Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Χορός

Ο θανατος τού’σπασε τη μεση.Του τσακισε την κεντρικη αρτηρια με μια κινηση καλα ζυγισμενη.

Ενα μηνα τωρα τον ειχε στο κατόπι,για να γραδάρει οσο μπορουσε καλυτερα την κοψιά,να πεσει ακριβως στο κέντρο της σπονδυλικής στήλης .Κι όλο του ξέφευγε.Και τον εβλεπε να κανει παραξενα πραγματα,αλλοκοτα.Με δυσκολια εδινε αναφορες στον Αρμόδιο για το τί και το πώς.Μεχρι που αναγκαστηκε ο Κατεπάνω να στειλει βοηθο ,γυναίκα αυτη τη φορα,μπας και βγει καποια ακρη ...
Ο Σωκρατης την ειδε.

Παλιας κοπής αρσενικό ,δεν του ξεφευγε μητε φάσμα γυναικας.
Την είδε να διασχίζει τον κήπο, με τους πανσέδες που φύτευε τ απόγευμα,και να χάνεται πίσω απ τον κισσό ντροπαλά.Οπως μια γυναίκα που έχει ελαφρύ εγκεφαλικό και διακριτικά το κρύβει.Μιλώντας σιγά ,με ιδιαίτερο τρόπο.

Δεν έδωσε σημασία.«Η Μαρθα θα ήταν»,είπε αργότερα στην Αφροδίτη, «ξερεις, του καπετανιου .Αλλα γιατι φορούσε μαύρη μπερτα με κουκουλα; Μπα ,θα της έστριψε της κακομοιρας,τρια χρόνια ειχε να δει τον αντρα της κι ειναι δεν ειναι τριάντα χρονων γυναικα κι άτεκνη».

Μετά άναψε τα καρβουνα.Εφερε τα δαδιά ,τις σχάρες και κοίταξε περήφανος την πρωινή του ψαριά.Γλέντι που θα γινόταν αποψε!Αργά το βράδυ της ιδιας μέρας κι ενω η παρέα των εβδομηντάρηδων ξεκαρδιζόταν κατω απ το κιόσκι και το τσίπουρο μεθούσε τα γιασεμιά και το αγιόκλημα,η Μάρθα εδωσε την εξης αναφορα στον Κατεπάνω.

Ονομα:Σωκρατης

Ετος γεννησης: 1923

Τόπος καταγωγης:Θεσσαλονικη

Ονομα πατρος:Αγνωστο

Ονομα μητρος:Αγνωστο

Γερή καρδιά

Καθαρός εγκέφαλος

Ιδιαιτερη κλιση :οι λεπτεπίλεπτες εργασίες.

Ιδιαιτερες αδυναμιες:τα παιδια,οι γέροντες,η οικογενεια.

Ιδιαιτερο χαρακτηριστικο:Σιωπηλος και ντροπαλος.

Εδω καπου ο Κατεπάνω την διέκοψε.«Μαρθα, κλαις;» «Θα επανέλθω» του ειπε με σεβασμο .
Έκατσε παλι πισω απ τον κισσο και κρυφοκοιταξε.

Η παρέα ειχε ερθει στο τσακιρ κέφι.Άκουσε να τον παροτρύνουν να χορέψει και συγκέντρωσε την προσοχή της για να καταλάβει καλύτερα.

«Ελα ,ελα...το βαρύ ζεϊμπέκικο» .

«Σωκράτη, σηκω»

Τα μάτια του έβγαλαν φωτιά.Κοίταζε το κενό πιά ,έφευγε.Ηταν ψαροπουλι που αρμυρίζονταν στις μύτες των βράχων.Το μέτωπό του στράφηκε ελαφρά προς τον ουρανό.Ενιωσε περηφάνεια για την έντιμη ζωή του...και τα μάτια του μισόκλεισαν.Ενοιωθε το ερωτευμένο βλέμμα της γυναίκας του να τον λούζει και σκούπισε με το ανάποδο της παλάμης του τον ιδρώτα που φύτρωσε στα χείλη του.

Αχ !ο ερωτας της γι αυτον! Κουρσούμι μαζί και πούπουλο,παρηγοριά μαζι και βάρος.

Ενώθηκαν τα πόδια του σε προσοχή στακάτη και σήκωσε την τσάκα του παντελονιού του με το δεξί του χέρι.

Υποταγή.

«Να!» της έλεγε. « Κοίτα!Στέκομαι μπροστά σου.Καρφώθηκα στην γείωσή σου.Σου τα δωσα ολα.Για νασαι η αφέντρα μου...η κυρά μου».Τίναξε το αριστερό του χέρι στο ύψος του ώμου,έσκυψε την πλάτη του μπροστά...κοίταζε την γη.Θόλωσαν τα μάτια του.Εστριψε το κορμί του αριστερα 90 μοίρες και πάλι μπροστά.Πόσες φορες η ζωή τον πήγε μιά μπρος , μιά πισω!
Ξαναστύλωσε το κορμί του κι ένοιωσε το λαιμό του να κουβαλάει όλη την σπονδυλικη του στηλη .Ανάλαφρα ,χωρις αγκομαχητό. Τα βήματα του γίναν μικρά,προσεκτικά,δίπλα δίπλα οι μύτες των παπουτσιων του κολλημένες ,ισα που να κουνιούνται.Ηταν ντροπαλός οταν ήταν παιδάκι ,ντροπαλός ηταν και στα εβδομηντα επτα του .Ηταν μόνος οταν ηταν παιδάκι ,μόνος και στον τελευταίο του χορό.

Τα πόδια του τινάχτηκαν σε πηδήματα ακρίβειας.Καταργούσαν την βαρύτητα.Αυτο ήθελε.Να φύγει η γη,να φυγει κι αυτός μαζί της.Το σώμα του σηκωνόταν κι έπεφτε στα τακούνια των παπουτσιών του.Χωρις ζόρι. Με σιγουριά...κερδισμένη απο καιρό...απο τότε που βρέθηκε πεταμένος ,παρατημένος ,στα κιτάπια του Ληξιαρχειου.Αγνώστου πατρος και μητρός.Απ την Σμύρνη οι θετοί γονείς ...εμαθε μαζι τους να σεβεται την ζωη...να την κερδίζει. Κι η Μάρθα σωπαινε, κοίταζε ...εβαζε τρέλες στο νού της για τον χαμένο της γιό.

Ανοιξε τα χέρια του διάπλατα...Να τα αγκαλιασει ολα ήθελε τούτο το βράδυ.Τα κύτταρα του σηκώθηκαν,το στηθος του προτάθηκε,έγινε τόξο κι η καρδιά του βέλος ετοιμο να εξακοντιστεί στο άπειρο.

Η Μαρθα το νοιωσε...ηταν η κατάλληλη στιγμή.Κι ο Κατεπάνω την άκουσε κι έδωσε την προσταγή.

«Τώρα »ειπε , «τωρα που χορεύει κι ο σκελετός του ειναι χαλαρός κι ευτυχισμένος.Για να μήν πονέσει».

Η ανάσα του θανάτου έπεσε πάνω του γλυκά κι έκοψε την μέση του οπως το τζάμι μια μαλακή πατούσα.Τον ξάπλωσε στο γρασίδι ,διπλα στους φρεσκοφυτεμένους πανσεδες του.Η κεντρική του αρτηρία διαλύθηκε και το αίμα της πλημμύρισε τα πνευμόνια του.
Κοίταζες τα αστρα πατερα μου όταν ξεψυχούσες .

Κοίταζες έκπληκτος τα μάτια της μάνας σου για πρώτη φορά.



Εγω ειμαι εδω με τους ζωντανούς,για ν ανοίγω την πέτσα μου καθε τόσο και να σε χώνω όλο και βαθύτερα στο είναι μου.Για να χορεύω και να μην φοβάμαι τον θάνατο.Για να χαρίζω τα εργαλεία σου στους φίλους και να φυλάγω τα παραγάδια σου για τον εγγονό σου.

Σαν έρθει η ώρα θα σε πλύνω με κρασί και θάλασσα ,θα φιλήσω τα χέρια σου που με τάϊσαν,που μ ε πότισαν και με ταχτάρισαν και θα κρατήσω προίκα μου την αγάπη σου για να σε ξανασυναντήσω.

Αθήνα, 24 Ιουλίου 2002

Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις

ΥΠΟΓΡΆΨΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΔΩ