Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Αποχαιρετισμός στο παρελθόν.
Eνας παλιός καθρέφτης.
Eτος 2005.
Οταν τραβήχτηκε η φωτογραφία είμασταν εκεί όπου μένει απο πάντα και τώρα ακόμη η Marina Tombrou.
Δηλαδή στους Χωροεπισκόπους Κέρκυρας.
Eίναι αγορασμένος απο την Efi Giosma στη Θεσσαλονίκη.
Το 1997.
Μέσα στον καθρέφτη καθρεφτίζεται απο τον απέναντι τοίχο η φωτογραφία της αγαπημένης μου Dimitra Lazaridou Fotografia.
Τα καπέλα είναι αγορασμένα απο την Μονεμβασία.
Το ύφασμα που κρέμασα πάνω στον καθρέφτη είναι η κουρτίνα που είχε η γιαγιά μου νιόπαντρη στο υπνοδωμάτιό της.
Η γιαγιά ήταν γεννημένη το 1907 στην Κωνσταντινούπολη
και παντρεύτηκε στα 25 της .
Περι το 1932 δηλαδή.
Πίσω απο τον καθρέφτη είναι κρεμασμένο ενα καδραρισμένο μαξιλάρι του 1953.
Αυτό που είμαι ακουμπισμένη στη διπλανή φωτογραφία.
Ημερών 50.
Το 1955 δηλαδή Μάη μήνα σ ενα τουρκόσπιτο στη Σαλονίκη οδος Μακεδονίας 47.

Συζητούσαμε με τη Daphne Tzianopoulou αν είναι καλό να κρατάμε δεσμούς με το παρελθόν.
Μου έλεγε πως ο,τι κάνει τον κύκλο του στη ζωή μας πρέπει να το αποχαιρετάμε δια παντός και να πηγαίνουμε για άλλα.
Πάω για άλλα Δάφνη.
Αλλά μερικά είναι δύσκολο να τ αποχωριστείς να πάρει η ευχή να πάρει.
Πρέπει όμως...
Πόσο ν αφήσεις άλλωστε ένα φαγητό στο στομάχι?
κινδυνεύεις κι εσυ ο ίδιος απο σήψη απο ενα σημείο και μετά.
Σας εύχομαι καλή Σαρακοστή.


                                                 

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Το κάδρο

Φτιάξε ένα κάδρο να χωράει τα πάντα.
Τα δικά σου πάντα.
Όλα εκείνα που θα έχεις επιλέξει εσύ.
Μη συμβιβαστείς με τίποτε λιγότερο
από τα πάντα σου,
μη δεχτείς τίποτε περισσότερο
από αυτά.
Να ξέρεις,
φτιάχνονται κόσμοι ολόκληροι
με 5 ανθρώπους,
2 έρωτες,
7 όνειρα,
3 βόλτες,
4 χαμόγελα
κι 6 αναμνήσεις
αν αυτά είναι που στ' αλήθεια λαχταράς.
Οτιδήποτε λιγότερο θα ήταν απωθημένο.
Οτιδήποτε περισσότερο δε θα ήσουν εσύ.
Ελένη Πράντζου

                                                                                           

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Γύψινες νιφάδες.
Γέμισε ο κόσμος κι ο ντουνιάς μαρτάκια και χιονισμένα τοπία.
Η κυρία Τράμπ συνεχίζει ν αγαπάει το λευκό χρώμα .
Στη Βόρεια Ελλάδα αποφάσισε ν αρχίσει ο χειμώνας.
Θα οφείλουμε πετρέλαιο,αέριο και ρεύμα μέχρι τον χειμώνα του 19.
Δύο μήνες τώρα κλεισμένη στο σπίτι απόκτησα δεξιότητες ακροβάτισσας .
Κρατάω με το στόμα και το δεξί χέρι τις δύσκολες καταστάσεις όπως το βάζο του καφέ.
Χάνω στροφές όταν ντύνομαι και εκνευρίζομαι που δεν μπορώ πια κατα την συνήθεια μιας ζωής να κάνω σαράντα πράγματα ταυτόχρονα.
Κάτι θέλει να μου πει να με διδάξει λέει .
Κουραφέξαλα λέω εγώ.
Προχθές ο ορθοπεδικός έβγαλε εναν τροχό και με δαιμόνιο χαμόγελο έκοψε τον γύψο .
Στην αρχή κοίταζα.
Μετά γύρισα απ την άλλη και κοίταζα απ το παράθυρο.
Εξω χιόνιζε .
Οταν ξαναγύρισα να δώ η μαύρη μπλούζα μου και το κοστούμι του ήταν χιονισμένα απο θρυμματισμένες γάζες και γύψινες νιφάδες.
Θυμήθηκα ενα ποίημα του Σουλιώτη .
«Ψηλά και πάνω στο παλιό το χιόνι
έπεσε το πρώτο φρέσικο χιονάκι
κατάξερο σαν κονφετί, σούσλικ
στην παλιά τη γλώσσα. 
Το σκάψαν
και μέσα στο σκαμμένο βάλαν στρώμα
και πάνω στο στρώμα την αγάπη τους,
αντικρισμένοι στα γόνατα,
λευκόασπρα πρόσωπα στο βουνό,
κι ασημένιες ανταύγειες της αγάπης που έπιασαν,
ο ένας τη φώτιζε εκείνην κι εκείνη τον δικό της,
ένας νέος και μια νέα,
όπως τους ψάλλει το βαλκανικό τραγούδι,
πάνω στο μισοχωμένο στρώμα,
πάνω στο περσινό σκαμμένο χιόνι,
που είχε πέσει πριν από το πρώτο φετεινό,
με λόγια κι αξιώσεις για αιωνιότητα
στην κορυφή του άσπιλου βουνού»

Μετά γλιστρώντας βγήκα στην παγωνιά .
Πήρα ταξί .
Επιασα νοερά το ζεστό χέρι σου.
Συνέχιζα νάμαι παγωμένη.
                                                                        

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020


Οριακώς επιτρέπεται να είσαι ωραία γυναίκα.

Αν είσαι πρόσχαρη, είσαι βεβαίως ρηχή, μάλλον και ηλίθια.
Ακόμα και αν δε δώσεις δείγματα αφέλειας ή κουταμάρας, θα σου φερθούν σαν να είσαι χαζούλα, γιατί είσαι μπριόζα και ξυπνάς τον Πυγμαλίωνα μέσα τους.
Και δεν υπάρχει θηρίο πιο ανήμερο από τον Πυγμαλίωνα.

Αν είσαι λάγνα, ε, τα αυτονόητα: η Πόρνη της Βαβυλώνος και το Θηρίο το σατανικό που καβαλάει, ταυτόχρονα.
 Η βαμπίρα που θα πιει το αίμα των αντρών είσαι. 

Αν βέβαια είσαι σιωπηλή και με κάπως βαριά ιδιοσυγκρασία, σνομπάρεις το σύμπαν, το παίζεις βαμπ. Είσαι ένα ακατάδεχτο πλάσμα.

Αν πάλι δεν είσαι των πόθων και των ερώτων, είσαι μια γκόμενα ωραία πλην ψυχρή: πλαγγόνα.

Αν είσαι μάνα, πήγες και χαντακώθηκες.
Αν όχι, δεν ήσουνα για τέτοιες υψηλές αποστολές.

Αν αναφλέγεσαι και οργίζεσαι, αν έχεις γνώμη και τη λες, θα σε ζωγραφίσουν σαν να είσαι η Μέδουσα.
Θα δώσεις αφορμή για κουρασμένες αντιπαραβολές μεταξύ μορφής και ερεβώδους ή τρικυμιώδους χαρακτήρα.
Θα πέσει και κάτι για ορμόνες στην κουβέντα.

Αν δεν ασχολείσαι με την εμφάνισή σου, έχεις μια δόση μπλαζεδιάς και μισανθρωπίας, που χαραμίζεις τόση ομορφιά θάβοντάς την κάτω από σακιά και φούτερ -αλλιώς είσαι μια κοκέτα που δεν αρκείσαι στη φυσική ομορφιά σου.
Αν είσαι ωραία γυναίκα, όσοι δε σε φθονούν, σε ποθούν λες κι είσαι ήδη δική τους.

Όσοι δε σε φοβούνται, ψάχνουνε τρόπο να φανούν συγκαταβατικοί μαζί σου.

Όσοι σε εξιδανικεύουν, το κάνουνε για να σε βγάλουν εκτός πλαισίου, για να βρίσκεσαι αλλού: μακριά τους.
Το ότι είσαι ωραία είναι ο μοχλός που ανοίγει όλες τις πόρτες σου παραβιάζοντάς τες.
 Σε ερμηνεύει πλήρως.

Όπως και αν ήσουν άσχημη.

Ή, γενικότερα, το ότι είσαι γυναίκα: αυτό εξηγεί τα πάντα...
Του αγαπημένου Sraosha...

                                          


Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020


Τα καρναβάλια ,
το πολυκατάστημα και δέκα τσόνια.


Πολλά αρνητικά μπαινοβγαίνουν στον ψυχισμό μου τώρα τελευταία,στραβομουτσουνιάζω με το παραμικρό, «δεν» το ένα ,«όχι» το άλλο.
Λέω από μέσα μου «μεγάλωσες και παραξένεψες»
 μου απαντάει,
 «κόψε τις βλακείες πάντα τέτοια ήσουνα»,
τα λέω και φωναχτά,
 ακούγεται ένα
 «άμα δεν ταιριάζαμε δε θα συμπεθεριάζαμε»
 από το διπλανό κονάκι του αφέντη τσουτσουλομύτη κι όσο περνάει ο καιρός τόσο περισσότερο εμπεδώνω την φαντασίωσή μου να ζήσω σ ένα λαγούμι τελικά παρέα με ένα λαγό.
 Πριν αρχίσω να  σκάβω το λαγούμι μου όμως και με όλη την καλή διάθεση να σωθώ απ το γκρινιαρόγατο που νιαουρίζει μέσα μου και μου σπάζει τα νεύρα,πήγα χθες σε μεγάλο εμπορικό κέντρο  με φίλη ,επιστρατεύοντας όλη την καλή θέληση που είχα , μια και η γυναίκα που ήθελε να ψωνίσει δεν είναι απλά  φίλη καρδιακή, μα μια απ αυτές που κοιτάζεσαι μαζί τους και ως δια μαγείας αναπτύσσεται μπροστά σου ένα ταμπλό με κώδικες που αναβοσβήνουν καθώς μιλάς κι ενώ εσύ λες «και» η φίλη καταλαβαίνει άλλες εκατόν πενήντα λέξεις πλάι στο «και» σου.

Ποτέ δε μ άρεσαν τα πολυκαταστήματα , τα καρναβάλια  κι οι άνθρωποι που μεγαλώνοντας αρνούνται να εμπλουτίσουν το μυαλουδάκι που τους έδωσε  ο θεούλης με το  παραμικρό, λόγω τεμπελίτιδας, όπερ μένουν μ αυτό  της γέννας τους, που είναι ίσο με ένα πουλί και δέκα τσόνια.
Φεύγουν κι έρχονται οι εμπειρίες στη ζωή τους ,γίνονται πράγματα και θάματα δίπλα τους.
 Αυτοί τίποτε.
Αυτό ξέρουνε αυτό μολογάνε.
Τίποτε δεν τους ακουμπά ,τίποτε δεν τους εντυπωσιάζει για ν αναρωτηθούν λίγο παραπάνω απ το κατώφλι του σπιτιού τους.
Μη σας πω πως αν εξωκείλουν και σκεφτούν κάποια φορά κάτι διαφορετικό  η προσπαθήσουν ν αλλάξουν κάτι στη ζωή τους, πισωγυρίζουν εκατόν πενήντα θέσεις πιο πίσω από κει που ήταν, γιατί η ανασφάλεια του άγνωστου τους τρελαίνει το μυαλό,τους δημιουργεί κομφούζιο και πανικό.
Τι να κάνουμε όμως υπάρχουν κι αυτοί.
Το εμπορικό  πολυκατάστημα  όμως δεν υπάρχει.
Αρνούμαι οτι υπάρχει.
Αδυνατεί η εσωτερική μου καλοπροαίρετη διάθεση να συμπεριλάβει στους κόλπους της μια κατάσταση σαν αυτή που βίωσα χτες.
Αυτό που βίωσα είχε ένα και μοναδικό στοιχείο και στοιχειό ταυτοχρόνως.
Τον τρόμο στα μάτια παιδιών κι ενηλίκων.
Ένα τεράστιο ποτάμι ανθρώπων μικρών και μεγάλων με τα κινητά στο χέρι,με τ ακουστικά στ αυτιά ,με άγχος ,με φωνές λίγο χαμηλότερες των γηπέδων , να προσπαθούν να ψωνίσουν.
Κι ύστερα το δραματικότερο όλων.
Ολοι αυτοί οι άνθρωποι ,οι έφηβοι,τα παιδιά,τα μωρά στα καροτσάκια με τις μανούλες, να προσπαθούν να πάρουν καφέ,αναψυκτικό,πίτσα,χοτ ντογκ,γλυκά,τσουρέκια,για να τα φάνε ο ένας παστωμένος πάνω στον άλλο φωνάζοντας ο ένας τον άλλον τόσο δυνατά που η αίθουσα πραγματικά θύμιζε γήπεδο.
Αυτό είναι για ένα σωρό ανθρώπους γύρω μας μια φυσιολογικότατη κατάσταση, για πολλούς δε εφήβους μεταφράζεται ως και ο παράδεισος.
Προσωπικά ένοιωσα μια γροθιά  να μου σφίγγει το στέρνο,ήπια δυο γουλιές καφέ  και κατευθύνθηκα με   την φίλη στα μαγαζάκια  της γειτονιάς μου όπου συμπαθητικά κι ήσυχα ήπιαμε την μπυρίτσα μας.

Έχω γεράσει ναι εντάξει.
Δεν θα πήγαινα όμως με τίποτα στο καρναβάλι της Πάτρας ακόμη κι αν με πλήρωναν... ας με συμπαθάνε όσοι το λατρεύουν.
Δεν το έκανα ποτέ στη ζωή μου.
Δεν αντέχω τις απομιμήσεις καλές η κακές της Βραζιλιάνικης μουρλαμάρας... παιδιά συγχωρείστε με.
Προσβάλλεται η αισθητική μου και κινδυνεύω να φανώ κάπως που το λέω , όμως δεν θέλω να τσικνίζω και στις γειτονιές με το  «γιούργια» είμαστε όλοι μια παρέα με μάσκες που τρώμε χοιρινό λίπος.

Όμως θάθελα κολασμένα πολλά θορυβώδη ,ίσως και άκρως ανεξέλεγκτα.
Ομαδικά η μη.
 Κι όχι δεν απεχθάνομαι της ζωής τη διασκέδαση και τη χαρά.
Θέλω τον θόρυβο μιας ροκ συναυλίας σαν τρελή ναι αυτόν τον  θόρυβο,αυτή την βαβούρα,αυτή την παλιοκατάσταση που σε απογειώνει και σε κάνει να χορεύεις με τις ώρες πάνω σε μια κερκίδα όπως  το  1998 με τους Rolling Stones.

Απλά είναι μερικά πράγματα που έχουν μια μυρωδιά ,ένα άρωμα,έναν ρυθμό ,ένα  « να πάρει η ευχή» σ αυτή τη ζωή.
Δεν είναι όλα ο,τι νάναι.

                                       


                                      

               









 Κείμενο δημοσιευμένο σήμερα 24/2/2020 στο 

                                      the Greek CLOUD

 

.







Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Ήμουν πολύ μελαγχολικό παιδί.
Αυτό μπορεί να είναι κάλλιστα προεόρτιο ποίησης.
Ουδείς ευτυχής
έχει διακόψει ευτυχία για να γράψει ποιήματα.
Αν μου έδιναν να διαλέξω μεταξύ μιας ευτυχίας
και του να γράψω ένα καλό ποίημα,
μοιραία θα διάλεγα το δεύτερο μια και δε γνωρίζω
τι σημαίνει ευτυχία και αν υπάρχει.
Οι αναγνώστες, μου λένε πως το έργο μου
είναι μια παρηγοριά γι' αυτούς.
Αναρωτιέμαι όμως.
Πως μπορώ να τους παρηγορήσω,
από τη στιγμή που η ίδια είμαι απαρηγόρητη;
Η ποίηση δεν είναι συνεχής, επομένως
η καθημερινότητα είναι η νικήτρια σε όλα.
Μεγάλωσα τα παιδιά μου, ντάντεψα τα εγγόνια μου.
Έκανα ενός κοινού ανθρώπου τη ζωή.
Έτσι ένιωθα. Δεν άλλαξε κάτι ότι έγραφα ποιήματα.
Όση φήμη κι αν απέκτησα,
έμεινα η μαμά, η γιαγιά, ο εαυτός μου.
Όχι, δε γράφω πάντα.
Μετά το τελευταίο βιβλίο, μάλλον τελείωσα.
Δεν ξέρω τώρα, αν ζήσω, πολύ θα ήθελα να γράψω.
Όχι ότι χόρτασα. Όχι, δεν έχω χορτάσει.
Είμαι ακόμα πεινασμένη για ζωή.
Υποφέρω στη σκέψη του θανάτου αφάνταστα.
Ίσως η κίνηση να γράφω ποιήματα στα 88 μου,
να είναι η έκφραση
αυτής της απροθυμίας μου να πεθάνω.
Της αδυναμίας μου να φανταστώ
τι μπορεί να υπάρξει όταν ένα σώμα νεκρωθεί.
Από τη στιγμή που προβλέπεται θάνατος
την ώρα που έχεις συνηθίσει
αυτό το πράγμα το φοβερό, αν θέλεις και το ανούσιο
- γιατί στα γεράματα η ζωή δεν έχει και πολύ νόημα -
εντούτοις το προτιμάς απ' το να πεθάνεις,
από το να πας προς αυτό το άγνωστο.
Αλλά δεν είναι τόσο ότι δε θέλεις το άγνωστο.
Είναι ότι δε θέλεις να χάσεις το γνωστό.
==================================
Κική Δημουλά
Απόψε, έφυγε από τη ζωή.

Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις