Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Διψαω γι' αγαπη πειναω γι' αγαπη ποναω γι' αγαπη.
Ουρλιαζω γι' αγαπη πεθαινω γι' αγαπη αλλα
ειμαι ο λυκος ο κακος λυκος και δεν γινεται
Δεν ειναι δυνατον τετοια αισθηματα να εχω

Γιατι αν το μαθουνε τα προβατα
θα πεσουνε να με σπαραξουν.

Ο υπεροχος ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

                                                               

Τετάρτη 6 Μαΐου 2020

Δέκα βήματα του έρωτα
06-05-2020
Βγήκα χτες βράδυ πάλι στο μπαλκόνι, αυτό το στενό και άβολο, για την νυχτερινή μου ανάσα.
Άνοιξη στο φόρτε της.
Ακακίες τρελαμένες από ανθοφορία με λυγισμένα  κλαδιά απ’ τα μυρωδάτα μπουκέτα των λουλουδιών.
Χαρακτηριστικό άρωμα, έντονο.
Θυμάμαι πουλούσαν κάποτε χύμα κολόνια ακακία, όπως και γαρδένια και λεμόνι.
Ήταν οι δεύτερες γυναικείες κολόνιες όπως έλεγε η μάνα μου.
Αυτές που μας περιέλουζαν μετά το μπάνιο.
Τις πολυτελείας τις φύλαγαν μαζί με τα καλά μας ρούχα για την Κυριακή και τις γιορτές.
Εμεναν τότε για χρόνια σφραγισμένες ολόκληρες σαλοτραπεζαρίες.
Άνοιγαν μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές ενώ οι οικογένειες στριμώχνονταν σε λίγα τετραγωνικά να περνούν την καθημερινότητά τους.
Όταν καμιά φορά μ’ έστελναν χειμωνιάτικα να φέρω κάτι από κει μέσα ένοιωθα έντονη ψυχρολουσία με το που άνοιγα την πόρτα.
Ο χώρος εκεί μύριζε αλλιώς.
Δεν μύριζε ανθρωπίλα.
Μύριζε το φυλαγμένο σπιτικό λικέρ και το ξύλο απ’ τα αχρησιμοποίητα έπιπλα.
Η μηχανή σταμάτησε ακριβώς κάτω απ’ το μπαλκόνι μου.
Είχε τον χαρακτηριστικό θόρυβο του απαλού ντούκου ντούκου των μηχανών μεγάλου κυβισμού.
Γυάλιζαν τα κράνη τους κάτω απ’ το φως του τηλέγραφου.
Η συνοδηγός είχε αγκαλιά απ’ την μέση τον οδηγό.
Είδα τα πόδια της να πετάνε από γρηγοράδα όταν ξεκαβάλησε.
Εβγαλε το κράνος της κι ήρθε στο πλάι του.
Χύθηκαν τα μαλλιά της πάνω στο σάκο που κρεμόταν στην πλάτη της.
Εκείνος έμεινε πάνω στη μηχανή, με το κράνος, έγειρε το κεφάλι του απ’ την μια πλευρά κοιτώντας την, μια υπέροχη κίνηση που κάνουν ακόμη και οι σκύλοι όταν τους δείχνεις η τους λες κάτι παράξενο.
Έμεινα εντελώς ακίνητη στο μπαλκόνι.
Δεν ήθελα να την χάσω αυτή την εικόνα.
Άνοιξε η καρδιά μου έτσι που τους έβλεπα.
Ο κοροναιός τα μάζεψε κι εξαφανίστηκε έντρομος.
Ο νεαρός άντρας άπλωσε τα χέρια του την τράβηξε απότομα επάνω του απ’ την μεσούλα της, μετά τα χέρια του σηκώθηκαν και φυλάκισαν το πρόσωπό της στις παλάμες του και κόλλησε το πρόσωπό του στο δικό της.
Το ίδιο έκανε κι αυτή.
Απλώθηκαν τα χέρια της στο λαιμό του κι έκλεισαν πίσω απ’ το σβέρκο του.
Κυκλωτικές κινήσεις, κτητικές, γεμάτες τρυφερότητα και δύναμη.
Τα κορμιά και τα χείλη τους αποχωρίστηκαν και συναντήθηκαν ξανά και ξανά.
Εκείνη που και που ξεκαρδιζόταν με σύντομα πνιχτά γελάκια που της τα τέλειωνε απότομα με τα φιλιά του.
Τον είδα να φεύγει με τη μηχανή στο ρελαντί.
Το κορίτσι σήκωσε το χέρι ψηλά ενώ τον περίμενε να εξαφανιστεί στη γωνία, προφανώς την κοιτούσε μέσα απ’ τους καθρέφτες της καρδιάς του.
Κλείνοντας την μπαλκονόπορτα θυμήθηκα.
Μια ταβέρνα κάπου στα κάστρα της Θεσσαλονίκης.
«Μακεδονικό» την λέγαμε τότε.
Μπροστά στην αριστερή πορτάρα κοντά στη στάση 23.
Ερασιτέχνες φοιτητές με μπουζούκια, κιθάρες, τουμπερλέκια και μπαγλαμάδες σε γλέντια μέχρι το πρωί.
Μόνο με μεζέ και κρασί.
Χώροι που γέννησαν τις μετέπειτα ρεμπέτικες κομπανίες.
Χάραζε θυμάμαι.
Δίπλα μου ντάνες με καφάσια γεμάτα άδεια μπουκάλια ρετσίνας με τη γνωστή μυρωδιά.
Γύρω μου μια αγκαλιά.
Μέσα μου ο χρόνος.
Ο άπειρος.
Αυτός που κάνει τα νιάτα να μη λογαριάζουν τίποτα.
Η πιο γλυκιά απάτη της ζωής.
Δημοσιευμένο στο www.thegreekcloud.com σήμερα.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020



Σεντόνι από ασβέστη.
Ανεβαίνει η θερμοκρασία σιγά σιγά.
Είναι η εποχή που πετάμε μακριά μανίκια, κάλτσες, κλειστές παντόφλες,χειμωνιάτικες πιτζάμες.
Διψάω για παγωμένο καφέ συχνότερα.
Βγάζω το πόδι μου απ την κουβέρτα τη νύχτα.
Ξύπνησα μ ένα όνειρο ζωντανό χθες βράδυ.
Σαν ταινία ,μπροστά μου.
Ενας τοίχος καθόλου ίσιος.Καθόλου λείος.
Δίπλα μου,κολλητά στο σώμα μου.
Τον ψάχνω με τα δάχτυλα του χεριού μου και νοιώθω μικρά κομματάκια του σουβά να θρυμματίζονται στη χούφτα μου.
Εχω ανοιχτά μάτια στο απόλυτο σκοτάδι.
Δεν ακούω ήχους.
Φέρνω το χέρι μου στη μύτη μου ,μυρίζει ασβέστη.
Δε μου φτάνει.
Σηκώνω το πόδι μου από το ύψος του μηρού και το ακουμπάω πάνω του.
Δροσιά.
Ελαφρά υγρασία.
Το σέρνω αργά αργά όσο μπορώ πιό χαμηλά και πάλι ψηλά.
Θυμάμαι.
Αυτή την κίνηση ,απ τα τέσσερα χρόνια μου πάνω στον τοίχο ,δίπλα στο κρεββάτι μου.
Τα μεσημέρια του καλοκαιριού.
Τα ζεστά βράδια.
Να παίρνω δροσιά.
Κι απ έξω, κάτω απ το παράθυρο με τα κλειστά παντζούρια, τη λαχανιασμένη ανάσα κάποιου.
Που προσπαθούσε να ξαποστάσει στο πεζούλι μας.
Είναι αλήθεια πως μια νύχτα αφουγκράστηκα μια πιο βαριά ανάσα.
Μα ήμουν παιδί κι απλά φοβήθηκα λίγο.
Hμασταν τόσο κοντά οι άνθρωποι.
Τόσο πολύ κοντά.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Ελεφάντινα ομοιώματα
27-04-2020
Η μάνα μου νόσησε από καρκίνο της γνάθου.
Ο καρκίνος διαγνώστηκε άκρως επιθετικός και την τελείωσε σε ενάμιση χρόνο.
Ήταν ογδόντα τριών χρόνων υγιέστατη καθ’ όλα.
Δεν είχε πιει αλκοόλ ποτέ, δεν είχε καπνίσει, δεν είχε κάνει καταχρήσεις κανενός είδους.
Για πολλά χρόνια, πάνω από δεκαπέντε, δεν έτρωγε κρέας παρά μόνο ψάρια που ψάρευε ο πατέρας μου, και λαχανικά που καλλιεργούσαν στο μικρό μας κτήμα στη Νέα Μηχανιώνα, χωρίς λιπάσματα.
Ήταν μια μορφή της αρρώστιας εφιαλτική και η κατάσταση αφόρητη.
Γι αυτήν κυρίως μα και για μένα.
Έβλεπα καθημερινά, ενώ προσπαθούσα να την ταΐσω, τη στοματική της κοιλότητα να λιώνει, να σαπίζει μέσα σε αβάσταχτους πόνους.
Κάθε περιγραφή που θα μπορούσα να κάνω θα ήταν γελοία μπροστά σ’ αυτό που ζήσαμε οι δυο μας μέσα στο δωμάτιό της.
Δεν μπορούσε να κάνει χημειοθεραπείες λόγω ηλικίας και δεν δέχτηκα να γίνουν ακτινοβολίες για πολύ συγκεκριμένους λόγους.
Το μόνο που έγινε ήταν μια σοβαρή χειρουργική επέμβαση πολλών ωρών στην δεξιά πλευρά της γνάθου όπου μπήκε μόσχευμα.
Αυτό απλά θα κρατούσε την κατάστασή του στόματός της σε καλύτερη κατάσταση.
Ο θάλαμος νοσηλείας της ήταν τεράστιος, με περιπτώσεις παρόμοιες.
Δέκα γυναίκες με καρκίνο του στόματος εγχειρισμένες με τους σωλήνες φαγητού να κρέμονται και με τις μύτες μπανταρισμένες σαν ελέφαντες.
Μια φρικιαστική εικόνα που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου.
Την πρώτη βραδιά που βγήκε από την εντατική έπρεπε να μείνω μαζί της.
Έπρεπε να βγάλω τη νύχτα σε μια πλαστική καρέκλα σαν αυτές που πουλάν οι τσιγγάνοι τα καλοκαίρια με τα φορτηγά τους.
Το σώμα μου ήταν ήδη τσακισμένο από την ένταση των ημερών κι ένιωθα τη μέση μου διαλυμένη.
Παρ όλα αυτά έκατσα υπομονετικά αρκετές ώρες δίπλα της.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει έξω.
Στην άκρη του δωματίου υπήρχε μια κυρία που είχε κι αυτή τη μητέρα της στην ίδια κατάσταση.
Ήταν από μέρες εκεί κι είχε νοικιάσει, όπως μου είπε, μια πολυθρόνα απ’ αυτές που γίνονται κρεββάτι.
Άνοιξε λοιπόν εντελώς την πολυθρόνα, έστρωσε ένα καθαρό σεντόνι που είχε μαζί της και μου είπε λέξεις που γράφτηκαν στα μηνίγγια μου.
«Έλα» μου είπε «εσύ από πάνω κι εγώ από κάτω», «Ντίνα με λένε».
Την κοίταξα έκπληκτη.
«Δε χωράμε Ντίνα» της απάντησα.
«Χωράμε» ψιθύρισε και μ’ έπιασε απ το χέρι.
Εκεί επάνω σ’ εκείνη την πολυθρόνα κουλουριαστήκαμε σαν έμβρυα η μια γυρισμένη απ’ τη μια μεριά κι άλλη απ’ την άλλη.
Κούμπωσαν τα σώματά μας στην προσπάθειά μας να χωρέσουμε κι αγγίχτηκαν.
Ζεστάθηκαν παρηγορητικά το ένα με το άλλο.
Ένιωσα εκείνο το βράδυ αυτό που λέμε ίαμα.
Από μια άγνωστη ύπαρξη που πονούσε όπως κι εγώ για έναν δικό της άνθρωπο.
Τα τρίσβαθα του είναι μας, ενώθηκαν με ένα αόρατο δέσιμο που κρατάει ακόμη και μετά εννιά χρόνια.
Αυτός ο ανθρώπινος πόνος που ενώνει.
Αυτό που γίνεται όταν απλώνεται αυθόρμητα χέρι βοήθειας κι αλληλεγγύης.
Αυτός ο πόνος που ωθεί τον άνθρωπο προς στον άγνωστο άνθρωπο χωρίς φόβο.
Αυτό το θαύμα.
Δημοσιευμένο στο www.thegreekcloud.com σήμερα.


"Η τρελή της Ιλιάδος"

 μεταφρασμένο στα Αγγλικά απο την Ιωάννα Σκορδαλάκη κατ επιθυμίαν αναγνώστριάς της απο την Αγγλία.

The crazy woman of Iliados Street

After dusk, Zaimi Street was empty of children.
We were all gathered in the upstairs neighborhood because we knew the pixie-like lady was going to come out.
She was a tall woman with a low bun whose appearance  didn’t allow you to define her age.
 Zaimi's crazy lady. She always wore the same outfit and the same summer shoes.
 A cream-coloured dress with long sleeves with cuffs, closed at the neck whose length reached the middle of her calf.
 Her shoes were pumps which had been cut at the back that she wore like slippers.
 She used to come out of the two-storey mansion with the garden and the tall fences that had broken glass on top of them so that one could not climb without being injured.
I heard that woman and her sister lived there.
 She stood right in front of her house every afternoon in the middle of the street.
She had her hands wrapped under her chest, her body rigid, her gaze pinned somewhere in the background and she looked westward.
 Completely  still and quiet. 
 For about half an hour.
Then she'd look at her watch and turn her body to the East.
She stayed like this for half an hour, and then she disappeared into the house.
I was a child at the time of my 11 years and I used to watch her from afar.
One day while she was on the street in her familiar way, the garage door of a next-door two-storey house opened.
 It was Moraitis' house that had a funeral home somewhere downtown, but he had brought the hearse to his garage.
 At the sight of the hearse she went off.
She opened her arms and lifted them up and gestured in a typical Greek way used to curse someone by extending one’s palm.
  She did this at the side of the hearse while shaking with sobs.
 I don't know what happened to that woman.
The house is still in exactly the same place as the same tall fences now restored and well-groomed.
 I think  it belongs to the Metropolis although I’m not quite sure.
The house we live in is my old family home. Near Zaimi.
 It has a narrow balcony where things are convenient. 
 So much so that it doesn’t allow me to take more than ten steps. 
 I go out these days of confinement every two or three hours to get a breath of fresh air.
 I put on my coat and stand in front of the balcony door.
 I touch my elbows on the railing and look down westward where the neighborhood bakery is. 
 It’s the only open shop in that direction.
Delphi Street is empty, no cars.
Then I look the other way to the East, there's barely a mountain and a bit of sky.
 The acacia tree on either side of the road has flourished  in the meantime, the birds are heard in the branches this year.
I enter and on the computer screen coffins parade with the numbers of the dead from the corona virus.
 The pandemic reaps the world.
We are still.
 The lunatics of the planet.
  And I feel like giving it my palm extended as if to curse it.
 No sobs but with anger.
 Except I don't know in which direction to aim.
====================================


Thanks both of them.



Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις