Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020
Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020
Τι φοβόσαστε, κυρία Δημουλά;
Είναι τόσο εύκολη η απάντηση, μια και πέρασα εκείνους τους χρόνους που κοροϊδεύουν για τα καλά τον άνθρωπο: τώρα εμένα δεν μπορούν να με κοροϊδέψουν και... βεβαίως φοβάμαι το θάνατο.
Φοβάμαι τα πριν του θανάτου, που θέλει και να με διαλύσει για να με πάρει, θέλει να με πάρει άσχημη, γριά, ημίπληκτη, ανόητη, και κυρίως φοβάμαι μήπως σηκωθώ μια μέρα και δε θυμάμαι τι είναι ποίηση, όχι δε θυμάμαι μόνο να τη γράψω, αυτό είναι ίσως και το λιγότερο εντέλει, αλλά να μην έχει μείνει τίποτε από ποίηση μέσα μου.
Το γήρας στεγνώνει αυτή την αίσθηση, την τρέλα που μου προκαλούσε -όταν μύριζε κάποτε διάχυτα εδώ κάτω στη γειτονιά- μια γαζία.
Τότε εμένα παρέλυε η ψυχή μου.
Τώρα δε πάν' να μυρίζουν ολόκληρα κιούπια με γαζίες, είμαι απαθέστατη.
Και βέβαια φοβάμαι και γενικότερα, γιατί πάλι για το τομάρι μου μιλάω, φοβάμαι ότι τίποτε δε θα αλλάξει τους τρόμους της ανθρωπότητας, έτσι θα πορεύεται η μοίρα της, το μόνο που θα μπορέσει να την αλλάξει ίσως είναι μια απόλυτη εξαφάνιση αυτής της ανθρωπότητας και ένα από την αρχή γέννημα, με τον κίνδυνο να είναι χαραγμένη στους καινούργιους ανθρώπους η μνήμη, οι καταβολές της προηγούμενης ζωής, και να επαναληφθούν τα ίδια λάθη, δηλαδή να αποσκάψουν περισσότερο αυτόν τον πλανήτη που τον έχουν κάνει κούφιο από μέσα και περνάνε οι ποντικοί.
Αφού δεν είμαι νέα, φοβάμαι τα πάντα.
Υπάρχει κάτι που δε φοβόσαστε;
Δε φοβάμαι να πω αυτά που λέω.
Νομίζω ότι είναι και αυτό μια γενναιότης.
--------------------------------------------------------
Απο το :https://anemourion.blogspot.com/2018/03/blog-post_694.html
Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020
Kαλή ανάρρωση στην ποιήτρια της καρδιάς μου.
"Πέρασα".
Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων
μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων
μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες μὲ βροχή,
ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ
τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο
ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,
ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων
ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει
κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ
τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο
ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,
ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων
ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει
κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια
καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν
σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.
Τὰ τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.
Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα
καὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν
σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.
Τὰ τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.
Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα
καὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,
τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους
νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.
Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα
καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:
ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα
καὶ κάτι χαιρετίσματα
ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.
τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους
νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.
Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα
καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:
ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα
καὶ κάτι χαιρετίσματα
ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.
Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,
στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.
Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια
καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.
Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια
καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ...
Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.
Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.
Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα
κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.
Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.
Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ
καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν
ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,
ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα
κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.
Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ...
Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.
Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.
Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα
κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.
Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.
Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ
καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν
ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,
ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα
κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.
Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.
Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.
Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,
σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.
Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,
σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι
ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,
κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ
στὰ ξεροπόταμα
καὶ παρασύρθηκα.
ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,
κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ
στὰ ξεροπόταμα
καὶ παρασύρθηκα.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.
-- Κική Δημουλά
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Επαφές
του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
Ευτέρπη και Τζώρτζης ή αλλοιώς παρλεβου φρανσε Η αλάνα Στην οδό Μακεδονίας ,μετέπειτα Δελφών,εκει που αρχίζει σήμερα η οδός Ζαϊμη, υπήρχε ...
-
Να γελάς δυνατά ξορκίζοντας φόβους και πάθη. Να αγαπάς τον εαυτό σου τη στιγμή εκείνη που δε σε αγαπάει κανείς. Να μη στεναχωριέσαι για...
-
Αυτός ο παλιός αλλά σοφός και τις περισσότερες φορές εύστοχος Φρόϋντ είπε: "Δεν υπάρχουν άνθρωποι χωρίς συναισθήματα. Κάποιοι που τα ...
-
Το σούρουπο έπεσε πάνω στο απέναντι σπίτι... έρημο το καντούνι...ψυχή έξω και το ψιλόβροχο πλένει μαλακά τά γκρίζα πετρόκτιστα... Μέρες τώρα...
-
Σήμερα στο Homefood η συνέχεια του άρθρου της Φαραώνας «τα καραβάνια » -------------------------------------------------------------------...
-
...κι ετσι καπως οπως σ ολα τα παραμυθια που εχουν νεράιδες,μαγους,βασιλισσες,καλούς και κακους,αρχιζει και το δικο μου, καποια Παρασκευη με...
-
Ποσο μαλακός γίνεται ο λόγος οταν τα συναισθήματα ησυχάζουν... Οταν οι λέξεις για να βγούν κυλούν και δεν τρέχουν. Οταν οι σκέψεις αποκτουν ...
-
Ενας χρόνος. Ενας χρόνος κοντά σας. Για ενα χρόνο ηταν Μ οιρασμενες οι χαρές Π λούσιες οι εμπειρίες Λ ατρεμένες οι στιγμές με Ο λόφωτες ...
-
Το βρηκα ξεχασμένο σ ενα παλιο μου πορτοφόλι. Δεν ξερω γιατι το έγραψα τότε. (μήπως το αντέγραψα απο κάπου γιατι μου αρεσε?) Ειναι ομως δικό...




