Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

ΑΧΕΠΑ /1986

Απο το τζάμι του πλαϊνού θαλαμου εβλεπα εδω και ωρες τους γιατρους να πηγαινοέρχονται αλαφιασμένοι προσπαθόντας να σωσουν ενα βρεφος.Πίεζαν το μικρο κορμακι στο στηθος κι εκεινο χάνονταν ολόκληρο κατω απο τις παλάμες τους.Η διαφάνεια του δεν επέτρεπε ουτε καν την πεταλούδα του ορρού.Είχαν την παροχή στην μετωπιαία φλέβα και το μωρο υπέφερε απο τους πόνους.Τιναζόταν καθε τόσο.
Μετά πέθανε.
Οι γονείς μπήκαν στο θάλαμο κλαίγοντας ,το τύλιξαν σ ενα μεγάλο κάτασπρο χαρτοβάμβακο κι έφυγαν φαρμακωμένοι.

Ο Νικος μου κοιμόταν βαθειά.Η κρίση αλλεργίας που μας ειχε φέρει εκει την προηγούμενη μέρα τον εγκατέλειπε λυτρωτικά.Η αναπνοή του γινόταν ολο και πιο ήσυχη.Ηταν πέντε ετών τότε και παιδευόταν κατα καιρούς απο τέτοια φαινόμενα...Εξαντλημένη απο την αυπνία έγειρα δίπλα του.
Θυμήθηκα την άνοιξη του 1981 και τα μάτια μου βούρκωσαν.Εγκυος τότε στον έβδομο μήνα προσπαθούσα να συμβιβασω μέσα μου τα ασυμβίβαστα με παιδικό πείσμα .Απέκλεια τον εαυτό μου απο καθε ειδος αίσθησης ,μισώντας την αλλαγή του σώματός μου.Φοβόμουν την παραμορφωση της κοιλιας μου ,το φούσκωμα των χεριών και των ποδιών μου .Νόμιζα πως ασχημαίνω ανεπανόρθωτα...Σφράγιζα τις αισθήσεις μου ματωνοντας τον εαυτό μου καθημερινά...με ανελεητο τρόπο.Δεν ξέρω γιατι οταν παρουσιάστικε για πρώτη φορα η δυσανεξία του Νίκου στις μυρωδιές και στα λουλούδια της ανοιξης ,την συσχέτισα με κείνη την δική μου...Ισως να ήταν ετσι ,ισως κι οχι.

Χάραζε εξω.
Μέσα στο ημίφως του θαλάμου διέκρινα στο διπλανό κρεββατι ενα κουλουριασμένο πλάσμα με λυτά μακριά μαλλια.Μικρόσωμο κι ακίνητο.Σε στάση εμβρύου.Κρατούσε μες τον κορφο του ενα αλλο πλάσμα.Απόκοσμα και τα δυο λες και κολυμπούσαν στην ιδια μήτρα...σχεδον χωρίς να αναπνέουν.Κι οταν ξημέρωσε ...ειδα μια γυναίκα να σηκώνεται ακροπατώντας .Φορουσε μια κομπινεζόν απ αυτες που πουλούν στις λαϊκές αγορες ,που ειναι συνηθως βεραμαν η ροζ χρωμα.Βγήκε και σε λίγο επέστρεψε ντυμένη μ ενα τσιτάκι που μύριζε πράσινο σαπούνι και που προσπαθούσε να το σιδερώσει με τα δαχτυλά της όπως οπως.Μου φάνηκε βρεμένο.Εδεσε τα μαλλιά της πίσω .Εστρεψε το κεφάλι της και με κοίταξε.
Άφωνη.
Ολο της το πρόσωπο ηταν δυό μεγάλα μάτια σκούρα που έκαιγαν.Τόσο που μ έκαναν να χαμηλώσω το βλέμμα μου ...Παρακολουθουσα ομως με την άκρη του ματιού μου όλες τις κινήσεις της.Την είδα να σκίβει κάτω απο το κρεββάτι και να βγάζει ενα ταψί απ αυτά τα πολυ ρηχα που ειναι απο μπακίρι ,γεματο χώμα.Το ακούμπησε πάνω στο σεντόνι και το παιδακι της που ειχε ξυπνήσει εβαλε τα χεράκια του εκει μέσα στο χώμα κι άρχισε να παιζει.
Αναρωτιόμουν αν ονειρεύομαι...Μου ηταν αδύνατον να καταλαβω τι συμβαίνει.
Η πρωινη νοσοκομα που μπήκε στο δωμάτιο έβαλε αμέσως τις φωνές.
-Παλι τα ιδια βρε κοπέλα μου;Δεν είπαμε να το πετάξεις αυτο;Ειναι δυνατόν να κουβαλάς χώματα μέσα στο νοσοκομείο;
Η γυναικα έσκυψε το κεφάλι της.
-Τι να κανω...δεν ησυχάζει αλλιώς ...ψυθιρισε.
Η νοσοκομα φεύγοντας με κοιταξε με βλεμμα που έλεγε «μη δινεις σημασια ...δεν παει καλά το μυαλό της».
Πρόσεξα οτι το μικρο παιδακι ειχε ενα ελαφρο μελανί χρώμα σ ολο του το προσωπο,στα νυχια και κυρίως στα χείλη του.
-Πρεπει να κανει παλι εγχειρηση στην καρδιά ειπε χωρίς να με κοιτάει.
Σαστισα,τρόμαξα,ενιωσα τα πόδια μου κομμένα...
-Παλι;Μα πόσο ειναι;
-Τριων.
-Απο που εισαι;Που ειναι οι δικοι σου;
-Απο το Πανδροσο Φλώρινας...ο άντρας μου ειναι στα πρόβατα...μαζι με την πεθερά μου...

Και μετα ακουσα εναν αγγελο να λέει μεσα μου την προσευχή του.
«Η μανα του με βαράει κι αυτός το ιδιο.Καθε μέρα.Δεν ξερω γιατί.Εγω φταίω που το παιδί ειναι καρδιακό;Καθε μέρα με βαράνε κι αυτος κι εκεινη.Αλλα θα φύγω.Θα βρω δυο σκάλες στη Φλώρινα ,να σφουγγαρίζω,θα το βάλω στον παιδικό σταθμό .Μόνο να ζήσει.Μόνο μη μου πεθάνει.Εγω ομως θα φύγω...δεν θα με χτυπάνε αλλο εμέ.Δυό σκάλες μονο να βρώ.
Κι ουτε ενα δάκρυ.
Τα μάτια της καρφωμένα στα μάτια μου.Μου το υποσχόταν...
Κι εγω τάχα χαμένα!Τι να έλεγα;

Οτι ήθελα να πέσω στα γόνατα της και να φιλήσω τα χερια της;Οτι εκείνη η αξιοπρεπεια κι η αποφασιστικότητα της με ξεκολούσαν απο τον βάλτο που ζούσα;Πως θα μπορούσα να εκφραστω μπροστά σ ενα πλάσμα που όρθωνε το ανάστημά του με τέτοιο θάρρος απέναντι στη ζωή;Χωρίς χρήματα,χωρίς δουλειά,με άρρωστο παιδι,απο το πουθενά,μονο με το τσιτάκι της που μύριζε πρασινο σαπούνι.Ομως εκείνη η γυναίκα έρριξε όλο της το φώς μέσα μου.Με πήρε απο το χέρι και με τράβηξε απο μια στάση ζωης γεμάτη με φόβους και με αναστολές .Με ενοχές και μιζέριες ,με κλισέ και συμβάσεις.Απο μιά ζωη που δεν ηταν ζωη αλλα κοινωνικη πρόφαση και δειλία.
Της αφησα οτι ειχα και δεν ειχα μαζί μου.Τη νυχτικιά μου,τα παιγνίδια του παιδιού μου, ο,τι χρήματα ειχα επάνω μου,τα τηλεφωνά μου,την διευθυνση μου...

Ποτέ απο τότε τίποτα.Κανένα σημάδι της.Καμμιά είδηση.Οταν την αναζητησα στο νοσοκομείο μου είπαν οτι το παιδι της πέθανε πάνω στην εγχείρηση.
Καμμια φορά βλέπω στα όνειρα μου το προσωπό της,τα μάτια της ...
Με κοιτουν βαθειά και μου λένε.
Νατάσσα μη με ξεχάσεις......μη ξεχάσεις...

Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις

ΥΠΟΓΡΆΨΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΔΩ