Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Η πρώτη φωτιά .Μέρος δεύτερο.


Την χαρά και το γέλιο μας εκείνο το πρωί τα διέκοψε ξαφνικά ο ήχος της καμπάνας του χωριού. Ακούγονταν ταυτόχρονα σφυρίχτρες απο τις βίγλες και τα σήμαντρα απ’ το μοναστήρι που ήταν στο διπλανό χωριό. Χτυπούσαν γρήγορα και δυνατά.

Ειδοποιούσαν.

Ο πευκώνας είχε πιάσει φωτιά.

Ο κυρ Τάσος μας μάζεψε, ένα τσούρμο παιδιά , και μας είπε να τρέξουμε απ το μονοπάτι προς το χωριό.Ακουγα ήδη τις φλόγες να κροταλίζουν πίσω απο τα δέντρα.Υπήρχε σκόνη παντού οταν φτάσαμε κάτω στα πρώτα σπίτια .Οι γυναίκες του χωριού κατέβαζαν τα ζώα προς την θάλασσα .Γέμισε ο κεντρικός δρόμος με αγελάδες ,πρόβατα και κατσίκες .Οι άντρες έτρεχαν προς το βουνό κρατώντας αξίνες,φτυάρια,κουβάδες.
Μύρισε ο τόπος καμμένο χόρτο.
Στο σπίτι τότε μέναμε τέσσερα παιδιά.Τρία κορίτσια της σπιτονοικοκυράς μας κι εγω .
Απο 5 ώς 13 χρονών.
Πήγαμε στην πίσω αυλή όπου ήταν τα κοτέτσια με τις κλώσσες και τα παπάκια.Η κυρα Ματούλα έκατσε κατω κι άνοιξε την ποδιά της .Κι εμεις πιάναμε τα πουλάκια τρία τρία ,τέσσερα τέσσερα ,οσα μπορούσαν να σηκώσουν οι μικρές μας χούφτες και τα απιθώναμε εκει μεσα στην ζεστή της αγκαλιά.Η κλώσσες ουτε μάς αγρίεψαν ουτε μας τσίμπησαν.Άφηναν την τύχη των πουλιών τους σε μας ,λες και καταλάβαιναν τον κίνδυνο.Ετσι μεταφέραμε ολους τους νεοσσούς στο σπίτι γιά μεγαλύτερη ασφάλεια.Μετα πήραμε απο δυο φρύγανα η καθε μιά μας στο χέρι και σταθήκαμε κοντά στα κοτέτσια για να τρέξουμε να σβήσουμε τυχόν σπίθες η αναμένες κουκουνάρες απ το δάσος.Είχαμε σαφείς οδηγίες απο τούς μεγαλύτερους οτι θα έπρεπε να φύγουμε πρός την θάλασσα,αν η φωτιά κατέβαινε προς το χωριό...
Ο παππούς κι η γιαγιά μου ήταν τότε κοντά στα 60 τους.Κοτσανάτοι άνθρωποι και δοκιμασμένοι απο κακουχίες.Ανέβηκαν μαζί μ όλους τους άλλους στο βουνό.Μ άφησαν πίσω τους μαζί με τα άλλα παιδιά.Κι εγώ ενα παιδάκι της πόλης άμαθο ως τότε ,έγινα ένα με τα άλλα παιδια.Δεν φοβήθηκα ουτε λεπτό.Το μυαλό μου απ οτι μπορω μετα απο τόσα χρόνια να θυμηθώ ,ειχε μόνο ενα πράγμα.Να μην φτάσει η φωτιά στα κοτέτσια.Κι ήμουν εκει με τα φρύγανα στο χέρι έτοιμη να υπερασπίσω αυτό που αγαπούσα.Έβλεπα τις γλώσσες της φωτιάς στο βουνό απο κει που στεκόμουν.Τα πεύκα λαμπάδιαζαν κι ο ουρανός ήταν μαύρος απο τον καπνό .Ηρθαν δυό υδροφόρες απο κοντινά χωριά γιά βοήθεια .Αργότερα ακουσα οτι με δυσκολία ανέβηκαν απο το μονοπάτι .Δεν υπήρχαν δρόμοι, δεν υπήρχε τίποτα και το δασος ηταν πυκνό και γεμάτο θάμνους.Ειχαν αρχίσει να πετάγονται ψηλά αναμένα κλαδιά και κουκουνάρες .Ευτυχώς ο αέρας είχε κοπάσει..Είδαμε μετά απο λίγο να έρχονται στρατιωτικά φορτηγά με στρατιώτες και μικρές υδροφόρες που τις ανέβαζαν πιο εύκολα απο τα μονοπάτια .Ειδα και δυό γυναίκες μαυροφορεμένες που κρατούσαν τσάπες, να τρέχουν πρός το νεκροταφείο .Η φωτιά ειχε ακουμπησει στα κάγκελα των τάφων κι όσα ήταν ξύλινα κάηκαν.Θυμάμαι οτι την επόμενη μέρα οταν πήγα εκει ,η γιαγιά μου έκλαιγε.Είδε το μικρό εκκλησάκι καμμενο και το οστεοφυλάκιο χωρις στέγη με τα κόκκαλα να καπνίζουν ακόμη.
Ομως η μεγάλες εστίες είχαν σβήσει.
Ηταν ο αέρας που έκοψε;
οι κάτοικοι που κινητοποιήθηκαν αμέσως ;
οι στρατιώτες που βοηθησαν ;
η Παναγία που γιόρταζε σε λίγες μέρες ;
οι προσευχές και τα παρακάλια μου να μην καούν τα δέντρα και τα πουλιά;
Δεν ξέρω τι ήταν.
Μέρες πολλές μετά ,μάζευαμε τις καμένες κουκουνάρες με τα άλλα παιδιά και τις κάναμε καραβάκια. Σφηνώναμε ενα ξυλαράκι μ ενα άσπρο χαρτί για πανί, τις ρίχναμε στη θάλασσα και τις παρακολουθούσαμε μέχρι να χαθούν.Κι εκείνη τις έπαιρνε μεσα στη ατραφτερή της αγκαλιά και τις δρόσιζε ,τις αρμύριζε και τις νανούριζε.
Ισως για να γιάνει τον πόνο τους.. .

Πέρασαν 43 χρόνια απο τότε .

Τα χωριά της Χαλκιδικής αφανίστηκαν απο τις πυρκαγιές, απο τις πολυτελείς ,άγαρμπες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις ,χάθηκε το ανθρώπινο μέτρο στις σχέσεις των κατοίκων,κι όλα έγιναν πακέτα στα χέρια στα των τουρ οπερέϊτορς.
Ο,τι απέμεινε έγινε παρανάλωμα του πυρός άπειρες φορές.
Ξεπουλήθηκαν τα πάντα ,έγιναν οικόπεδα και βίλες που θυμίζουν γαμίλιες τούρτες με ψεύτικη σαντιγή.
Οταν ζήσει κανείς σε μέρη τόσο όμορφα,τόσο αγνά και φυσικά,πονάει μετά όσο παράξενο και μελό κι αν ακούγεται.
Ειμαι ευτυχισμένη όμως που μεγαλωσα εκεί μέσα σε μιά τέτοια πανδαισία γαλάζιου ουρανού και πράσινης θάλασας.Και πιστεύω οτι αυτό που μουδωσε εκείνη η δυνατή φύση με τις μυρωδιές και τις αφές της ήταν για μένα ενα εφόδιο αντοχής για όλα τα δεινά που τυχόν ήρθαν στον βίο μου.
Γιατι ειναι σπουδαίο πραγματικά στην ζωή να αποκτα κανείς φυσικές άμυνες κι όχι γελίες φοβίες κι αυτο μόνο η φύση το διδάσκει.

Κανείς άλλος.





***Το κείμενο ειναι αναδημοσίευση απο το την στήλη μου στο Homefood (αΎΓΟΥΣΤΟς 2008)

Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις

ΥΠΟΓΡΆΨΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΔΩ