Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

 εξομολογήσεις
Η σχέση μου με τον κόσμο υπήρξε απ τα μηδέν χρόνια μου συνυφασμένη με τα στοιχειά της φύσης και  τον προφορικό λόγο. Στο σπίτι που γεννήθηκα περίσσευαν τα αγγίγματα, τα λόγια, τα τραγούδια  και  τα παραμύθια. Οι μυρωδιές, οι αφές ,οι εικόνες και τα χρώματα ήρθαν μετά.. Απ όσο πίσω μπορώ να πάω πίσω ,ακούω πρώτα μουρμουρητά, επιφωνήματα, γέλια και μετά θυμάμαι  τις αφές. Το γάλα και η ζάχαρη είναι τρίτα στη σειρά. Η βρεφική μου πείνα χόρταινε πρώτα με τα τραγούδια και τα λογάκια μέχρι να ζεσταθεί το γάλα στην γκαζιέρα. Τα πρωινά στη Θεσσαλονίκη συνεχίζουν ακόμη και σήμερα νάναι τον χειμώνα πολύ κρύα. Γεμάτα υγρασία που περονιάζει. Το παλιό τούρκικο σπίτι που γεννήθηκα και μεγάλωσα είχε μόνο μια σόμπα στο κεντρικό μεγάλο σαλόνι που αργούσε να ζεστάνει τον χώρο.Η μάνα μου με κουβαλούσε  στην αγκαλιά της γιαγιάς μες  τα χαράματα, μ έβαζε στον κόρφο της για να με κρατήσει ζεστή και πήγαινε στην παγωμένη κουζίνα να ετοιμάσει το μπιμπερό τρέμοντας απ το κρύο. Κι η γιαγιά με σιγοτραγουδούσε για να παρηγορήσει το κλάμα μου.Η μυρωδιά του κόρφου της ,η σχισμή του στήθους της κι ο κραδασμός της καρδιάς της απ το νανούρισμα είναι η πιο πρώτη ,η πιο μακρινή αχνή μου ανάμνηση από άνθρωπο ,ήχο και σπίτι. Στα εξήντα δύο μου τίποτε άλλο δεν κατόρθωσε να με καθησυχάσει περισσότερο απ αυτό. Από τότε που την έχασα ,τις στιγμές  της όποιας πίκρας η αγωνίας μου, θέλω πάντα κάτι ζεστό να με κουκουλώνει και το εσωτερικό μου μαγνητόφωνο επαναλαμβάνει εκείνο τον ήχο. Την ίδια δόνηση. Σαν ένα να μικρό μουσικό κουτί στη μέση απ το στήθος που το κουρδίζω ξανά και ξανά, όποτε  ο βίος γίνεται αβάσταχτος κι αφιλόξενος. Μετά όλα μαλακώνουν. Μπορεί να μην εξαφανίζονται, αλλά οι φλέβες μου ζεσταίνονται ,η καρδιά μου αποκτά τσόφλι και κρατάει μέσα της τον κρόκο και το  ασπράδι σε θερμοκρασίες που αντιστέκονται τον θάνατο. Αυτός είναι ο κώδικας ,το δικό μου ΩΜ ,η πυξίδα μου ανάμεσα στ άστρα και στους ανθρώπους.
Μέχρι το νηπιαγωγείο δεν υπάρχουν μέσα μου εικόνες από βιβλία ,τετράδια, μολύβια η ανθρώπους που να ασχολούνται μ αυτά. Η επαφή μου με τον κόσμο που γράφει και διαβάζει ήταν πάντα δύσκολη. Ηθελα διερμηνείς και συμμάχους, χέρι βοήθειας για να καταλάβω τα τι και τα πως .Γι αυτό λάτρευα τους δασκάλους που με οδηγούσαν σ αυτό το δρόμο. Τους θαύμαζα. Τους εμπιστευόμουν. Αργότερα τους ερωτευόμουν. Δεν είχε σημασία αν ηταν άντρες η γυναίκες. Αν ήταν εκπαιδευτικοί με βούλα και σφραγίδα. Για μένα ήταν το άπιαστο φως για να αποκτήσει η ζωή μου επαφή με τον κόσμο και να ξεδιπλώσει τα φτερά του ο βρεμένος νεοσσός που χουχούλιαζε στον κόρφο της η γιαγιά τις κρύες μέρες του Απρίλη του 1955.
Δύσκολος ο συνδυασμός.
 Αυτό το αλισβερίσι είναι μια μάχη σώμα με σώμα. Δεν είναι παίξε γέλασε. Ο δάσκαλος όποιος κι αν είναι θα σε ματώσει. Κι εσύ απ την άλλη όποιος κι αν είσαι θα χρειαστεί να γευτείς την καμένη σάρκα σου για να αποκτήσεις νέο δέρμα ,λείο αλλά σκληρό. Και θα χρειαστεί να το πάρεις απόφαση μια για πάντα πως σ αυτό το δρόμο παύεις νάσαι το αυγό του φιδιού.
Είσαι  πια  το φίδι.


Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις