Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Βυθός ,ρήγμα,χάος.


Πάντα ο,τι και να γίνεται εκει μέσα ,το μέσα -μέσα μου μένει ατάρταχο... Οσα τούνελ κι αν εχω περάσει το φως ειναι φως .
Στο τέλος.
Οπως και στην αρχή.

Μ εχει νευριάσει αυτό σε μένα
μα οσες φορές κι αν προσπάθησα να φτιάξω ρήγμα εντός μου, έρχεται μια απαλή χούφτα αλεύρι απ το πουθενά και ΠΑΦ,κάθεται στην μαγιά μου κι αρχίζει τις ζυμώσεις...που μοσχοβολάνε τελικά κι οσο κι αν νευριάζω ....χαίρομαι κιόλας και γίνεται μια σαστιμάρα μέσα μου ...χαρά,νεύρα,ξανά θυμός ξανά χαρά...«τάπαιξα μαζί μου ».
Αϊ και σιχτήρ.
ΧΑΟΣ.







Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Zάχαρη


Διαβάστε το άρθρο της Φαραώνας στο HOMEFOOD
ZΆΧΑΡΗ.

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Αγαπημένο


Είμαι μόνον εδω μέχρι να ξανασυντονίσω το μυαλό μου που ακόμη υφαίνει.

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Eκθεση χειροποίητου κοσμήματος

Εύχομαι καλό υπόλοιπο καλοκαίρι σε όλους.
Οσοι
ειστε η θα βρεθήτε στην Κέρκυρα σας περιμένω.

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Καλό καλοκαίρι!


Καλό καλοκαίρι σε όλες και σε όλους!

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Aρθρο


*******Διαβάστε στο HOMEFOOD το άρθρο της Φαραώνας :ΡΟΖ ΜΟΛΟΤΩΦ

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Η πρώτη φωτιά .Μέρος δεύτερο.


Την χαρά και το γέλιο μας εκείνο το πρωί τα διέκοψε ξαφνικά ο ήχος της καμπάνας του χωριού. Ακούγονταν ταυτόχρονα σφυρίχτρες απο τις βίγλες και τα σήμαντρα απ’ το μοναστήρι που ήταν στο διπλανό χωριό. Χτυπούσαν γρήγορα και δυνατά.

Ειδοποιούσαν.

Ο πευκώνας είχε πιάσει φωτιά.

Ο κυρ Τάσος μας μάζεψε, ένα τσούρμο παιδιά , και μας είπε να τρέξουμε απ το μονοπάτι προς το χωριό.Ακουγα ήδη τις φλόγες να κροταλίζουν πίσω απο τα δέντρα.Υπήρχε σκόνη παντού οταν φτάσαμε κάτω στα πρώτα σπίτια .Οι γυναίκες του χωριού κατέβαζαν τα ζώα προς την θάλασσα .Γέμισε ο κεντρικός δρόμος με αγελάδες ,πρόβατα και κατσίκες .Οι άντρες έτρεχαν προς το βουνό κρατώντας αξίνες,φτυάρια,κουβάδες.
Μύρισε ο τόπος καμμένο χόρτο.
Στο σπίτι τότε μέναμε τέσσερα παιδιά.Τρία κορίτσια της σπιτονοικοκυράς μας κι εγω .
Απο 5 ώς 13 χρονών.
Πήγαμε στην πίσω αυλή όπου ήταν τα κοτέτσια με τις κλώσσες και τα παπάκια.Η κυρα Ματούλα έκατσε κατω κι άνοιξε την ποδιά της .Κι εμεις πιάναμε τα πουλάκια τρία τρία ,τέσσερα τέσσερα ,οσα μπορούσαν να σηκώσουν οι μικρές μας χούφτες και τα απιθώναμε εκει μεσα στην ζεστή της αγκαλιά.Η κλώσσες ουτε μάς αγρίεψαν ουτε μας τσίμπησαν.Άφηναν την τύχη των πουλιών τους σε μας ,λες και καταλάβαιναν τον κίνδυνο.Ετσι μεταφέραμε ολους τους νεοσσούς στο σπίτι γιά μεγαλύτερη ασφάλεια.Μετα πήραμε απο δυο φρύγανα η καθε μιά μας στο χέρι και σταθήκαμε κοντά στα κοτέτσια για να τρέξουμε να σβήσουμε τυχόν σπίθες η αναμένες κουκουνάρες απ το δάσος.Είχαμε σαφείς οδηγίες απο τούς μεγαλύτερους οτι θα έπρεπε να φύγουμε πρός την θάλασσα,αν η φωτιά κατέβαινε προς το χωριό...
Ο παππούς κι η γιαγιά μου ήταν τότε κοντά στα 60 τους.Κοτσανάτοι άνθρωποι και δοκιμασμένοι απο κακουχίες.Ανέβηκαν μαζί μ όλους τους άλλους στο βουνό.Μ άφησαν πίσω τους μαζί με τα άλλα παιδιά.Κι εγώ ενα παιδάκι της πόλης άμαθο ως τότε ,έγινα ένα με τα άλλα παιδια.Δεν φοβήθηκα ουτε λεπτό.Το μυαλό μου απ οτι μπορω μετα απο τόσα χρόνια να θυμηθώ ,ειχε μόνο ενα πράγμα.Να μην φτάσει η φωτιά στα κοτέτσια.Κι ήμουν εκει με τα φρύγανα στο χέρι έτοιμη να υπερασπίσω αυτό που αγαπούσα.Έβλεπα τις γλώσσες της φωτιάς στο βουνό απο κει που στεκόμουν.Τα πεύκα λαμπάδιαζαν κι ο ουρανός ήταν μαύρος απο τον καπνό .Ηρθαν δυό υδροφόρες απο κοντινά χωριά γιά βοήθεια .Αργότερα ακουσα οτι με δυσκολία ανέβηκαν απο το μονοπάτι .Δεν υπήρχαν δρόμοι, δεν υπήρχε τίποτα και το δασος ηταν πυκνό και γεμάτο θάμνους.Ειχαν αρχίσει να πετάγονται ψηλά αναμένα κλαδιά και κουκουνάρες .Ευτυχώς ο αέρας είχε κοπάσει..Είδαμε μετά απο λίγο να έρχονται στρατιωτικά φορτηγά με στρατιώτες και μικρές υδροφόρες που τις ανέβαζαν πιο εύκολα απο τα μονοπάτια .Ειδα και δυό γυναίκες μαυροφορεμένες που κρατούσαν τσάπες, να τρέχουν πρός το νεκροταφείο .Η φωτιά ειχε ακουμπησει στα κάγκελα των τάφων κι όσα ήταν ξύλινα κάηκαν.Θυμάμαι οτι την επόμενη μέρα οταν πήγα εκει ,η γιαγιά μου έκλαιγε.Είδε το μικρό εκκλησάκι καμμενο και το οστεοφυλάκιο χωρις στέγη με τα κόκκαλα να καπνίζουν ακόμη.
Ομως η μεγάλες εστίες είχαν σβήσει.
Ηταν ο αέρας που έκοψε;
οι κάτοικοι που κινητοποιήθηκαν αμέσως ;
οι στρατιώτες που βοηθησαν ;
η Παναγία που γιόρταζε σε λίγες μέρες ;
οι προσευχές και τα παρακάλια μου να μην καούν τα δέντρα και τα πουλιά;
Δεν ξέρω τι ήταν.
Μέρες πολλές μετά ,μάζευαμε τις καμένες κουκουνάρες με τα άλλα παιδιά και τις κάναμε καραβάκια. Σφηνώναμε ενα ξυλαράκι μ ενα άσπρο χαρτί για πανί, τις ρίχναμε στη θάλασσα και τις παρακολουθούσαμε μέχρι να χαθούν.Κι εκείνη τις έπαιρνε μεσα στη ατραφτερή της αγκαλιά και τις δρόσιζε ,τις αρμύριζε και τις νανούριζε.
Ισως για να γιάνει τον πόνο τους.. .

Πέρασαν 43 χρόνια απο τότε .

Τα χωριά της Χαλκιδικής αφανίστηκαν απο τις πυρκαγιές, απο τις πολυτελείς ,άγαρμπες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις ,χάθηκε το ανθρώπινο μέτρο στις σχέσεις των κατοίκων,κι όλα έγιναν πακέτα στα χέρια στα των τουρ οπερέϊτορς.
Ο,τι απέμεινε έγινε παρανάλωμα του πυρός άπειρες φορές.
Ξεπουλήθηκαν τα πάντα ,έγιναν οικόπεδα και βίλες που θυμίζουν γαμίλιες τούρτες με ψεύτικη σαντιγή.
Οταν ζήσει κανείς σε μέρη τόσο όμορφα,τόσο αγνά και φυσικά,πονάει μετά όσο παράξενο και μελό κι αν ακούγεται.
Ειμαι ευτυχισμένη όμως που μεγαλωσα εκεί μέσα σε μιά τέτοια πανδαισία γαλάζιου ουρανού και πράσινης θάλασας.Και πιστεύω οτι αυτό που μουδωσε εκείνη η δυνατή φύση με τις μυρωδιές και τις αφές της ήταν για μένα ενα εφόδιο αντοχής για όλα τα δεινά που τυχόν ήρθαν στον βίο μου.
Γιατι ειναι σπουδαίο πραγματικά στην ζωή να αποκτα κανείς φυσικές άμυνες κι όχι γελίες φοβίες κι αυτο μόνο η φύση το διδάσκει.

Κανείς άλλος.





***Το κείμενο ειναι αναδημοσίευση απο το την στήλη μου στο Homefood (αΎΓΟΥΣΤΟς 2008)

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009


Απόψε έγινε κάτι μαγικό.Υπήρχε μια σπίθα που σιγόκαιγε εδω και καιρό...μια σκέψη ,μιά ευχή μου σάν αναμένο λιχνάρι...κι απόψε έγινε φωτιά.


Και η αντίστροφη μέτρηση άρχισε...










Η πρώτη φωτιά.


Μέρος πρώτο.








Βίωσα την πυρκαγιά σε μικρή ηλικία, σε παραθαλάσσιο χωριό της Χαλκιδικής. Τα παραθαλάσσια χωριουδάκια της Χαλκιδικής ηταν τοτε στολίδια πανω στο κύμα. Μικρά λιμανάκια με λίγες ψαρόβαρκες, μια ταβερνούλα που ειχε μόνο ντοματοσαλάτες, φρέσκο ψάρι και τηγανιτές πατάτες, τριάντα -σαράντα σπίτια αραδιασμένα εκατέρωθεν ενος χωματόδρομου, κι αυτό ηταν ολο το χωριό.


Γυρω γυρω ο παράδεισος.


Απέραντοι πευκώνες, κυπαρισσάκια που και που, αμπέλια και μικρα χωράφια. Σιτάρι φύτευαν τοτε, ρεβύθια και κριθάρι. Ειχαν και μικρα περιβόλια με του Θεου τα καλα. Φρέσκα φασολάκια,μελιτζάνες και πιπεριές μεγάλες και μικρές, ντομάτες φυσικά και διάφορα αλλα κηπευτικά σε μικρες ομως ποσότητες. Τοσο μικρές που καμμια φορά οταν ανέβαιναν επισκέπτες απο την Θεσσαλονίκη να μας δουν, πηγαίναμε σε δυο και σε τρία περιβόλια για να συμπληρώσουμε τις ποσότητες που θέλαμε για το καθημερινό φαγητό. Μου ειχε κάνει μεγάλη εντύπωση τότε οτι φύτευαν μυρωδικά γύρω απο τα περιβόλια τους. Πάντα όταν περνούσα ανάμεσα στις ντοματιές, τα ρούχα μου ακουμπούσαν σε μάραθα μέντες και δενδρολίβανα.


Το καταλάβαινα αργότερα, οταν τα μύριζα και μοσχοβολούσαν.


Πολύ αργότερα άκουσα απο την γιαγιά μου να λεει οτι στα περιβόλια τους στην Πόλη έβαζαν γυρω τριγύρω μυρωδικά για να παίρνει το ενα απο το άλλο φυτό και να γίνεται πιο μυρωδάτο και νόστιμο.


Η πυρκαγιές σ αυτές τις περιοχές τότε ήταν σπάνιο φαινόμενο.


Την δεκαετία του 1955-65 δεν υπήρχε πυροσβεστικό αυτοκίνητο ούτε γιά δείγμα. Υπήρχαν μόνο κάτι πολύ ψηλά ξύλινα σπιτάκια, οι βίγλες, όπου ανέβαινε κάποιος κάτοικος του χωριού η ο αγροφύλακας και παρακολουθούσε την περιοχή. Τούς έβλεπα αυτούς τους άντρες να είναι εκει ανεβασμένοι με τις ώρες μέσα στο λιοπύρι, με το χέρι στο μέτωπο για την αντηλιά. Ρωτώντας τον παππού μου έμαθα οτι ήταν οι φύλακες του δάσους απο τις πυρκαγιές.


Υπήρχε επίσης στο χωριό «η ποτιστήρα» που εκτελούσε χρέη πυροσβεστικού οχήματος στην ανάγκη. Ήταν ένα μεγάλο αυτοκίνητο-δεξαμενή που έριχνε νερό κάθε απόγευμα στον μοναδικό κεντρικό χωματόδρομο του χωριού για να μη σηκώνεται σκόνη από τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν. Τρέχαμε πίσω της ένα τσούρμο παιδιά, γινόμασταν ένα με την σκόνη και το νερό. Άχνιζε το χώμα απο φρέσκιες γήινες μυρωδιές.


Εκείνο το καλοκαίρι προς τα τέλη του Ιούλιου είμασταν όλη η τσακαλοπαρέα πανω στ’ αλώνια από το πρωί.


Ήταν μέρες με λίγο αεράκι πάντα, οι πρώτες μέρες του Αυγούστου.


Το αλώνι ήταν ενας κυκλικός επίπεδος χώρος σε μέγεθος τόσο όσο χρειάζεται για να στηθεί ένα καρουσέλ.


Ανήκε σ’ όλο το χωριό.


Και για μας τότε σαν καρουσέλ και παιδική χαρά λειτουργούσε. Μας ανέβαζαν δυό-δυό πάνω στη ροκάνα ή αλλιώς στο πατητήρι και άρχιζαν οι βόλτες γύρω-γύρω. Αλώνιζαν ρεβύθια θυμάμαι εκέινη την εποχή μετά το στάρι και το κριθάρι που είχαν προηγηθεί. Τα μάτια του αλόγου που έσερνε τη ροκάνα ήταν δεμένα μ’ ενα μαύρο μαντήλι. Ρώτησα θυμάμαι γι’ αυτό το μαντήλι τον σπιτονοικοκύρη μας, που μ’ έπαιρνε μαζί του στα αλώνια, και γελώντας μου ειχε πει ότι το φορούν στο άλογο για να μην ζαλίζεται απ’ τους γύρους.


Δεν ξέρω ακόμη αν μου έλεγε αλήθεια ή μου έκανε πλάκα...


Ρίχνανε τον καρπό τριγύρω από το αλώνι, περνούσαμε εμείς από πάνω του καθισμένοι στη ροκάνα, και το τσόφλι του καρπού θρυματιζόταν και μοσχοβολούσε. Μετά παίρνανε το «πχούλι», ένα ξύλινο πηρούνι με δύο δόντια και συγκέντρωναν τον καρπό στη μέση του αλωνιού.


Κι εκεί άρχιζε η ιεροτελεστία του λιχνίσματος, ένα πανηγύρι για μας.


Υπήρχε μια κίνηση που είναι μπροστά στα μάτια μου ακόμη και τώρα, μετά από τόσα χρόνια.


Ο κυρ Τάσος έπιανε το καρπολόι, ένα τρίκρανο ξύλινο πηρούνι σαν την τρίαινα του Ποσειδώνα και σήκωνε τον καρπό ψηλά.


Μου φαινόταν ότι τον πέταγε μέχρι τον ουρανό.


Τα παιδικά μου μάτια κοίταζαν αυτά τα μικρά σποράκια να ανεμίζουν πάνω από το κεφάλι μου σαν σύννεφο κι εκεί στον αέρα γινόταν το μαγικό. Ο καρπός ξεχώριζε απο το τσόφλι του, έπεφτε πριν απ’ αυτό στη γη απο τη μια μεριά κι όλα τα ελαφριά μικρά κομματάκια από το τσόφλι του έπεφταν σε μια άλλη. Κάθε που η τρίαινα σήκωνε τον καρπό, εμείς τρέχαμε κάτω από ‘κει που γινόταν το ξεχώρισμά του.




Έπεφτε επάνω μου τότε μια αχνή, λεπτή σκονίτσα σαν πούδρα που καθόταν παντού. Στα κοτσιδάκια μου, στα λιοκαμμένα μου μουτράκια, στα φρύδια μου... Έμπαινε και φώλιαζε στις μασχάλες μου, στο λαιμό και τα πόδια μου, στην κοιλιά μου.


Πέταγα τους φιόγκους μου χάμω και δε μ’ ένοιαζε τίποτα.


Ήθελα μόνο αυτό.


Το μίγμα της σκόνης τ’ αλωνιού που μύριζε ρετσίνι και καμμένο αλεύρι να ραντίζει το κεφάλι μου, να χαϊδεύει τα μάγουλά μου κι εγώ πιασμένη απ’ το χέρι με τα άλλα παιδιά να ξεκαρδίζομαι και να τρέχω.


Με την ευτυχία έναν καταρράχτη μέσα μου ...να σκάει στα τρίσβαθα του είναι μου και να μου ξεπλένει την ψυχή. Η ευτυχία εκείνη ακόμη με ακολουθει κι αναδεύεται μέσα μου κάθε που βλέπω καρπούς.


***Συνεχίζεται.


Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Η θεία Ελβίρα (συνέχεια)****


«Κατάλαβες παιδί μου;» μου είπε κάποια στιγμή.

«Εμείς τότε δεν είχαμε τίποτε. Μήτε φουστανάκι να φορέσουμε. Ένα είχαμε για κάθε μέρα, που το πλέναμε το βράδυ και το φορούσαμε το πρωί, πολλές φορές και βρεμένο.Κι ένα ακόμα, στο κρεμαστάρι για την εκκλησιά το Πάσχα και τα Χριστούγεννα ,κρεμασμένο εδωνά, πίσω από την πόρτα και κουκουλωμένο με ένα άσπρο πανί να μη σκονίζεται. Παντόφλες ή «λάστιχα » για κάθε μέρα στα πόδια κι ένα ζευγαράκι παπούτσια διπλοσολιασμένα για τις γιορτές.Εμένα το μάτι μου όμως στην εκκλησιά ήταν στην αρχόντισσα την Πωλίνα.

Ζήλευα τις δαντέλες της , τα φορέματά της, μα πιο πολύ από όλα εκείνο το σεντεφένιο το τσαντάκι που κρατούσε.Και το μαντηλάκι της το ζήλευα. Το έβγαζε κάθε τόσο από μέσα από το τσαντάκι και το ακουμπούσε στο μέτωπό της και μοσκοβολούσε ο τόπος γιασεμί. ΄Ομως εκεί που μ’ ήρθε να σκάσω ήταν μια μέρα έξω από την εκκλησιά που η Πωλίνα η αρχόντισσα έκατσε γιατί της ήρθε λιγοθυμιά. Αφού τη συνεφέραμε με νερό και της τρίψαμε τα χέρια,έβγαλε από αυτό το τσαντάκι που σας λέω, ένα κατιτίς που γυάλιζε μικρούτσικο τόσο δα.Και τι ήταν λέτε βρε κορίτσια; ΄Ενα καθρεφτάκι. ΄Ενα μικρό καθρεφτάκι με χερούλι φιλντισένιο ,με σκαλίσματα ένα γύρο , και στολισμένο με κοράλια. Εμένα έμεινε το μάτι μου εκεί, μαζί κι η καρδιά μου.Απο τότε εχω μανία με τους καθρέφτες. Δεν βλέπετε εδώ τι γίνεται; «Από τότε με έμεινε το χούι» είπε η θεία Ελβίρα με ένα μικρό γελάκι και σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε.

Είδα τότε μέσα στο βλέμμα της πάλι εκείνη την φλογίτσα που έλαμπε σαν νάταν ξεπεταρούδι εφηβάκι που κάνει σκανδαλιές.

« Και μη με κοιτάς έτσι δά» συνέχισε. «Σας είπα .Εμείς τότε τίποτα δεν είχαμε». Και κατέβασε μια γερή γουλιά τσίπουρο, κουνώντας το κεφάλι της.

Η φίλη μου που ήξερε λίγο πολύ αυτές τις διηγήσεις της θείας Ελβίρας κι από άλλες φορές την διέκοψε.

«Άντε θκειά» της είπε γελώντας.» Πες μας τώρα πως γνώρισες τον θείο. Αξίζει τον κόπο» .

Με το που το άκουσε η Ελβίρα , θες από τα τσίπουρα θές από τα γεγονότα αυτής της γνωριμίας που κατέκλυσαν μεμιάς το μυαλό της, έσκασε στα γέλια. Γέλασε τόσο πολύ που δάκρυσαν τα μάτια της, χτυπούσε τα γόνατα της με τα χέρια της πιάνοντας ταυτόχρονα το φουστάνι της κι άφηνοντας να φαίνονται γυμνά τα γόνατά της.Γύρισε σε μένα σκουπίζοντας τα μάτια της και είπε γελώντας πάντα. «Τούβλο.Τούβλο όνομα και πράμα αυτός ο έρωτας παιδάκι μου».

Γύρισε πάλι πρός την μεριά μου και με κοίταξε.«Τυχερές εσείς οι νέες κοπέλες ...τυχερές» είπε.«Εμείς τότε ήμασταν δεμένες πισθάγκωνα ,φυλακισμένες μας είχαν οι γονιοί μας. Άντε να ξεμυτούσες τότε απ την πόρτα.Δεκαεννιά χρονών ήμουνα κι ακόμα ξύλο έτρωγα απ τον πατέρα μου.Έλα ομως που ο έρωτας τρυπώνει απ τα παράθυρα.Κάθε πρωί τον έβλεπα τον έρωτα απο δωνά, περνούσε καβάλα στ άλογο. Ξάδερφος της Πωλίνας της αρχόντισσας ,πρώτος του χωριού,γαμπρός περιζήτητος.Κι εγώ να λυώνω σαν το κεράκι.Κι είχαμε και τον καημό που δεν μπορούσαμε να συναντηθούμε.Εκει στο περβάζι απ το παραθύρι ειχα μια πέτρα τάχα να κρατάει το παντζούρι κι έβαζα απο κάτω κανένα σημείωμα με δυό λόγια να το βρεί το βράδυ όταν γύριζε απ τα κτήματα.Αφηνε κι εκείνος άλλο δικό του μόλις το διάβαζε και πάει λέγοντας.Βάσανο παιδάκι μου ,σκέτο βάσανο .

Εσείς τώρα τα χαίρεστε όλα.Έχετε τα τηλέφωνα,τις καφετέριες,τα πάρκα κι ενα σωρό άλλα» ειπε η θεία Ελβίρα κι έσκασε πάλι στα γέλια με τα πονηρά ματάκια της να βγάζουν φωτιές.

«Και νάταν μόνο αυτό καλά θά ταν »πρόσθεσε.«Η γειτόνισα απέναντι μας πήρε χαμπάρι.Έφερε τα χαμπέρια στον πατέρα μου και που σε πονεί και που σε σ’κώνει Ελβιρα!Μ έκοψε τις κοτσίδες μου ο αθεόφοβος και με κλείδωσε μέσα σαν τον ποντικό.Η μάνα μου; Κουβέντα.Που να τολμούσε.Έκλαψα με μαύρο δάκρυ τότε.Εκανα να κοιταχτώ στον καθρέφτη οκτώ μήνες ,απ τον φόβο μη και δω τα μούτρα μου.»Σ αυτό το σημείο της διήγησής της η θεία Ελβίρα έγινε απότομα σκυθρωπή.Και μου φάνηκε οτι πιό πολυ απ όλα ,αυτό που της κόστισε περισσότερο, ήταν που δεν ήθελε να κοιταχτεί στον καθρέφτη.Αλλά μπορεί να ήταν κι η ιδέα μου. «Και μετά ;μετά τι έγινε ο έρωτας;» ρώτησα μ ενδιαφέρον.

Η θεία Ελβίρα σηκώθηκε σβέλτα σβέλτα ,έφερε στο τραπέζι ένα πιάτο με ντολμαδάκια που είχαν γίνει στο μεταξύ και συνέχισε.«Μετά τα πράγματα ήταν ακόμη πιό δύσκολα.Ο Παναγιωτάκης μου άλλαξε δρόμο για να μην αγριέψει κι άλλο η κατάσταση .Να με γυρέψει απ τον πατέρα μου ούτε λόγος αφου είχε τρείς αδερφές να παντρέψει.Κι ετσι τον έχασα.Για λίγο όμως.Γιατί ο έρωτας παιδί μου δεν κρατιέται.Έστιβα το μυαλό μου μέρα νύχτα να βρώ τον τρόπο να τον ξαναβλέπω.Και μιά μέρα μού ρθε η ιδέα.Κεντούσαμε τότε όλες οι κοπέλες ,ξέρεις ,τα προικιά μας.Διασχίζαμε λοιπόν την πλατεία του χωριού για να πάμε στο μαγαζάκι του μπαρμπα Αλέκου και να πάρουμε μουλινέδες και κουβαρίστρες.Δίπλα απο τον μπαρμπα Αλέκο ήταν και το μπακάλικο του χωριού.Είχα επομένως δυό καλές ευκαιρίες.Έλα όμως που έπρεπε να βλέπει κι όλο το χωριό οτι κάτι κουβαλούσα.Κι εδώ μπαίνει το τούβλο που είπα στην αρχή.Έπαιρνα το λοιπόν μια πάνινη τσάντα, έβαζα μέσα ένα τούβλο απ τον φράχτη και την κρατούσα για να βλέπουν οι χωριανοί οτι πάω κάπου η οτι έρχομαι απο κάπου οπου ψώνισα.

Τι ψωνιζα;Τίποτα.

Είχα το τούβλο και το πήγαινα και το έφερνα πέρα δώθε.

Ο σκοπός μου ήταν να περνάω απ την πλατεία γιατί εκεί καθόταν ο Παναγιωτάκης τ απογεύματα κι έπινε τον καφέ του.Ετσι κουβάλησα πολλά τούβλα.Έκτιζες κοτζάμ σπίτι αν τά βαζες το ένα πάνω στ άλλο.Κι έτσι κι έγινε δηλαδή γιατί στο τέλος το κτίσαμε το σπίτι με τον Παναγιωτάκη.Το βάρος όμως απο κείνα τα τούβλα έμεινε θαρρώ μέσα μου, εδώ να» είπε η Ελβίρα κι έδειξε με το χέρι της το στήθος της. «Και νομίζω οτι και τώρα να ερωτεύομουν πάλι τούβλο θά ψαχνα για να μη φανερωθώ.Τι τα θές παιδάκι μου...κακό πράγμα ο άνθρωπος να μη χορτάσει λεύτερος την νιότη του.

Κι ακόμη χειρότερο ...να γεράσει κι αντί νάναι αλαφρύς σαν τ αεράκι νάχει αυτό το βάρος εδώ».Και ξαναδειξε το στήθος της.
Πέρασα πέντε αξέχαστες μέρες τότε στο σπίτι της θείας Ελβίρας.

Γεμάτες μέρες.

«Τούβλα »πήγαν κι ήρθαν πολλές φορές σ όλα τα μήκη και τα πλάτη και του δικού μου βίου.Κι ας πίστευε η θεια Ελβιρα οτι εμεις οι νεοτερες βιωνουμε αποενοχοποιημένα και ελεύθερα τις σχέσεις μας.

Αμ δε!
********πρώτη δημοσίευση στην στήλη μου του homefood τον Σεπτέμβριο του 2008.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Η θεία Ελβίρα****


Στην Πρoσοτσάνη, ένα χωριό της Δράμας, γνώρισα την θεία μίας φίλης μου, την Ελβίρα.

΄Ηταν τότε 74 χρονών και από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μας αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η ζεστασιά των χεριών της και η νεανική σπιρτάδα των ματιών της.Είχα την αίσθηση ότι μου συστήνουν μιά συνομήλικη ή και μικρότερη γυναίκα όταν μου έδωσε το χέρι της. Ήμουν τότε γύρω στα σαράντα και μόλις είχα μπεί στη διαδικασία να προσέχω τους ανθρώπους που ήταν πάνω απο εξήντα χρονών. Μέχρι τότε περνούσαν απαρατήρητοι απο μπροστά μου, όπως και οι πολύ μικρότεροι, που μάλλον ήταν σάν να μήν υπήρχαν για μένα καθόλου.

Το σπίτι της θείας Ελβίρας ήταν ένα παλιό αρχοντικό, καλά διατηρημένο χάρη στην φροντίδα της, μεγάλο για μιά μόνη χήρα γυναίκα και γεμάτο παλιά έπιπλα, καθρέφτες και λουλούδια.Κυρίως όμως καθρέφτες.

Η θεία Ελβιρα χαμογέλασε σαν μικρό κοριτσάκι όταν ρώτησα γι αυτό τον ασυνήθιστο αριθμό καθρεφτών κι απέφυγε να μου απαντήσει. Είδα όμως στα μάτια της τη σπιρτάδα που έχουν οι έφηβοι όταν κάνουν κάτι μόνο και μόνο για να τρελάνουν ή να αναστατώσουν.

Ετοίμαζε τον καφέ καθισμένη σε μια καρέκλα δίπλα στή μασίνα. Έριχνε κλεφτές ματιές από το παράθυρο που έβλεπε στόν δρόμο και σηκωνόταν ελαφρά απο την θέση της. Μετά, αφού τον ετοίμασε και μας σέρβιρε, άρχισε να τυλίγει σαρμαδάκια με αμπελόφυλλο με μια τέλεια δεξιοτεχνία και γρηγοράδα, βάζοντας το μικρό της δάχτυλο για μεζούρα ώστε να γίνουν όλα ίδια και μικρά μικρά, τα αράδιασε σε μιά πλατιά μαντεμένια κατσαρόλα, έριξε απο πάνω αγουρίδες και τα έβαλε στην εστία της μασίνας. Φρόντισε κι έφερε ξύλα απο την αυλή και δυνάμωσε την φωτιά της. ΄Ηταν μήνας Απρίλης αλλα το κρύο βαστούσε δυνατό ακόμη σε κείνα τα μέρη. Και μέσα από όλο αυτό το πήγαινε -έλα, σήκω -κάτσε, μιλούσε ασταμάτητα, ρωτούσε ασταμάτητα και άκουγε ταυτόχρονα τις απαντήσεις μας.

Μπήκε με μιά ιδιαίτερη μαεστρία σε ερωτήσεις που αφορούσαν την ερωτική μας ζωή, χωρίς να μας δημιουργήσει την παραμικρή εντύπωση ότι χώνεται στα προσωπικά μας. Κατάλαβα οτι την ενδιέφερε πάρα πολύ να μάθει για το πως βιώναμε εμείς οι νεότερες τις ερωτικές μας σχέσεις σε μιά εποχή πολύ διαφορετική από την εποχή της δικής της νεότητας. 'Ηθελε να ακούσει, ενδιαφερόταν, ρωτούσε και κουνούσε χέρια και κεφάλι πέρα δώθε με έναν τρόπο πού θα ζήλευε και η πιό εκφραστική τηλεπαρουσιάστρια πρωινάδικου.

Που και που έρριχνε φευγαλέες ματιές στον καθρέφτη της κουζίνας. ΄Ηταν ένας υπέροχος μπιζουτέ καθρέφτης κρεμασμένος στον τοίχο με ένα χοντρό κορδόνι που κατέληγε σε δυο κόκκινες φούντες.Και ήταν σε τέτοιο σημείο τοποθετημένος πάνω στον τοίχο ώστε δεν υπήρχε περίπτωση να είναι κανείς εκεί μέσα και να μη τον κοιτάξει. Όταν η θεία Ελβίρα κατάλαβε από το βλέμμα μου ότι η σχέση της με το καθρέφτη με είχε εντυπωσιάσει, μας μάζεψε γύρω από την μασίνα,έτοιμη να μας πει τις ιστορίες της.
Eφερε κοντά ένα μικρό τραπεζάκι κι άρχισε να αραδιάζει επάνω του διάφορα. Μια καράφα με τσίπουρο, διάφορα πιατάκια και πιατούδια με μεζεδάκια, μέχρι και λιαστές ντοματούλες από τα χεράκια της κουβάλησε. Κάθε φορά που προσκόμιζε πιατάκι ,έλεγε και την ιστορία του περιεχομένου, σύντομα μεν, αλλά πολύ κατατοπιστικά ώστε να ξέρουμε τι τρώμε. Και κάθε φορά, έστρεφε το κεφάλι της και μας κοίταζε μέσα στα μάτια, για να δεί πόσο ευχαριστημένες ήμασταν και κατέβαζε και μιά γουλιά τσίπουρο.Ξαφνικά σταμάτησε να πηγαινοέρχεται κι έκατσε δίπλα μας .Σταύρωσε τα χέρια της κάτω από την ποδιά της κι άρχισε να μιλάει.Στην αρχή λίγο γρήγορα αλλά μετά τη δεύτερη, τρίτη πρόταση, η φωνή της ηρέμησε .Είχε μιά εκπληκτική ικανότητα να μιλάει χωρίς να τη βαριέσαι ή να πλήττεις ,όπως συνέβαινε συνήθως με τους ανθρώπους της ηλικίας της.Αυτό που κυρίως την βασάνιζε ήταν ότι δεν έζησε την ζωή της όπως την ήθελε.

****Συνεχίζεται.


Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

«Δεν θα γίνω άνθρωπος»****


Ο Μάκης ηρθε στη γειτονιά μας την δεκαετία του 60 στο μέσον της σχολικης χρονιάς.
Ηταν ενα αγόρι λεπτό σαν κλαδάκι και πολύ μελαχρινό με πανέμορφα μαύρα μάτια.Η δασκάλα μας η κυρία Φανή τον υποδέχτηκε με ύποπτο βλέμμα κουνώντας τον κότσο της περα δώθε με αποδοκιμασία .
Τον λόγο τον ξέραμε ολοι πολύ καλά. .
Ο Μάκης είχε μείνει δύο χρονιές στην ίδια τάξη και αντί να ειναι στην πέμπτη δημοτικού ηταν στην τρίτη .Η δασκάλα μας σαραντάρα τότε με αρκετή πείρα στην καμπούρα της ,ήξερε πολυ καλά τι την περίμενε.
Τον έβαλε στα τελευταία θρανία ,εμείς ξανασκύψαμε στα αναγνωστικά μας και όλα φάνηκαν να μπαίνουν ξανά στην ρουτίνα.
Φαινομενικά .
Γιατί ο Μάκης απο την πρώτη μέρα που στρώθηκε στο τελευταίο θρανίο ,άλλαξε την ατμόσφαιρα της τάξης σε χρόνο μηδέν χωρις να κουνήσει το μικρό του δαχτυλάκι.Η τάξη μύριζε μπαρούτι ,εμείς κάθε λίγο και λιγάκι στρέφαμε τα κεφάλια μας πίσω να δούμε τι κάνει ,κι αυτό που αντικρύζαμε σε κάθε στροφή της κεφαλης μας ήταν ενας Μάκης που άλλωτε τραβούσε τα χείλια του με τα δυό του δάχτυλα προσπαθώντας να μιμηθεί το χαμόγελα των κλόουν κι άλλωτε φούσκωνε τα μάγουλά του και τα χτυπούσε ρυθμικά μέχρι να βγει όλος ο αέρας κάνοντας αστείους θορύβους που μας έκαναν να διαλυόμαστε κυριολεκτικά απο τα γέλια.
Η κυρία Φανη όμως έκανε υπομονή.
Και οι μέρες κυλούσαν σαν ενα μπαλόνι που φούσκωνε σιγά σιγα σαν τα παιδικά μάγουλα του Μακη.
Ωσπου κάποια μέρα κι ενω η καλή μας δασκάλα ήταν στραμένη στον πίνακα και έγραφε περιχυμένη με την απαλή πούδρα της κιμωλίας παντού στα ρούχα της,ο Μάκης έκανε γιούργια στην έδρα κι άρπαξε την βέργα της κυρίας Φανής και την μετέφερε στο θρανίο του.
Ακούστηκαν πάλι πνιχτά γέλια ,η κυρία Φανη γύρισε και αντιλήφθηκε αμέσως τι ειχε συμβει κι απο εκείνη την στιγμή άρχισε να διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια όλων μας μια κωμικοτραγική κατάσταση που έμεινε χαραγμένη στα χρονικά του σχολείου για πάντα.
Ο Μάκης αρνήθηκε να ξαναφήσει την βέργα εκει που την βρήκε, παρ ολη την αρχική καλή της διάθεση, η αμοιρη δασκάλα έχασε την υπομονή της κι ίσως προς στιγμήν και το μυαλό της απο την αγανάκτηση που έβραζε μέσα της εδω και καιρο και στην προσπάθεια της να του την αποσπάσει τραβώντας την απο τα χέρια του, ο Μάκης αγρίεψε ,σήκωσε την βέργα και την κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι της .
Είδαμε έντρομοι την δασκάλα μας γεμάτη αίματα ,κάποιοι απο μας τρόμαξαν κι έβαλαν τα κλάματα ,ήρθαν απο τις διπλανές τάξεις οι δάσκαλοι,ο διευθυντης για τις πρωτες βοήθειες και μέσα σ αυτο το αλαλουμ ο Μάκης βρήκε ευκαιρία και δραπέτευσε απο την τάξη.
Που πήγε όμως ουδεις ήξερε.
Το σχολείο ήταν τοιχισμένο με αυλόγυρο κτιστό με ύψος πάνω απο δύο μέτρα και στην κορυφή αυτου του ψηλού τοίχου υπήρχαν σ όλο του το μήκος σπασμένα γυαλιά που τα είχαν βάλει επιτηδες για τυχόν αποδράσεις η και εισβολές .Η αυλόπορτα ηταν κλειδωμένη απο τον επιστάτη και δεν υπήρχε κανένας τρόπος ο μικρός δράστης να είχε δραπετευσει.Οι δάσκαλοι το θεωρησαν δεδομένο οτι καποια στιγμή θα εμφανιστεί και μας ξαναέβαλαν στις τάξεις .Στη δική μας τάξη ήρθε ο διευθυντής για να καλύψει την θέση της τραυματισμένης δασκάλας και θυμάμαι οτι μας είχε βάλει μια εργασία για να μας απασχολήσει κρατώντας μας σιωπηλους,ενω πηγαινοερχόταν μέσα εξω και ρίχνοντας ματιές απ τα παράθυρα της μεγάλης σάλας στην αυλή μήπως και δει τον μικρό ταραξία.
Και ξαφνικά μέσα σε κείνη την ησυχία ακούστηκε πολύ κοντά στο παράθυρο της τάξης μας η φωνή του Μακη.
Στρέψαμε όλοι μαζί τα κεφάλια μας προς το μέρος που ακουγόταν κάτι σαν τραγούδι κι είδαμε τον Μάκη σκαρφαλωμένο στην μεγάλη μουσμουλια να κοιτάει μέσα στην τάξη και να τραγουδαει ενα λαϊκό τραγούδι της εποχής με τον εξης πονεμένο στίχο:
«Μάνα μου με σκοτώσανε /δυο μαχαιριές μου δώσανε».
Δεν μπορω να περιγράψω τι έγινε μέσα στην τάξη.Εμείς κοιτάζαμε αποσβολωμένοι ,ομως ο διευθυντής είχε αναλυθεί σε γέλια με λυγμούς που προσπαθησε να τα κρύψει τρέχοντας εξω απο την τάξη.
Κατέβασαν τον Μάκη μετα κόπων και βασάνων απο την μουσμουλιά μετα απο πολλές ώρες και τον έστειλαν συνοδεία του επιστάτη μας στο σπίτι του.Η μάνα του αφου έμαθε τα καθέκαστα και κατάλαβε οτι την επομένη θα έχανε το μεροκάματο γιατι έπρεπε να τον συνοδέψει στο γραφείο του διευθυντη ,άρχισε να τον κυνηγάει ολούθε στο σπίτι για να του τις βρέξει τσιρίζοντας
«δεν θα γίνεις άνθρωπος! Δεν θα γίνεις άνθρωπος!»
Απορία που μου δημιούργησε αυτή η έκφραση της...!
Αναρωτιόμουν «μα δεν ειναι ανθρωπος;»«κι αν δεν ειναι ανθρωπος τοτε τι ειναι;».
Αυτο το «δεν θα γίνεις άνθρωπος» της μάνας του Μάκη επαναλαμβανόταν σε μόνιμη βάση έκτοτε, όποτε ο Μάκης έκανε σκανδαλιές κι αταξίες.
Ακόμη και ο ίδιος ο μικρός Μάκης μόλις έκανε κάποια αταξία πήγαινε κλαίγοντας εξω απ τα παράθυρα του σπιτιού του και φώναζε, ανάμεσα σε αναφυλλητά
«Μάνααααα!Δεν θα γίνω άνθρωπος ,δεν θα γινω άνθρωπος ,δεν θα γίνω άνθρωπος!!!!»

Ήταν το σημάδι πως ήταν έτοιμος να φάει ξύλο.


****πρώτη δημοσίευση στην στήλη μου του
Homefood τον Νοέμβριο του 2008.
*στην φωτογραφία ένα κομμάτι θέας απ το παράθυρό μου.

Επαφές

Δημοφιλείς αναρτήσεις

ΥΠΟΓΡΆΨΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΔΩ