Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019



Η Θεσσαλονίκη και τα μπλόκια.
Οι πιο παλιές μου μνήμες απ τα καλοκαιρινά μπάνια είναι εδώ στην πόλη της Θεσσαλονίκης.
Οι Θεσσαλονικείς τα καλοκαίρια κατεβαίναμε στην παραλία παρέα με τους γείτονες φορώντας τα μαγιό από το σπίτι ,με μια πετσέτα σε κάποια τσάντα, ίσως και λίγο ψωμοτύρι για τα παιδιά.
Από το σπίτι μου περπατούσαμε μια δυο στάσεις, με τα πόδια φυσικά, μέχρι τον Ιστιοπλοϊκό στη Σαλαμίνα ,πριν μεταφερθεί η ιχθυόσκαλα προς την πλευρά του λιμανιού και δροσιζόμασταν στα νερά του Θερμαϊκού.
Το νερό ήταν καθαρό .
Έβλεπα στο βυθό καβουράκια ,κοχύλια ,βότσαλα.
Τίποτε δεν μύριζε άσχημα τότε.
Ούτε τα φύκια ούτε η θάλασσα.
Πολύ συχνά κάποιοι με σηκωμένα παντελόνια , ξυπόλυτοι πουλούσαν καβούρια και μύδια που τα τιμούσαμε δεόντως στο μεσημεριανό μας τραπέζι.
Οδός Ανθέων δεν υπήρχε.
Τα μπαζώματα άρχισαν μετά.
Γέμισε η παραλία με τεράστια μπλόκια, μια άθλια κατάσταση, ωστόσο τα πρώτα μου ερωτικά ραντεβού ως έφηβη εκεί τα θυμάμαι .
Ανάμεσά τους στριμωγμένη συνήθως ,σούρουπο συνήθως ,ολιγόλεπτα συνήθως ,με σχετική μουγγαμάρα συνήθως.
Κάτι ατελείωτα φιλιά με γεύση μέντας ούτε καν τσιγάρου, υγραίνουν ακόμη τον ουρανίσκο και τα μάτια μου.
Έπεφτε η τιράντα μου ,πάντα έπεφτε απο την μία πλευρά απο κάτι φορεματάκια που μου έραβε η μάνα μου και ένοιωθα το βλέμμα του καρφωμένο στον γυμνό ώμο μου.
Ούτε καν τολμούσε ν απλώσει χέρι να την σηκώσει.
Η Παπαρούνα με κάτι μικρές ταβέρνες ήταν κι αυτή κοντά.
Εκεί μπήκα για πρώτη φορά σε ξύλινη βάρκα με κουπιά.
Δέκα άτομα,η θάλασσα λάδι, οκτάχρονη πρέπει να ήμουν.
Ανοίχτηκαν στα βαθιά.
Ο θείος μου ήταν τότε στα εικοσιπέντε και η θεία μου στα εικοσιοκτώ.
Η παρέα είχε κορίτσια και αγόρια που φλέρταραν μεταξύ τους .
Ημουν το μικρό της παρέας.
Και εκεί κάπου στα βαθιά έπεσαν όλοι στο νερό.
Πρώτη φορά δίστασα στη θάλασσα.
Ηξερα να κολυμπάω από τα τέσσερά μου χρόνια αλλά δεν πήγαινα ποτέ πέρα από κει που πατούσα.
Η θεία μου με παρότρυνε.
Πέσε και θα σε πιάσω εγώ μου λεγε.
Βούτηξα.
Θυμάμαι την αίσθηση.
Αυτή που βουλιάζεις κι από κάτω είναι το κενό.
Φόβος στην αρχή.
Βγήκα στην επιφάνεια όμως και την είδα δίπλα μου.
Μη φοβάσαι,κολύμπα εδώ είμαι μου είπε πιάνοντάς με απ τη μέση.
Είναι φορές που με κουράζει τώρα.
Δεν καταλαβαίνει πολύ καλά τι της λέω και αναγκάζομαι να επαναλαμβάνω.
Σχεδόν δεν βλέπει πια .
Εκείνο το όμορφο κορμί με το θαλασσί μαγιό έγειρε,τσάκισε.
Κινείται με το ζόρι.
Η παραλία μπαζώθηκε ,άλλαξε μορφές εκατό φορές.
Της άλλαξαν τα φώτα.
Την μεταμόρφωσαν ,την ανάπλασαν λένε.
Σπάνια πια, κατηφορίζω και περπατάω μέχρι το Μέγαρο Μουσικής .
Κοιτάω την Παπαρούνα απέναντι και τις πολυκατοικίες που την ζώσανε απο παντού.
Πάνω στις γυμνές τσιμεντένιες πλευρές τους οι δικές μου προβολές σχεδιάζουν γκράφιτι μιας πόλης που ονειρεύτηκα κάποτε.
Είναι ο δικός μου τρόπος να κρατηθώ στη επιφάνεια και να μη βουλιάξω.


Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

Ετσι αγάπησα τα βιβλία.
Ο κύριος Γιώργος ετών 38 μετετέθη σε δημοτικό της Θεσσαλονίκης με τον βαθμό του διευθυντού εγκαταλείποντας για πάντα την επαρχία.
Ηταν ολομόναχος στη ζωή,διέθετε νοικοκυρεμένο μυαλό ,διάβαζε πολύ,φρόντιζε τους μαθητές του με ζήλο ,ήταν ήπιος και γλυκύτατος,είχε χέρια κάτασπρα και μαλακά σα βελούδο και γυαλιστερό κεφάλι με ελάχιστα μαλλιά κάτω κάτω προς το σβέρκο του.
Ενα κομπόδεμα με οικονομίες απο την παραμονή του στην επαρχία και τα παραμεθόρια χωριά όπου υπηρέτησε αρκετά χρόνια, του ήταν αρκετό για ν αλλάξει την ζωή του. 
Ανύπαντρος ,σε προχωρημένη για την εποχή ηλικία, αποφάσισε άμα τη αφίξει του στη μεγαλούπολη να νυμφευθεί.
Αμεσα.
Δεν ήθελε να τον λένε πιά μπεκιάρη και γεροντοπαλίκαρο,ήθελε καθαροσιδερωμένα πουκάμισα ,μια κούπα με ζεστό γάλα και ψωμί το πρωί και φρέσκο φαγητό το μεσημέρι.
Καθημερινά. 
Πήρε δάνειο και αγόρασε το διαμέρισμα κολλητά στο πατρικό μου.
Η Καλλίστη ήταν το έκτο κορίτσι του μπαρμπα Αλέκου του ψαρά.
Εκπάγλου ομορφιάς ,17 ετών,μ ένα εμπριμέ τσιτάκι όλο κι όλο τον αρραβωνιάστηκε και σε τρεις μήνες τον παντρεύτηκε.
Θά ρθει η νύφη μου είχε πεί η μητέρα μου.
Η νύφη ήρθε κρατώντας ενα μπόγο με κάτι λίγα ρουχαλάκια.
Φορούσε όμως χρυσά όμορφα σκουλαρίκια στα τρυπημένα αυτιά της ,διαμαντένιο δαχτυλίδι και μιά χοντρή βέρα στο κρινοδάχτυλό της όλα δώρα του κυρίου Γιώργου.
Περπατούσε σαν περιστέρα και όταν χαμογελούσε ο ανήλιαγος διάδρομος της πολυκατοικίας έπαιρνε φώς λές απ τον ήλιο και τ άστρα.
Κι ο κύριος Γιώργος το ίδιο.
Επαιρνε φως κι αυτός.
Απ αυτό που ούτε τόξερε μέχρι τότε.
Η ζωή τους μπήκε σε μια ρουτίνα καθημερινότητας.
Το γάλα ήταν ζεστό,είχε και φρέσκο ψωμί μέσα κομμένο σε μεγάλα κομάτια.
Παπάρα το έλεγε ο δάσκαλος.
Με σόμπες πετρελαίου ήμασταν στην πολυκατοικία τότε,το δάνειο έτρεχε ,ο μισθός μετρημένος κι οι καιροί δύσκολοι απαιτούσαν αιματηρές οικονομίες για να βγεί ο μήνας.
Το χειμώνα το κεφάλι του κυρίου Γιώργου κρύωνε και η Καλλίστη βρήκε στη Σπανδωνή ωραιότατη τραγιάσκα χρώματος μπεζ και του το σκέπασε.
Του αγόρασε και μια χοντρή ρόμπα με μπλε κορδόνι και φούντες στις άκρες.
Ο κύριος Γιώργος φορούσε τη ρόμπα του και την τραγιάσκα τις Κυριακές, σηκωνόταν απ το χάραμα ,έπαιρνε το βιβλίο του και τα τετράδια των μαθητών στο τραπέζι της κουζίνας μαζί με την παπάρα του και πανευτυχής δούλευε κατ οίκον ενώ η Καλλίστη κοιμόταν του καλού καιρού χαλαρή και χορτασμένη ,ασφαλής και γκαστρωμένη κάτω απ τις κουβέρτες.
Το πρώτο παιδί τους ήταν ένα πανέμορφο και πανέξυπνο θηλυκό .
Το δεύτερο ένα κακάσχημο αλαφροϊσκιωτο αρσενικό.
Ο κύριος Γιώργος όποτε με συναντούσε στις σκάλες μου χάιδευε απαλά το κεφάλι, με ρωτούσε πως πάω με τα μαθήματα ,αν έχω δυσκολίες στην αριθμητική και τη γλώσσα,ποιόν δάσκαλο είχα.
Του απαντούσα χαμηλόφωνα και ντροπαλά με σκυμμένο κεφάλι και μισοσηκωμένο βλέμμα. 
Τον σεβόμουν και τον αγαπούσα χωρίς να ξέρω γιατί αλλά αισθανόμουν πολύ καλά όταν με πλησίαζε.
Οι συναντήσεις μας τελείωναν πάντα με δυό λέξεις απο μέρους του.
«Να διαβάζεις παιδί μου, να διαβάζεις πολύ»
Στην πολυκατοικία οι γονείς μου είχαν φιλικές σχέσεις μ όλους τους παλιούς γείτονες που είχαν αγοράσει κι αυτοί διαμερίσματα.
Τα γλέντια συνεχίζονταν όπως παλιά.
Εβαζαν όλοι μαζί το φαγητό τους και συχνά πυκνά κυρίως τις Κυριακές, έτρωγαν κι έπιναν ακούγοντας λαϊκά τραγούδια απο τα ραδιόφωνα.
Στο τέλος χόρευαν κιόλας.
Η Καλλίστη ερχόταν πάντα στα γλέντια.Ο κύριος Γιώργος ποτέ.
Εκείνη έπινε ρετσίνα.Εκείνος ποτέ. 
Εκείνη έτρωγε τηγανιτά και πικάντικα φαγητά.Εκείνος ποτέ.
Εκείνη χόρευε τσιφτετέλι.Εκείνος ποτέ.
Διαβάζει μας έλεγε .
Εχει να διορθώσει τετράδια.
Εχει να γράψει την ομιλία του.
Κοιμάται νωρίς .
Ξυπνάει τα χαράματα.
Ολο κάτι είχε να κάνει ο κύριος Γιώργος .
Μαζί οι δυό τους ποτέ.
Μια μέρα η Καλλίστη έκλαψε κρατώντας το χέρι της μάνας μου και της είπε πως έναν άντρα σαν τον πατέρα μου έπρεπε να είχε παντρευτεί.
Η μάνα μου ήταν καλή και σοφή γυναίκα.
Οι αντένες της ήταν εξασκημένες και αντιλαμβανόταν πολλά χωρίς να μιλάει πολύ.
Την συμβούλεψε με τρόπο,με γλυκά λόγια και κοιτώντας την κατάματα την κατέβασε απ το σύννεφο λίγο απότομα στο τέλος της κουβέντας τους.
Ηξερε τι έκανε.
Η Καλλίστη απο τότε δεν ξαναμίλησε για τα ταιριαστά και τα αταίριαστα της ζωής της.
Ερχόταν όμως και της μάθαινε κέντημα ,πλέξιμο ,καρίκωμα και πως να φτιάχνει γλυκά και μαρμελάδες για τα παιδιά της.
Και δεν ξαναήρθε σε γλέντι μόνη της.
Το καλοκαίρι του 1963 ο κύριος Γιώργος χτύπησε το κουδούνι μας.
Την προηγούμενη μέρα είχα πάρει το ενδεικτικό της δευτέρας δημοτικού.
Τον είδα να χαμογελάει με μιά πάνινη τσάντα στα χέρια του γεμάτη με βιβλία.
Η μητέρα μου του έφτιαξε χαμομήλι γιατι δεν έπινε καφέ και τον άκουσε προσεκτικά.
Παράμερα κι εγω παρακολουθούσα την συζήτηση.
Ακουγα τα λόγια του που είναι ακόμη στ αυτιά μου.
Εξήγησε τον λόγο της επίσκεψής του,της μίλησε για την σημασία που είχε να διαβάζω και όλο το καλοκαίρι με μέτρο φυσικά ,το τόνισε αυτό και χωρίς να στερούμαι το παιγνίδι.
Η μάνα μου ήταν πολύ δεκτικός άνθρωπος.
Δεν υπήρχε περίπτωση να αισθανθεί το καλό και να μην το ασπαστεί ,να μην το ενστερνιστεί.
Ο κύριος Γιώργος μου άφησε φεύγοντας πέντε η έξι βιβλία.
Δεν τα θυμάμαι όλα, όμως μέσα σ αυτά ήταν «Η καλύβα του μπαρμπα Θωμά»,
«Χωρίς οικογένεια», «Οικογένεια Ροβινσώνων», «Τα τέκνα του πλοιάρχου Γκράντ», «Ροβινσών Κρούσος», «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ».
Του τα επέστρεψα στο τέλος του καλοκαιριού με την αρχή της νέας σχολικής χρονιάς.
Τα ήξερα απ έξω.
Θεία η επανάληψη.
Ευχαριστήθηκε το μέσα μου εκείνο το καλοκαίρι.
Απο τότε ο κύριος Γιώργος μου έφερνε κάθε Ιούνιο τα βιβλία του καλοκαιριού σ όλο το δημοτικό σχολείο.
Κι όσο περνούσαν οι χρονιές όλο και περισσότερο συζητούσαμε γι αυτά που διάβαζα όλο το καλοκαίρι.
Πέθανε στα 60 του.
Εκλαψα εκείνη τη μέρα που είδα το καπάκι του φέρετρου και το κηδειόχαρτο στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Του ανάβω κεράκι απο τότε νοερά.
Κάθε φορά που ανοίγει ο ορίζοντας της ανάγνωσης νοιώθω την παρουσία του.
Κάθε που διαβάζω βιβλίο τον θυμάμαι.


Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Απόλλωνας και Παναγιά.
Εμείς ρίχναμε άφοβα τα σώματά μας στις αμμούδες με το χέρι κάτω απ το σβέρκο και κοιμόμασταν κάτω απ τ άστρα.
Ούτε ψάθα ,ούτε πετσέτα,ούτε υπνόσακος.
Ζαλισμένους απο εικοσιτετράωρα ταξίδια με εκατό στάσεις σ όλα τα λιμάνια μας έπαιρναν οι βάρκες να μας βγάλουν στη στεριά..
Ταξιδεύαμε στο κατάστρωμα κι εκεί κατάχαμα ο ύπνος μας.
Μήτε κάθισμα, μήτε κουκέτα και τα χρήματα ίσα ίσα.
Δανειζόμασταν ο ένας απ τον άλλο μη και φύγει ο φίλος που ξέμενε γιατί τον θέλαμε εκεί μαζί μας.
Λέγαμε που θα πάμε και οι πέντε γινόμασταν δεκαπέντε.
Χωρίς κινητά κι ακίνητα.
Με σήματα αόρατα συμφωνούσαμε ,με σήματα αόρατα βρισκόμασταν.
Δεν ρωτούσαμε τα τριβάγκο ,δεν ξέραμε αν θα βρούμε να φάμε καν.
.Θέλαμε μόνο.
Πολύ.
Πάρα πολύ.
Να ταξιδέψουμε στα ορφανά της Ελλάδας νησάκια λες και οσμιζόμασταν τους αναδόχους και τις υιοθεσίες που έρχονταν απ το μέλλον.
Έβγαιναν οι αέρηδες των Κυκλάδων και γέμιζαν τ αυτιά,τα μαλλιά τις κοιλότητες όλου του κορμιού άμμο.
Σκεπαζόμασταν μέχρι το στόμα με καμιά μαντήλα κι αυτό ήταν όλο.
Τα περπατούσαμε απ άκρη σ άκρη .
Δύσβατη ξεδύσβατη η ακρογιαλιά εμείς την κατεβαίναμε μαζί με τ αγριοκάτσικα και τα γλαροπούλια.
Με σκισμένες ελβιέλες απ το καιρό κι όχι απ το ψαλίδι.
Αλμύρα,αλάτι παντού.
Μέρες χωρίς γλυκό νερό.
Πλενόμασταν με θάλασσα κι όταν βρίσκαμε πηγή γινόταν χαμός.
Και τ αγόρια μας έδιναν προτεραιότητα.
Μαλλιά ριγμένα προς τα κάτω θυμάμαι ,δρόμοι ηλιοκαμμένοι οι πλάτες μας ,γυάλιζαν οι γοφοί μας από υγεία και τα μάτια μας απο χαρά.
Λιγωμένοι απ τα γέλια χωρίς τσιγαριλίκια και κολοκύθια τούμπανα,έβγαζαν φωτιά τα κεφάλια μας απ την κορυφή τους,ερωτευμένα παιδόπουλα ήμασταν με ανοιχτά τα κανάλια μας στο φως του Αιγαίου πως να γινόταν κι αλλιώς ;
πλάκες ολημερίς μεταξύ μας ,πειράγματα,κουβέντες μέχρι το χάραμα στην αμμουδιά με τα πόδια μες το νερό όλη νύχτα και δέκα φεγγάρια ασημένια μπροστά μας να κολυμπούν στο πλάτωμα της θάλασσας.
Ναι έτσι.
Χωρίς ίχνος ρομαντισμού η εξωραϊσμού τα θυμάμαι όλα.
Με λεπτομέρειες.
Ετσι ήταν.
Τώρα δεν ξέρω πως είναι.
Και τώρα κάπως θα είναι.
Αλλά αλλιώτικα.
Ούτε πόσο αλλιώτικα είναι ξέρω κι ούτε με νοιάζει.
Μου αρκεί που ανέβηκα τότε στον μονόλιθο στην Παναγιά την Καλαμιώτισσα.
Που εκεί δίπλα στη στέρνα της με το μαζεμένο βρόχινο νερό και το κουβαδάκι ,έπλυνα το γυμνό κορμί μου να φύγει η κάψα του απ τον ήλιο και τον έρωτα.
Εβλεπε κι ο Αναφαίος Αιγλήτης Απόλλωνας ,έβλεπε κι η Παναγιά.
Κι εγώ μαζί τους τον εαυτό μου όπως με γέννησε η μάνα μου.
Οπως δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.


Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

Δεν με λένε Πηνελόπη.
To άρχισα στις 21 Μαίου του 2013.
Για συγκεκριμένο λόγο.
Για τρία χρόνια δεν το άγγιζα.
Τόχα εκεί κάπου να το βλέπω.
Ηταν μοναχό,ατελείωτο μα καθόλου παρατημένο.
Το ύφαινα με το μυαλό μου.
Το κοιτούσα υπο γωνίαν ποτέ κατάφατσα.
Μου απαντούσε το μαύρο και δάκρυζα.
Μ έγνεφε το κόκκινο και θύμωνα.
Με γήτευε το γαλάζιο του και υπομόνευα.
Αλλες φορές πάλι το κόκκινο έβαφε τα χέρια μου όπως τα βάφουν οι Ινδιάνες όταν παντρεύονται.
Το μαύρο έγραφε γράμματα,επιστολές ανεπίδοτες,υποσχέσεις,πένθιμα κείμενα προς τον εαυτό μου ,ιχνηλατούσε τα σκοτάδια μου.
Το γαλανό πάντα χαμογελούσε.
Ήλπιζε.
Μερικές φορές χαζοχαρούμενα ,αλλά το συγχωρούσα.
Οπου απόχρωση, νέα σύνδεση.
Οπου άλλο σχήμα , μετουσίωση.
Οπου χαλαρή βελονιά , ανακούφιση.
Οπου κόμπος ,πισωγύρισμα.
Σήμερα το τελείωσα.
Κάθε στημόνι έγινε δρόμος μου.
Κάθε περασιά , μουσική μου.
Κάθε υφάδι η αμφιβολία μου για το επόμενο βήμα.
Κάθε στροφή της κλωστής κουβαλάει μνήμες μηνών ,αποφάσεις,εντυπώσεις,συναισθήματα.
Ενα τόσο δα κομμάτι υφαντό κι όμως κρατάει πέντε χρόνια βιωμένα κομμάτια μου.
Ολο μαζί, τα ερωτηματικά μου και τις απαντήσεις τους.
Ηταν η αρχή και το τέλος.
Ετσι πίστευα όταν το άρχισα.
Ομως τελικά ,όλα έχουν μόνο γέννεση,σύνδεση και σύνθεση.
Ετσι πιστεύω τώρα που το ολοκλήρωσα.
Μάϊος 2013-Ιούλιος 2018


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

Διαχρονικά

Σήμερα θυμήθηκα τι μούλεγε η γιαγιά μου η Κωνσταντινουπολίτισσα όταν ήθελε να φτιάξει γεμιστά.
Ελεγε:
''Σύρε μπρε κορίτσι μ στο μπαξέ και τσάκωσε λίγα ντολμαλίκια πιπέρια και κανα δυό κέρατα"
Κι εγώ ήξερα απο ποιά να κόψω και τι φαγητό θα φάμε.
Τεσσάρων ήμουν δεν ήμουν.

Για τα πρώτα ακόμη δεν έμαθα τίποτε παραπάνω.
Ούτε το google τα έχει.
Για τα δεύτερα έμαθα.
Πολλά.
Οχι απ το google απ αλλού.

Καλό καλοκαίρι σε όλους, μα όλους, εκεί έξω κι ακόμη παραέξω.


Τρίτη, 28 Μαΐου 2019

Ζεστή μπαγκέτα
Τον είδα στη γωνία να βγαίνει αργά αργά και το χρώμα του δε μ άρεσε καθόλου.
Έπιασα το μπράτσο του ελαφρά και τον κοίταξα ερωτηματικά κάνοντας εκείνη την κίνηση με το κεφάλι που κάνουμε όταν οσμιζόμαστε κάτι κακό .
Κατέβασε τα μάτια κοιτώντας στα βρώμικα πλακάκια μπροστά μας και ψιθύρισε.
«Καρδιά Νατάσα,η καρδιά μου κλάταρε έκανα εγχείριση»
Έσφιξα λίγο ακόμη το μπράτσο του και οι σκηνές ξετυλίχτηκαν ζωντανές ,κομματιασμένες, παλιές, κουρέλια της νεανικής ηλικίας.
Ο Τόλης ήταν στα εικοσιδύο κι εγώ στα δεκαεννιά όταν συναντήθηκαν οι δρόμοι μας.
Εγώ με δυό ακουστικά στο κεφάλι καρφωμένη σ ένα γραφείο κι εκείνος οδηγός γαντζωμένος στο τιμόνι,μόνιμα κάθιδρος,συνεχώς αγχωμένος και νυχθημερόν πεινασμένος.
Χτυπούσαμε δεκατετράωρα δουλειάς απ τις επτά το πρωί και δεν παίρναμε χαμπάρι από κόπο και κούραση.
Απλά εκείνος είχε άγχος για όλα.
Γιός ανώτατου δικαστικού ,χωρίς μάνα,αγάπησε την Πόντιακ όπως την έλεγε λόγω της ποντιακής καταγωγής της κι ο πατέρας τον αποκλήρωσε και δεν του ξαναμίλησε γιατί θέλησε να την παντρευτεί.
Του Τόλη η ζωή γέμισε έρωτα και ταυτόχρονα τεράστιο βάρος γιατί ήθελε να παρατήσει τα πάντα ,να δουλέψει και να της αφοσιωθεί.
Θυμάμαι το πουκάμισό του είχε πάντα χειμώνα καλοκαίρι μια τεράστια στάμπα ιδρώτα όταν κατέβαινε απ το αυτοκίνητο.
Η αναπνοή του ήταν γρήγορη ,μπέρδευε τα λόγια του απ τη βιασύνη.
Το αφεντικό μας ήταν Κέρβερος.
Ούρλιαζε με το παραμικρό όταν αργούσαν έστω και λίγο οι παραγγελίες,απειλούσε με απολύσεις ,με μειώσεις μισθών.
Ο Τόλης δούλευε κυριολεκτικά σαν σκυλί.
Δεν τον άκουσα ούτε μια φορά να φωνάζει ούτε μια φορά δεν τον είδα ν αγανακτεί.
Δούλευε σαν τρεις ανθρώπους αγόγγυστα.
Στο διάλειμμα του εικοσάλεπτου που είχαμε έτρωγε καθημερινά μια ολόκληρη καυτή μπαγκέτα σαν τρένο ,μόλις την έβγαζε ο φούρνος, παραγεμισμένη μ όλα τα καλά του κόσμου.
Σαλάμια, κασέρια ,ντομάτες, λουκάνικα ,μορταδέλα,μουστάρδες ο,τι έβρισκε τέλος πάντων στο διπλανό μπακάλικο.
Και δεν την έκοβε ποτέ.
Την έπιανε απ τις δύο γωνίες με τα χέρια και την πήγαινε δαγκώνοντας απ άκρη σ άκρη.
Στα γρήγορα.
Κοιτούσε το ρολόι και με την μπουκιά στο στόμα ξανακαβαλούσε το αυτοκίνητο κι εξαφανιζόταν.
Τον κοιτούσα λοξά εκείνες τις στιγμές που έτρωγε κι ο διάλογος ήταν πάντα ο ίδιος.
«Θές;»
«Οχι κάνω δίαιτα»
«Τι θες να χάσεις ;τα κόκαλά σου;»
Και μετά γελούσαμε.
Μια μέρα μου είπε οτι η Πόντιακ γκαστρώθηκε.
Γελούσαν οι αυτάρες του και τα μάτια του γυάλιζαν από χαρά.
Η κόρη που ήρθε στον κόσμο βγήκε πρόωρη ,πολύ πρόωρη.
Στους έξη μήνες.
Ενα μικροσκοπικό πλασματάκι ήταν όταν την είδα ακόμη και μετά την θερμοκοιτίδα.
Ο Τόλης όλο το διάστημα που χρειάστηκαν εξτρά έξοδα ,έπιασε και νυχτερινή δουλειά.
Έκλειναν τα μάτια του στο τιμόνι κι οι μπαγκέτες έγιναν δύο.
«Μόνο το φαγητό με κρατάει όρθιο» μου λεγε.
Την ανάστησε.
Την σπούδασε.
Την πάντρεψε.
Ο πατέρας του πέθανε χωρίς να μιλήσουν .
Χωρίς να δει την εγγόνα του.
Ούτε μια φορά.
Ο Τόλης έγινε παππούς.
Και μετά η καρδιά του λύγισε.
Ράγισε.
Απλά πράγματα,ανθρώπινα.
Η αθανασία είναι για τους θεούς.

Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

Η Glikeria Basdeki παρουσίασε το βιβλίο μου με το παρακάτω κείμενο.
Glikeria μεγάλο ευχαριστώ.
H ΝΑΤΑΣΣΑ ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ
‘’Τα αλατισμένα της Φαραώνας’’
Βibliotheque,2019
Η Νατάσσα Φωκιανίδου ( ή Φαραώνα ) είναι συνετή.
Είναι συγγραφέας (ίσως και άνθρωπος) της υπομονής.
‘Εχει ίσως κάτι από τη γενέθλια πόλη που την περιέβαλε και την περιέθαλψε,έχει και τη σοφία της υφαντικής που θέλει αργό χρόνο,ξεκούραση για τα μάτια και την πλάτη -και για την ψυχή μερικές φορές.
Για χρόνια η Φωκιανίδου μάζευε τις στιγμές της και τις έχωνε στη χρονοκάψουλα,την ολοδική της χρονοκάψουλα.
‘Εχωνε λουκούμια και φέτες με θρεψίνη ,σχολικές ποδιές και μαύρες κορδέλες πένθους,άσπρη άμμο με αμαρυλλίδες, φραγκόσυκα, ψαροκαλύβες, μαγικές μασίνες ,θείες Ελβίρες ,καθρέφτες που μιλάνε, κόκκινα πέδιλα, παρελάσεις, εξατάξια θηλέων, πεθερές με φυσεκλίκια, αλητόγατους Φιρούζ, Ευτέρπες και παρλεβουφρανσέ, Περαίες και Επανομές, Λίντες και τσίπουρα και ρέπλικες του Τζίμη Μακούλη.
Η Φωκιανίδου δε βιάστηκε ν’ανοίξει το χρονοκουτί της.
Οι ράθυμες βιογραφίες που μας παραδίδει είχαν βγει ήδη στην πίστα χρόνια πριν -κάποιες τις εντοπίζεις στα μπλογκ που έγραφε προ εικοσαετίας .
Τις άφησε, όμως, ν’αλατιστούν, να μείνουν στην κρυψώνα τους για όταν παραστεί ανάγκη-μεγάλη και πραγματική ανάγκη.
Φαίνεται αυτό στον τρόπο που γράφει : είναι τρόπος σταθερός , σίγουρος,χωρίς περιττές βιασύνες.
Οι λέξεις της καρφώνονται γερά και περιμένουν με μια ηθική υπομονής που δεν συναντάς εύκολα σε πρωτόλεια γραπτά-άσχετα αν το αλατισμένα της Φαραώνας,δεν είναι ακριβώς πρωτόλεια γραπτά.
(…) Κάπου εκεί όμως στο βυθό της θάλασσας ξαναείδα τα ίδια βραχάκια μετά από χρόνια.
’Ηξερα στα πόσα βήματα απ την ακτή ηταν οι ξέρες και τις βρήκα.
Ηξερα που βάθαινε το νερό και τι χρώμα είχαν τα φύκια δεξιά η αριστερά.
Ηξερα τα είδη των κοχυλιών που περπατούσαν εκεί αφήνοντας χαραγμένα δρομάκια πίσω τους .
Το φώς αντανακλούσε στα νερά όπως τότε και τα πέλματά μου ένοιωσαν να ανεβοκατεβαίνουν ανεπαίσθητα στις ίδιες γραμμές της άμμου που ρυτιδώνει κάτω απ’το ρηχό νερό .
Εκεί ηταν όλα.
Μαγικά, ακίνητα κι ολοζώντανα.
Όπως η μαγιά που αφήνει στην ψυχή του ανθρώπου η παιδική ηλικία.
Εκεί ο βυθός. Εκεί η χαρά εκεί κι ο πόνος.(…)
Εκεί που τα άφησε όλα,εκεί τα βρήκε η Φωκιανίδου .
Τα αναγνώρισε και την αναγνώρισαν.
Κι η γλώσσα που επιλέγει να μας τα παραδώσει ,είναι γλώσσα οικεία,αναγνωρίσιμη ,που δεν καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς και φωνασκίες.
Απλή γραμματική.
Απλή σύνταξη.
‘Εφτασε ο χρόνος, έφτασε η ανάγκη.
Η Φωκιανίδου γράφει την αλήθειά της και αποσύρεται διακριτικά.
Η αλήθεια μιλάει από μόνη της .
Κι η αλήθεια της σφάζει με το βαμβάκι.
ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ.


KYΚΛΟΦΟΡΗΣΕ






Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ 1μμ ΣΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ 14 στο πλαίσιο της ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΥ.

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ – 12 ΜΑΪΟΥ
ΑΙΘΟΥΣΑ
«ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ»
ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ 14
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ
Όπως βλέπει τα πράγματα η άνθρωπος
Η ποιήτρια και συγγραφέας Γλυκερία Μπασδέκη παρουσιάζει τρεις
διαφορετικές γυναικείες γραφές και τα βιβλία «80 νύχτες αιώρησης»
της Μαρίας Πετρίτση, «Σε αγάπησα πάντως» της Βέρας Φραντζή και
«Τα αλατισμένα της Φαραώνας» της Νατάσας Φωκιανίδου, σε μια
συζήτηση που απαντά στο ερώτημα «υπάρχει γυναικεία λογοτεχνία
σήμερα;».
ΟΜΙΛΗΤΡΙΑ: Γλυκερία Μπασδέκη, ποιήτρια, συγγραφέας.
ΟΡΓΑΝΩΣΗ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ BIBLIOTHEQUE





Τρίτη, 30 Απριλίου 2019


                                                               ΤΑ ΑΛΑΤΙΣΜΕΝΑ ΤΗΣ ΦΑΡΑΩΝΑΣ

                                         Οι Εκδόσεις Bibliotheque στην 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου
                                                                   στη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.


                                        Κυριακή 12/5/2019, Αίθουσα "Μονόκερως" μέσα στο χώρο της ΔΕΘ

                                                                             14:00-15:00μμ 


                                             Η ποιήτρια και συγγραφέας ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ

                                                                                 παρουσιάζει 
                                                        
                                                             το βιβλίο της ΝΑΤΑΣΣΑΣ ΦΩΚΙΑΝΙΔΟΥ

                                                                ΤΑ ΑΛΑΤΙΣΜΕΝΑ ΤΗΣ ΦΑΡΑΩΝΑΣ
   

                                                       

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

                                                         ΤΑ ΑΛΑΤΙΣΜΕΝΑ ΤΗΣ ΦΑΡΑΩΝΑΣ

                                         Οι Εκδόσεις Bibliotheque στην 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου
                                                                   στη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.


                                        Κυριακή 12/5/2019, Αίθουσα "Μονόκερως" μέσα στο χώρο της ΔΕΘ

                                                                             14:00-15:00μμ 


                                             Η ποιήτρια και συγγραφέας ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ

                                                                                 παρουσιάζει 
                                                        
                                                             το βιβλίο της ΝΑΤΑΣΣΑΣ ΦΩΚΙΑΝΙΔΟΥ

                                                                ΤΑ ΑΛΑΤΙΣΜΕΝΑ ΤΗΣ ΦΑΡΑΩΝΑΣ


Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

                                            Rory Gallagher
                   

                 A Million Miles Away

                                     

A Million Miles Away

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019

Χεχεχε!
"μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι" 
Για το χιόνι λέω.
Απ τους δεκαεννέα βαθμούς στους μηδέν σήμερα.
Οτι και να κάνει ο αξιότιμος κύριος Χειμώνας μας αφήνει γεια.
Και τα "γεια" που οδηγούν στον αγύριστο ,όπως οι περισσότεροι ξέρουμε, εκστομίζονται δύσκολα.
Είναι στο χέρι μας να τα ζούμε πιστεύοντας οτι είμαστε οι μοναδικοί που υποφέρουμε.
Διαπίστωσα σήμερα με τα τερτίπια του καιρού οτι κι αυτός
ζει το δικό του δράμα.
Ακόμη και η φύση θεατράλε γουστάρει.
Εδω που τα λέμε δύσκολο να χάνει κανείς την εξουσία.
Κάθε είδους.
Το ξαναγράφω αυτό.
Κάθε είδους.
Είναι σα να μένεις ξαφνικά ξεβράκωτος.
Η κυρία Ανοιξη τον ξεγυμνώνει όπου νάναι.
Να δούμε τι θα μας φέρει κι αυτή με τη σειρά της.
Καλημέρα σε όλους εκει εξω κι ακόμη παραέξω.




   

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

2014 ήταν,2019 έγινε.
H αίσθηση του έρωτα έχει άμεση σχέση με τις προσλαμβάνουσες του κάθε ανθρώπου.
Αλλιώς αντιλαμβάνεται τον έρωτα ο ένας, αλλιώς ο άλλος .
Αλλιώς εκφράζει αυτό που αντιλαμβάνεται ο ένας, διαφορετικά ο άλλος.
Οι συγκλίνουσες καταστάσεις δημιουργούν συνθήκες προσέγγισης που η διατήρησή τους έχει πάλι άμεση σχέση με την δόμηση του καθένα μας.
Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν πως να διατηρούν τον παράδεισο στη ζωή τους.
Υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν κάνουν τίποτε άλλο απ το να προσπαθούν με κάθε τρόπο να αμαυρώσουν το θείο δώρο που τους "δίδεται".
Για τους δεύτερους δεν έχω να πω τίποτε.
Είναι χαμένοι απο χέρι.
Αν μέσα απο έναν έρωτα δεν μπορούν να αλλάξουν άρδην την ματιά τους για την ζωή που σημαίνει ν αλλάξουν τον εαυτό τους είναι καταδικασμένοι.
Για τους πρώτους εχω να πω πως ναι! ο ερωτευμένος άνθρωπος είναι σαν τον πολεμιστή στη μάχη.
Μάχεται με την ολότητά του γι αυτόν που γίνεται το αστέρι του.
Δεν κάνει πίσω ,δεν φοβάται και εν κατακλείδι πέφτει στο πεδίο της μάχης έστω και λαβωμένος.
Ακόμη κι αν δεν μπορέσει νάναι με το ταίρι του, έχει αφιερωθεί , έχει δώσει όλο τον εαυτό του.
Ακόμη κι αν δεν ζευγαρώσει έχει μάθει να εκτίθεται ,να σπάει τον εγωισμό του,να πονάει.
Αξίες που θα τον ακολουθούν σ όλη του την ζωή.
Να είστε εκεί λοιπόν.
Οταν ερωτεύεστε δοθείτε.
Χωρίς φόβο.
Με όλη την αθωότητά σας στο βωμό του η στο βωμό της.
Κι αν πληγωθείτε αποσυρθείτε με αξιοπρέπεια κι ουρλιάξτε μόνοι σας.
Ετσι οπως αξίζει στους γενναίους.
14 Φεβρουαρίου 2014 στις 3:43 π.μ.

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019


Πικρός καφές.
Βαρύ πράγμα να προσπαθείς να ξεχάσεις οτι προέρχεσαι απ το τίποτα και πας στο τίποτα.
Πως διάβολο να το χωνέψει ο άνθρωπος αυτό;
Γεμίζουμε το μυαλό μας με γνώσεις.
Τα σπίτια μας με αντικείμενα.
Τις ζωές μας με ανθρώπους.
Την καρδιά μας με αγωνίες.
Μηδενίζουμε.
Ξαναρχίζουμε.
Μετακομίζουμε.
Μπας και το ξεχάσουμε.
Μήπως και το ξεπεράσουμε.
Το μόνο που κάνουμε τελικά είναι μια απεγνωσμένη προσπάθεια να γίνει υποφερτός ο δρόμος απο τη μια κατάσταση στην άλλη.
Κι αυτό το λέμε ζωή.
Να την σκαπουλάρουμε θέλουμε.
Μην τυχόν και το σκεφτούμε βαθύτερα.
Δεν ξέρω πως γίνονται οι άνθρωποι που το κατορθώνουν.
Αφοβοι;
Κυνικοί;
Σαρκαστικοί;
Γκουρού;
Σαμάνοι;
Υπάρχουν;
Μερικές φορές ,οχι όλες,οταν σκέφτομαι τέτοια πράγματα ,μετά με πιάνουν κάτι γέλια απο μέσα μου...κι αν βρω και κάποιον που μπορεί να με καταλάβει κι απ έξω μου.
Η γιαγιά μου όταν ηταν κατάκοιτη άκουσε στην τηλεόραση-ηταν τυφλή πλέον- οτι πέθανε ο Ωνάσης.
Φώναξε τη μάνα μου λοιπόν και της είπε:
''τρία χρόνια προσπαθείς να με κρατήσεις ζωντανή,τι πολεμάς; εδω τον Ωνάση και δεν μπόρεσαν να τον σώσουν"
Πικρός ο καφές στα αξημέρωτά μου απόψε.
Διπλός βαρύς και όχι, με αραιό καϊμάκι.
Παρηγορημένοι νάμαστε.
Κι εσείς εκεί έξω κι ακόμη παραέξω.

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Κάθε χειμώνα το περιμένω.
Οπως όταν ήμουν παιδί.
Ερχόταν κι έκλεινε τα σχολεία,μεταμόρφωνε τα φυτά σε φουσκωτά παγωτά,άλλαζε την ακινησία και το διάφανο του αέρα,χόρευε μπροστά στα παράθυρα,κρυστάλλωνε τα τζάμια και έκανε το χώμα τσουλήθρα στην αυλή.
Μου τόφερνε η μάνα μου στο κρεβάτι το πρωί,μια μικρή μπαλίτσα μες το χέρι της και τότριβε στη μούρη μου.
Αλαλαγμοί και επιφωνήματα χαράς μέχρι να ντυθώ ,να βγώ ,να παίξω ,να παγώσω,να κοκκινίσουν τα μάγουλα ,να καούν απ το κρύο.
Και μετά η ζέστη της σόμπας καταμεσής στο τούρκικο σπίτι που μεγάλωνα, η μυρωδιά των ξύλων, το τριζοβόλημά τους , το τσάϊ και οι βουτυρωμένες φρυγανιές να μοσχοβολούν στα παγωμένα μου δάχτυλα.
Με το μάτι στο παράθυρο.
Να μη σταματήσει,να μην μικρύνουν οι νιφάδες,να μη λιώσει το άσπρο πάπλωμα της αυλής.
Να κάτσει εκεί για πάντα.
Να μείνω οχτάχρονη με τα σχολεία κλειστά.
Να διαβάζω στο σπίτι ,νάναι όλοι γύρω μου,να τραγουδάμε,να λέμε αστεία ,να αποκοιμιέμαι τη νύχτα ακούγοντας το αχνό παφ παφ του στον κήπο.
Ετσι είμαι και τώρα.
Κολλάω το πρόσωπό μου στη μπαλκονόπορτα και το κοιτώ όσο μας κάνει τη χάρη.
Και δεν θέλω να σκέφτομαι τίποτα άλλο.
Ούτε τους άστεγους,ούτε τα παιδιά που δεν έχουν να φάνε,ούτε τα νεκροταφεία με τους τάφους των φίλων μου που πληθαίνουν όσο κυλάει ο χρόνος.
Θέλω να είμαι οχτάχρονη όταν το κοιτώ.
Το προσπαθώ όμως και δεν βγαίνει.
Κάτι μέσα μου.
Πονάει πολύ.
Κάτι μέσα μου που δεν το διώχνει ούτε το χιόνι.
Ιανουάριος 2019
                                                     

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Ζωή είναι η άγνοια του εαυτού σου.
Σκέψη είναι η ανεπαρκής γνώση του εαυτού σου.
Η ξαφνική όμως γνώση του εαυτού σου, σε μια τέτοια καθαρτήρια στιγμή, είναι για σένα η άμεση αντίληψη της έννοιας της ενδόμυχης μονάδας, του μαγικού λόγου της ψυχής.
Μα η αιφνίδια λάμψη καίει τα πάντα, αναλώνει τα πάντα. Μας απογυμνώνει ακόμη κι από τον εαυτό μας.
Δεν ήταν παρά μια στιγμή, και με είδα.
Ύστερα δεν θα ξέρω ούτε καν να πω τι ήμουν.
Και, τελικά, νυστάζω, γιατί μου φαίνεται, χωρίς να ξέρω γιατί, πως το νόημα όλων αυτών είναι ο ύπνος.

Φερνάντο Πεσσόα, «Το βιβλίο της Ανησυχίας» -απόσπασμα
                                  

Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις