε Αρσακειάς ,ούτε Ουρσουλίνα. Ηταν χαριτωμένη ,κοντή με καλές αναλογίες ,συμπαθής, με χλωμό μελαχρινό πρόσωπο και πεταχτό περπάτημα. Μεγαλωμένη με γερμανίδα νταντά και μητέρα στιβαρή που ασκούσε το επάγγελμα της εργατολόγου δικηγόρου από το πάλαι ποτέ. Ο πατέρας της ήταν γιατρός με μεγάλη ακίνητη περιουσία  στην παλιά παραλία της Σαλονίκης όπου και το πατρικό της σπίτι. Αργότερα η Λίντα όταν παντρεύτηκε έμεινε κι αυτή σ ένα διπλανό διαμέρισμα με μπαλκόνια που κοίταζαν τον Θερμαϊκό, περιδιάβαινε σε καθημερινή βάση στο κέντρο της πόλης ,δεν ήξερε τι είναι η Σταυρούπολη,ο Κουλκουτζάς και ο Εύοσμος,είχε αυτοκίνητο απ τα δεκαοκτώ της και το φόρεμα της στην γιορτή των τελειοφοίτων του κολεγίου που φοιτούσε ήταν ραμμένο στην τότε καλύτερη μοδίστρα της Φαμ Κιούκα και κόστιζε μια περιουσία.Ηταν προορισμένη να σπουδάσει, να παντρευτεί κάποιον της σειράς της και να τεκνοποιήσει. Μέχρι εκεί.
 Ολα τα ανέτρεψε η τρέλα που είχε με τον Τζίμη Μακούλη. Ο Τζίμης ήταν την δεκαετία του 50-60 ανερχόμενο αστέρι στο μουσικό στερέωμα αλλά πάνω απ όλα ήταν όμορφος με αστραφτερό χαμόγελο και καθωσπρέπει εμφάνιση. Η Λίντα τον λάτρευε. Επινε νερό στ όνομά του ,τον ονειρευόταν νυχθημερόν κρυφά και φυσικά μέλωνε η καρδιά της στο άκουσμα των τραγουδιών του. Οταν λοιπόν στα δεκαοκτώ της εμφανίστηκε στην ζωή της όχι βέβαια ο Τζίμης Μακούλης αλλά κάποιος που του έμοιαζε ,με αντίστοιχα αστραφτερό χαμόγελο, καλοχτενισμένα γυαλιστερά μαλλιά, καθωσπρέπει εμφάνιση και μάλιστα φοιτητής της ιατρικής δεν μπορούσε παρά να τον ερωτευτεί. Αυτό που έδεσε όμως το γλυκό και την έκανε να ξεχάσει την γερμανομάθειά της, τους καλούς τρόπους και τα μπαλέτα ήταν ότι ο νεαρός είχε δυνατό ταμπεραμέντο που έβγαινε με λαϊκό τρόπο ,πράγμα που την γοήτευε γιατί την απεγκλώβιζε από την πανοπλία που είχε ζήσει μέχρι τότε. Εκεί έγινε κι η ανατροπή. Η Λίντα είχε μπλέξει. Κι είχε μπλέξει με ένα αρσενικό που ηταν γέννημα θρέμμα των Δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης ,με μητέρα σούπερ φιλόδοξη που ονειρευόταν λαγούς με πετραχήλια για τον γιόκα της και το χειρότερο απ όλα ήταν ότι του το έλεγε. Του πιπιλούσε  το μυαλό απ το πρωί ως το βράδυ ότι θέλει να τον καμαρώσει μεγαλογιατρό, μεγαλοκλινικάρχη κι εν πάση περιπτώσει όλα τα μεγαλό- που είχε  απωθήσει και που είχαν βγεί με θηριώδη τρόπο απ την στιγμή που το καμάρι της πέρασε στην ιατρική.O Mάχος την άκουγε .Την άκουγε και χαμογελούσε φχαριστημένος ,φορούσε τα μπουζάτα κοντομάνικα πουκάμισά του, έριχνε μισό μπουκάλι Γιάρντλεϊ επάνω του  και κατηφόριζε στο κέντρο της πόλης να συναντήσει την Λίντα.
Την παντρεύτηκε μετά φανών και λαμπάδων στην Αγιά Σοφιά. Το σπίτι τους στην παραλία γέμισε με συλλεκτικά  Βαράγκη και κρύσταλλα Ρόζενταλ ,της σκάρωσε και δυό παιδιά το ένα μετά το άλλο , η Λίντα διέκοψε τις σπουδές της όπως έκαναν πολλά κορίτσια της εποχής και πακτώθηκε  στα δια χειρός Βαράγκη  κι ολα ακολούθησαν μια πολύ φυσιολογική πορεία. Ο Μάχος αφιερώθηκε στην καριέρα του ,έκανε ειδικότητες ,διδακτορικό ,άνοιξε ιατρείο, έφτιαξε δική του κλινική και είναι η αλήθεια ότι κόπιασε για όλα αυτά επι σειρά ετών χωρίς να κοιτάζει δεξιά κι αριστερά πέρα από κάτι ακίνδυνες ψιλοαρπαχτές με θηλυκά που δεν του δημιουργούσαν ποτέ προβλήματα. Η Λίντα όλο αυτό το διάστημα ήταν μητέρα και σύζυγος. Ταγμένη στην οικογένειά της ,πιστή στα ήθη και τα έθιμα που απαιτούσαν από γενέθλια, γιορτές, επισκέψεις, χοροεσπερίδες, συγκεντρώσεις γονέων και κηδεμόνων έως ολιγοήμερα ταξιδάκια στο Παρίσι και το Λονδίνο για ψώνια.
Ο Τζίμης Μακούλης είχε ξεχαστεί δια παντός ,τι να τον έκανε άλλωστε  πιά… τώρα είχε τον Μάχο της. Που και που μόνο ψιθύριζε όταν οδηγούσε μόνη της στην παραλιακή εκείνο το «Τι φταίω εγώ αν έχω τσιγγάνα καρδιά Τσιγγάνα καρδιά που πας…τσιγγάνα  καρδιά  λαλα λα λα λα»
H κρίση τους κτύπησε με το που έφυγαν τα παιδιά για σπουδές στο εξωτερικό. Ξαφνικά τους έφταιγαν όλα. Για να μη διαλυθούν τελείως η μεν Λίντα άρχισε ν ασχολείται με γιόγκα και αρωματοθεραπείες ,ο δε Μάχος που κορόιδευε κάθε τι μη επιστημονικό ρίχτηκε στον αγώνα να τελειώσει το σπίτι τους σε κοντινό θέρετρο της Σαλονίκης και στα συνέδρια που τον κρατούσαν στο εξωτερικό για μεγάλα διαστήματα. Ολες όμως οι ομοιοπαθητικές απέτυχαν οικτρά. Τον Μάχο συνέχιζε να τον κτυπά αλύπητα η πλήξη  και τη Λίντα  η υστερία της κλιμακτηρίου. Και τότε ήρθε στην ζωή τους μοιραία ο τρίτος άνθρωπος.
Δεν ξέρω από πού και πως ακριβώς μπαίνουν οι τρίτοι άνθρωποι. Στην περίπτωση της Λίντας και του Μάχου πάντως είμαι σίγουρη ότι η δίμετρη τριαντάρα κλώτσησε με την δωδεκάποντη γόβα της την πόρτα τους και μπήκε συνάμενη κουνάμενη με θράσος στα δια χειρός Βαράγκη και τάκανε γης Μαδιάμ.

Χωρισμένη απ τα είκοσι πέντε της η Δήμητρα ήρθε στην πόλη απ την επαρχία κρατώντας παραμάσχαλα μια βαλίτσα κι ένα μωρό , έφτυσε πίσω της τα σόγια κι έναν τζάμπα μάγκα που την τυραννούσε με την ζήλια του και την τεμπελιά του ,νοίκιασε το πρώτο υπόγειο που βρήκε μπροστά της  στον Εύοσμο και διέγραψε δια παντός την Δήμητρα απ την ζωή της.
Από δω και στο εξής ήταν η Μίτση. Η δίψα της για ζωή χτυπούσε τις φλέβες  της και τα μηνίγγια της αδυσώπητα ,το μάτι της άστραφτε σε κάθε πρόκληση, σφράγιζε τις κινήσεις της τις νύχτες που πίσω απ την μπάρα σέρβιρε ποτά στους ξενύχτηδες. Τούς χαμογελούσε σπάνια. Τέντωνε το δεξί της φρύδι με ύφος βάμπ σε κάθε τους εξυπνάδα, κρατούσε αποστάσεις στα κομπλιμέντα τους κι έπαιζε το αιώνιο και απόλυτα επιτυχημένο παιγνίδι με τα αρσενικά, του κυνηγού και του θηράματος.
Ενα πράγμα είχε στο μυαλό της. Να ξεφύγει απ την μιζέρια και το νυχτοκάματο.
Να ζήσει έτσι όπως αυτή ονειρευόταν.  
Η Μίτση δεν ήταν πιά Δήμητρα.
Ηταν ένα άγριο αιλουροειδές που πάσχιζε με νύχια και με δόντια να μεγαλώσει και να χορτάσει δυό πεινασμένα  μωρά .Το παιδί της και τον εαυτό της.
Ηξερε πολύ καλά ότι ο δρόμος της θα είχε ρίσκο και δάκρυα αλλά ήταν αποφασισμένη.
Και δεν υπάρχει τίποτε πιο δυνατό και επικίνδυνο από ένα θηλυκό που αποφασίζει να καεί για να φτάσει εκεί που θέλει.
Ο Εύοσμος ήταν το παλιό λημέρι του Μάχου. Είχε να πατήσει προς τα κεί απ την νεότητά του. Οι συνοικίες αυτές ειδικά την νύχτα ήταν απαγορευτικές για ανθρώπους της τάξης του. Απ την άλλη γνώριζε πολύ καλά τι σημαίνει να αναμοχλεύει κανείς , παλιές  συνήθειες σε λαικά ξενυχτάδικα με γκόμενες και αλήτικες παρέες, όντας μεσήλικας.
Η κρίση που περνούσε δεν σήκωνε τέτοια ρίσκα. Συνέχιζε νάναι αφοσιωμένος στο εξοχικό και στην δουλειά του, καθησύχαζε όσο μπορούσε την Λίντα  φιλώντας την στο μέτωπο και προσκομίζοντάς της όλα τα τελευταίας γενιάς φάρμακα για την κλιμακτήριό της, φρόντιζε να αποκατασταθούν επαγγελματικά τα παιδιά του και μετά ήρθε ο Χάρος.
Ο Μάχος είχε δώσει ουκ ολίγες φορές μάχες με τον θάνατο κατά την διάρκεια της ιατρικής του καριέρας. Ήξερε σε βάθος την ψυχολογία τέτοιων καταστάσεων αλλά αυτή τη φορά σήκωσε τα χέρια ψηλά. Η μάνα του έφυγε απ την ζωή ,σε βαθειά γεράματα πλέον και μαζί της έφυγε και μια κοτρώνα απ το στήθος του. Αντι να λυπηθεί χαιρόταν. Αντι να νοιώθει βάρος ,ξανάνοιωνε. Κι επιτέλους μετά από πολλά χρόνια είχε όρεξη για σαχλαμάρες ,αλητότσαρκες και τα ρέστα. Χωρίς τύψεις και πρίν κάν γίνουν τα σαράντα της.
Ετσι ένα βράδυ ,τι βράδυ δηλαδή άγρια χαράματα ήταν, ο Μάχος συνάντησε τη Μίτση.H Λίντα βρισκόταν στον έβδομο ύπνο , μετά από μια μακρά συνεδρία ρεφλεξιολογίας και 3 Βαλεριάνες που είχε καταπιεί.
Η συνάντηση τους στο ξενυχτάδικο είχε πολλές «μπόμπες», σφηνάκια και κεράσματα κατ αρχήν και κατά τις 6 το πρωί που το στομάχι του Μάχου δεν άντεχε άλλο και το μυαλό του είχε γίνει κονσομέ, ακολούθησε τουζλαμάς ψιλοκομμένος με σκορδοστούμπι σε παραδοσιακό πατσατζίδικο της Εγνατίας.
Λαϊκά και νυσταγμένα.
Εκείνο το χάραμα είπαν ο ένας στον άλλο πολλά. Τα περισσότερα ψέματα μα και πολλές αλήθειες. Το σημαντικό όμως ήταν ένα. Ο Μάχος είχε βρεί για πρώτη φορά στην ζωή του κάποια που τον άκουγε χωρίς παρεμβάσεις του τύπου «ναι, όμως, αλλά, διότι, κι αν, παρ ολ αυτά, δεν, όχι, αφου, μπα, τουτέστιν…» και η Μίτση αχ η Μίτση, είχε βρεί επιτέλους τις προδιαγραφές που έψαχνε. Έναν ώριμο άντρα ,με εγκάρδιο χαμόγελο, επιστήμονα και  φτιαγμένον οικονομικά. Το αγκαθάκι που σκάλωνε τον ουρανίσκο της για να τον καταπιεί ήταν βέβαια το ότι ήταν παντρεμένος αλλά αυτό προς το παρόν το άφηνε στην άκρη. Σκοπός της ήταν να τον γραδάρει σωστά, να τον ζυγίσει μέχρι κεραίας και να τον τραβήξει στην φωλιά της. Οχι φυσικά απ το χέρι. Μάλλον το σβέρκο του σημάδευε και στην καλύτερη γι αυτήν περίπτωση την μύτη του. Και σ αυτή την διαδικασία ως γνωστόν καμιά γυναίκα δεν απλώνει με αβροφροσύνη τα κρινοδάχτυλά της. Την πρωτοβουλία αναλαμβάνουν άλλα μέλη του σώματος.
Η Μίτση είχε σώμα λαμπάδα.
Ατελείωτα πόδια, στενά λαγόνια, οπίσθια που θα ζήλευε κι η πιο καλλίγραμμη Βραζιλιάνα, στήθος  να κρεμάσεις παλτό (που έλεγε κάποτε  ένας φίλος) πλούσια ξανθά μαλλιά, μάτια λαμπερά και είκοσι τρία συναπτά έτη να την χωρίζουν από τον Μάχο.
Ο Μάχος δεν είχε τίποτα παραδείσιο.
 Ήταν ένας κουρασμένος μεσήλικας που ένοιωθε απελευθερωμένος από τα οφίκια που όφειλε στη μάνα του. Τα οφίκια είχαν πληρωθεί και με το παραπάνω.    Η μάνα του είχε πεθάνει .Επομένως, χαλαρός πιά, μπορούσε να αυτοκαταστραφεί ως γνήσιος εκπρόσωπος του αρσενικού γένους. Κι αυτό έκανε.
Την ερωτεύτηκε τόσο που το αίμα του έγινε νερό.
Άρχισαν τα πρώτα ραντεβού, μικροδωράκια, ταξιδάκια κι όταν τα ταξιδάκια έγιναν ταξιδάρες και τα μικροδωράκια πήραν διαστάσεις μονόπετρων ,η Λίντα άρχισε επιτέλους να μυρίζει το μπαρούτι που έζωνε τα δια χειρός Βαράγκη ,η οικογένεια της θορυβήθηκε σύσσωμη αλλά ο Μάχος ,παλαιάς κοπής άντρας, είχε ηδη σπιτώσει σε τριαράκι ρετιρέ με τζάκι την Μίτση και το παιδί της. Εννοείται ότι δεν ανεχόταν με τίποτα να δουλεύει πιά το σπλάχνο νυχτοκάματο, εννοείται ότι της πήρε αυτοκίνητο, εννοείται ότι η Μίτση ζούσε πλέον με τα σέα και τα μέα της. Εκεί κάπου και η Λίντα κατέρρευσε. Δεν την χωρούσε ο τόπος ,αποφάσισε να κατοικοεδρεύει νυχθημερόν η στο Άσραμ η στο σπίτι μου, έκλαιγε, ζήλευε, καταριόταν, έταζε στους αγίους του Βούδα και του Ιησού Χριστού ταυτοχρόνως, ευχόταν να τον δεί καλόγερο στο Αγιο Ορος  και γενικώς αντιμετώπιζε την κατάσταση με κατά συρροή λανθασμένους τρόπους που την οδηγούσαν κατ ευθείαν στην νευροπάθεια.
Ο ρόλος μου ήταν άχαρος και άχρηστος. Δεν μπορούσα να την βοηθήσω πέρα από το να την παρηγορώ γιατί απλούστατα η Λίντα δεν ήθελε να βοηθηθεί.
Είχε βρεί κάτι έντονο να την απασχολεί , να την τυραννά και δεν θύμωνε.
Γιατί σ αυτές τις περιπτώσεις δύο είναι οι δρόμοι.
Η θα θυμώσεις η θα φιλοσοφήσεις.
Η Λίντα ούτε να θυμώσει πραγματικά μπορούσε αλλά ούτε και να το φιλοσοφήσει.
Μπορώ να πω τώρα μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν ότι η Λίντα διακατεχόταν από ένα είδος μόνιμης έκπληξης για όλα αυτά που της συνέβαιναν. Είτε από εγωισμό είτε από άγνοια, αυτό δεν μπορώ να το ξεκαθαρίσω ακόμη, συμπεριφερόταν για ένα θέμα που άπτεται της καθημερινότητας όσο και το πλύσιμο των δοντιών μας ,σαν να είχαν κάνει τουλάχιστον εξωγήινοι επιδρομή στο σπιτικό της. Είχε απορίες ας πούμε του είδους:
«Καλά αυτή τώρα δηλαδή δεν ντρέπεται;»
«Καλά δηλαδή όταν συναντούν κάποιο γνωστό πως την συστήνει;»
«Δηλαδή βρε φιλενάδα την αγαπάει;»
«Δηλαδή αυτή του μαγειρεύει κανονικά και τρώνε σαν οικογένεια;»
«Καλά αυτή κάνει την δουλειά της ,αυτός ο δικός μου τα παιδιά του και το παιδί της δεν τα ντρέπεται;»
«Εγώ δηλαδή τι θα κάνω τώρα θα κρατάω το φανάρι;»
«Εμένα δηλαδή πότε θα με ξαναπηδήξει;»
« Δεν θυμάμαι βρε φιλενάδα …ήπια λεξοτανίλ την ώρα που ήρθα;»
Και συνέχιζε απτόητη με σωρεία ερωτήσεων τέτοιου είδους, αρνούμενη πεισματικά να εγκαταλείψει τον ρόλο της νιόπαντρης χαριτωμένης παιδίσκης που απο τον γονικό θώκο περνά στο θαλάμι του συζύγου και δεν εννοεί να βγεί από κεί ούτε με σφαίρες.
Η Μίτση όμως δεν είχε απλό εξάσφαιρο. Κρατούσε ρεβόλβερ χωρίς σιγαστήρα. Κι όταν είδε ότι ο Μάχος ναί μεν της παρείχε τα πάντα αλλά δεν έλεγε να φέρει ένα οριστικό τέλος στην υπόθεση του γάμου του ,πήρε την κατάσταση στα χέρια της κι ένα μεσημέρι  ντυμένη με τριζάτα μαύρα δερμάτινα απ την κορυφή μέχρι τα νύχια, χτύπησε το κουδούνι της Λίντας.
To ίδιο βράδυ μετά τους καφέδες και  τις αποτυχημένες  απόπειρες να μου εξηγήσει , καταλήξαμε στα τσίπουρα. H Λίντα συνέχιζε νάναι μεταξύ υστερίας γέλιου και οριστικής κατάρρευσης. Ωστόσο μπόρεσε να μου πεί επιτέλους  τι συνέβη.
Η Μίτση χτύπησε  το κουδούνι ντάλα μεσημέρι ,την ξύπνησε  από την σιέστα της  και το σκηνικό εξελίχθηκε μεταξύ μιάς αφρισμένης λέαινας κι ενός νυσταγμένου έκπληκτου ζωντόβολου με μπέϊμπυ ντόλ και σοσόνια που προσπαθούσε να αποδείξει γι άλλη μια φορά το ήθος και την ευγένεια που άρμοζαν στην  ανατροφή του και που δεν ήταν άλλο από την φίλη μου.
Ο διάλογος που ακολούθησε με το άνοιγμα της πόρτας  έκανε πολλές φορές κατά την διάρκεια της περιγραφής της Λίντας να μου σταθεί η μπουκιά στο λαιμό απ τα γέλια και ν ανησυχήσω τους γύρω μου στο ταβερνείο που τα πίναμε.
Η Μίτση δεν μπήκε απλώς στο σπίτι. Εισέβαλε φουριόζα σπρώχνοντας την Λίντα στο χώλ ,χωρίς καν να συστηθεί, κι αφού περιεργάστηκε τον χώρο του σαλονιού απ το ταβάνι μέχρι το πάτωμα αναφώνησε.
«Τι; Αυτό είναι το σπίτι του γιατρού;!… πίττα στην παλιατζαρία σ έχει κυρά μου!»
Η Λίντα ψέλλιζε κάτι μες τη σαστιμάρα της του στυλ … «ποια είστε κυρία μου;» ένοιωθε ήδη έτοιμη να πάει στην τουαλέτα και να κλειστεί εκεί μέχρι να πεθάνει, όταν ήρθε το δεύτερο κύμα παρατηρήσεων απ την δίμετρη με τα δερμάτινα.
«…και τι δηλαδή; ούτε μια ανακαίνιση δεν έκανε ο γιατρός εδώ μέσα τόσα χρόνια; στο λίγο πιο μοντέρνο ,στο χρωματιστό βρε παιδί μου…αυτά πάλιωσαν εδώ και δυό δεκαετίες…και ποιά είν τα ραμολί στις φωτογραφίες;»
Η Λίντα καταλάβαινε πιά ,ότι δεν θα γλύτωναν ούτε  τα δια χειρός Βαράγκη, ούτε τα Λιμόζ ,ούτε οι παππούδες της, αφού το θηλυκό που είχε μπει στο σπίτι  είχε βάλει σκοπό να τους ξεπαστρέψει κι αυτούς και γενεές δεκατέσσερις.
 Έκατσε όσο μπορούσε πιο ήρεμα κι έδειξε στην Μίτση μια πολυθρόνα μπάς και παλουκωθεί και μιλήσουν  πολιτισμένα. Έτρεμε σαν το φύλλο από μέσα της έκανε όλες τις ασκήσεις αναπνοής που είχε μάθει στο Άσραμ ,σκέφτηκε ότι  καίει κάρμα και τα συναφή και είπε σιγανά:
 «Είστε η Δήμητρα;»
Τι ήταν να το ξεστομίσει!
Η δίμετρη ξανασηκώθηκε εν εξάλλω καταστάσει διαρρηγνύοντας τα δερμάτινά της.
«Ποια Δήμητρα κυρά μου; Η Δήμητρα πέθανε, δεν υπάρχει. Η Μίτση είμαι -σ αρέσει δε σ αρέσει»
Η Λίντα λούφαξε στη θέση της. Μούντζωσε νοερώς την γερμανίδα νταντά της που της δίδασκε αυτοπειθαρχία από τόση δα ,αναρωτήθηκε γιατί δεν σηκωνόταν επάνω να την πιάσει από την μαλούρα και να την διώξει κλωτσηδόν από το σπίτι της, ένοιωσε δυό σιδερένιες αλυσίδες  δεμένες στους αστραγάλους της και ξαναρώτησε χαμηλόφωνα.
«Θέλετε να πιείτε κάτι;»
«Βάλε μου ένα Σκάτσ» είπε η Μίτση που μέχρι να της το σερβίρει η Λίντα άρχισε να περιεργάζεται εκ νέου τα ταβάνια.
Το ρεβόλβερ πήρε πάλι φωτιά.
«Μα είναι δυνατόν να σ έχει ο γιατρός με τις κρυσταλλερίες στο νταβάνι;»
Η Λίντα διατήρησε για άλλη μια φορά την ψυχραιμία της και προσπάθησε να της εξηγήσει σχεδόν απολογούμενη ότι όλα αυτά τα χρόνια προείχαν η καριέρα του Μάχου και οι σπουδές των παιδιών κι ότι απαιτήθηκαν μεγάλες θυσίες για να γίνει το καλύτερο δυνατόν.
Κι εκεί η Μίτση τα πήρε oλωσδιόλου.
«Α! για άκου να σου πω …κάτι τέτοιες σαν εσένα  χαλάνε την πιάτσα κατάλαβες; Πέφτετε στη μουγγαμάρα ,όλο ναί και ναί ,τους καλομαθαίνετε και μετά μας βγάζουν το λάδι τις υπόλοιπες»
 «Αλλά δεν θα του περάσει ,εγώ δεν μασάω από τέτοια. Εγώ δεν είμαι κοριτσάκι του παρθεναγωγείου να μου κάνει την ζωή πατίνι και στα εβδομήντα του να ξεμυαλιστεί και να μ αφήσει στον άσσο»
Η Λίντα δεν πίστευε στ αυτιά της .Ζούσε  έναν εφιάλτη που δεν είχε τέλος. Είχαν αρχίσει να τρέμουν τα χέρια της, τα μάτια της ήταν έτοιμα να βουρκώσουν αλλά κρατήθηκε στο ύψος της για άλλη μια φορά υπομονετικά.
«Μπορείτε να μου πείτε τι θέλετε εδώ σήμερα; Τι θέλετε από μένα επιτέλους;» ρώτησε.
Η Μίτση χαμογέλασε με τριανταδύο κάτασπρα δόντια και φρύδια που ανασηκώθηκαν μέχρι τους κροτάφους ,την κοίταξε ίσια στα μάτια και έφτυσε την αγανάκτηση  της παρανομίας του δεσμού της με τον Μάχο κατ ευθείαν στα μούτρα της λέγοντας…
«Την τζίφρα σου θέλουμε κυρά μου τι να θέλουμε; Τον Πάπα της Ρώμης; Και φυσικά με το αζημίωτο»
Αυτό ήταν.
Η κατάσταση είχε εκτροχιαστεί πιά, έξω από κάθε λογική.
 Μ αυτή τη φράση η Μίτση έκοψε το νήμα της ψυχραιμίας της Λίντας, διέλυσε τους δισταγμούς και την υπομονή της , την έστειλε κυριολεκτικά στο πύρ το εξώτερον.Η φίλη μου ένοιωσε έναν κόκκινο διάολο να μπαίνει μέσα στο μυαλό της ,άναψε, κόρωσε και  επέτρεψε στην συγκρατημένη της φύση να αναλυθεί  σε γέλια με λυγμούς  μέχρι δακρύων.
Της εξήγησε διακόπτοντας τις λέξεις της από κύματα ακράτητου γέλιου ,ότι ο γιατρός είχε ξοδέψει και την τελευταία τους δραχμή για πάρτη της κι ότι όσα είχαν απομείνει ήταν η προσωπική της περιουσία που προοριζόταν για τα παιδιά τους…
Τώρα ήταν η σειρά της άλλης να  κοιτά αποσβολωμένη. Αυτό το υστερικό γέλιο που έβγαινε κατευθείαν από τα σωθικά της Λίντας είχε δύναμη. Δεν ήταν παίξε γέλασε.
Σηκώθηκε έντρομη ψιθύρισε κάτι σαν «αι σιχτιρ» κι έφυγε τρέχοντας, κτυπώντας πίσω της την πόρτα. Η Λίντα άκουσε τις γόβες της να  να κατεβαίνουν κουτρουβαλιστά απ τις σκάλες και συνέχισε να γελά μέχρι που πιάστηκαν τα συκώτια της.
Νόμιζα ότι έτσι κάπως διαδραματίστηκαν τα πράγματα κι ότι εκεί έλαβε τέλος και η διήγηση της Λίντας.
 Έκανα όμως λάθος. Σ αυτή την ιστορία ήμουν κι έγω κάπου μπερδεμένη.Και μάλλον μου ανήκε ένα κομμάτι της που δεν τόχα λάβει ακόμη.
Η Λίντα σήκωσε το ποτήρι της τσούγκρισε το δικό μου ,έμπλεξε το δάχτυλό της σε μια τούφα απ τα μαλλιά της το στριφογύρισε αμήχανα  και με κοίταξε περίεργα.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι βρε φιλενάδα»
Και βέβαια δεν μπορούσε να μου περάσει απ το μυαλό ,μετά απ όλη αυτή την κατάσταση που είχε ζήσει,ότι η ερώτησή της θα είχε σχέση με το αλάτι.
-Ρώτα βρε Λίντα ο,τι θές της είπα, προσπαθώντας να βοηθήσω, επειδή την είδα να το σκέφτεται πολύ το θέμα και να διστάζει.
Και ω! του θαύματος! Η ερώτησή της έπεσε πάνω στο τραπέζι σαν μενίρ εξ ουρανού. Μαζί της παρέσυρε μια μπουκάλα νερό, τα ποτηράκια του τσίπουρου, τις ψητές μας πιπεριές, τα κολοκυθάκια ,ένα πιάτο τζατζίκι και την αφεντιά μου που στην προσπάθειά μου να μην πνιγώ τα παρέσυρα όλα και τα σαβούρντησα κάτω.Είχα πέσει στα πατώματα!
Λάτρευα αυτές τις ερωτήσεις της πάντα. Χτυπιόμουν απ τα γέλια γιατί το ύφος της ήταν ανεπανάληπτο και το περιεχόμενό τους με κούφαινε. Μ έφερνε σε τρομερό αδιέξοδο γιατί δεν ήξερα αν έπρεπε να την φιλήσω η να την μπατσίσω. Ηταν μια ενήλικη γυναίκα με δυό παιδιά  γομάρια κι έναν άντρα σωστό βελζεβούλ κι όμως…παρέμενε πεισματικά το Λιντάκι.
Το Λιντάκι που κάθε καλοκαίρι αν δεν αγόραζε λιλά σαγιονάρες με φιογκάκια και πεταλουδίτσες αρνιόταν να πάει διακοπές.
Το Λιντάκι που έκοβε την καραμέλα στα δύο για να γλυκαθεί αλλά να μην παχύνει.
Που προσπαθούσε δεκατέσσερα χρόνια να ανοίξει τα ριμάδια τα τσάκρας  και ν ανακουφιστεί από το διπλομαντάλωμα πούχε φάει από την φράου Μέρκελ των παιδικών της χρόνων.
Η Λίντα λοιπόν με ρώτησε.
Με ρώτησε αν ήξερα κάτι πιο αλατισμένο απ το αυγοτάραχο.
Αν υπήρχε κάτι πιο αλμυρό απ τις παστές σαρδέλες Καλλονής.
Αν γνώριζα κάτι τι πέρα από το τουρσί και τον ταραμά.
Απαντούσα και περίμενα υπομονετικά να δω που ήθελε να καταλήξει.
Είχα αρχίσει όμως ν αγριεύω γιατί ακολούθησαν κι όλα τα επιτραπέζια, τυροκομικά αλάτια, ψιλά ,χοντρά, μέτρια και η Λίντα δεν έλεγε να έφτανε στην ουσιαστική ερώτηση.
«Πές βρε χρυσό μου τι θέλεις και μη με παιδεύεις άλλο» της είπα
«Ξέρεις…η λεγάμενη…»
Την είδα να μπαίνει επιτέλους στο θέμα κι ανακουφίστηκα.
«Αυτή η εξω κι από δω…»
Αρχιζε πάλι την δυσλεξία και την στριμάρα…δίσταζε, κατάπινε, χαζογελούσε.
«Ρε φιλενάδα ντρέπομαι να στο πώ…αλλά δεν κατάλαβα κάτι που μου είπε αυτή»
Είχα αρχίσει να ωρύομαι πιά. Είχα γίνει έξαλλη μ αυτή την φοβερή της νοοτροπία να πηγαίνει στη Χαλκιδική μέσω Πλαταμώνα ,ξύνοντας το δεξί αυτί της με το αριστερό χέρι και δεν άντεχα άλλο.
 «Πές το επιτέλους γιατί αν δεν σ έπνιξε αυτή θα σε πνίξω εγώ βρε ζωντόβολο,μας έχει πάρει χαμπάρι όλη η ταβέρνα!»
Η ομήγυρη απ τα κοντινά τραπέζια φώναζε «πές το πές το».
 Και η Λίντα το είπε. Έστρεψε το σώμα της δειλά προς τα γύρω τραπέζια, καταλαβαίνοντας δε ότι όλοι είχαν ακούσει την ιστορία κι όλοι είχαν καταλάβει περι τίνος επρόκειτο δεν δίστασε να τους κάνει κοινωνούς της απορίας της .Ξέχασε τους εγκλωβισμούς και τα στεγανά της που επέβαλαν το περίφημο «τα εν οίκω μη εν δήμω» και το είπε:
«Με ρώτησε βρε παιδιά αν έχει ο γιατρός αλατισμένα. Ξέρετε εσείς τι είδους αλατισμένα μπορεί νάχει ένας γιατρός ;»
Είχε τέτοιο ύφος ,που καταλάβαμε πως όσους συνειρμούς κι αν επιχείρησε ,κανένας δεν μπόρεσε να  την οδηγήσει στη μεταφορική  έννοια των αλατισμένων που ξεστόμισε η δίμετρη.
Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αλατισμένα δεν είναι μόνο όσα έχουν αλάτι και τρώγονται αλλά και τα λεφτά που μπαίνουν στην άκρη κι αποταμιεύονται. Οτι αλατισμένα λέγονται κι όσα υπάρχουν σ έναν κουμπαρά η σ ένα βιβλιάριο καταθέσεων στην τράπεζα.
Της το εξηγήσαμε και η Λίντα μας κοίταζε με το γνωστό της ύφος που το ακολουθούσαν ως συνήθως  και γνωστά επιφωνήματα, λες και της λύναμε το αιώνιο πρόβλημα της ανθρωπότητας περί της αθανασίας της ψυχής και της αφθαρσίας του πνεύματος.
Έτσι, θές απ την πολλή γιόγκα, θές απ το πολύ ζόρι,θές απ το γέλιο και την χαλάρωση ,ισως και τα τσίπουρα, εκείνο το βράδυ η Λίντα άνοιξε επιτέλους ένα απ τα  κλειδομανταλωμένα τσάκρας της.









Τα Αλατισμένα είναι αναδημοσίευση απο το HOMEFOOD .



Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις