Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Οι κρίνοι ,ο γιόγκι και το τουρσί.

Ετος :
Το τελευταίο που ήμουν στην Ελαφόνησο,δε θυμάμαι ποιό.
Ωρα:
4,30 το πρωί .
Η παραλία ήταν παράδεισος.
Ενα απέραντο κομμάτι με αμμόλοφους .
Θίνες που και που.
Λίγα αρμυρίκια.
Αγκαθωτοί θάμνοι , βούρλα και κρίνοι.
Άπειροι άσπροι κρίνοι που μοσχοβολούσαν κι έσταζαν μέλι.
Και μετά η θάλασσα.
Απίστευτα καθαρή χωρίς μια πέτρα ,χωρίς ένα φύκι κάπου.
Στις άκρες της ρόζιζαν μικρά κοχύλια στο πρώτο φως της μέρας .
Απόκοσμο το περιβάλλον.
Ιδανικό για προσευχή,διαλογισμό η ο,τι άλλο ιαματικό ψυχής και σώματος.
Επρεπε λέει να τα μαζέψουμε με το πρώτο φως τα κρινάκια .
Ηταν μια παλιά Βυζαντινή συνταγή για τουρσί.
Ολο τέτοια αυτός ο άνθρωπος .
Απορούσα που τα ήξερε, που τα ανακάλυπτε η αν τα κατέβαζε απλώς το μυαλό του αναμοχλεύοντας παλιές μνήμες.
Συναίνεσα φυσικά.
Χαζή ήμουν να μη συναινέσω?
Οπου παραξενιά και ιδιομορφία ,όπου λάθος της φύσης και πανηγύρι πάντα πρώτη.
Χρόνια προσπαθούσα να διαχειριστώ την βαρεμάρα μου μ αυτό τον τρόπο και το κατάφερνα.
Και φυσικά μιλούσαμε μεγαλόφωνα.
Και φυσικά πιστεύαμε οτι είμασταν μόνοι μας σ όλο τον κόσμο οχι μόνο εκεί.
Αυτό να λέγεται.
Το θέμα είναι οτι δεν είμασταν.
Ηταν εκεί λίγο πιο κάτω από μας.
Καθόταν στην άμμο στραμμένος προς την ανατολή σε στάση οκλαδόν.
Μαυρισμένος , ολόγυμνος,πετσί και κόκκαλο.
Διαλογιζόταν.
Είμαι σίγουρη οτι εκείνη τη στιγμή πίστευε κι αυτός οτι ήταν μόνος αν οχι σ όλο τον κόσμο ,αλλά στην περιοχή.
Και φυσικά τον ανησυχήσαμε.
Φυσικά τον αποσυντονίσαμε με τις βροντοφωνάρες μας απο την χαρά της συλλογής των κρίνων.
Ποιος γιόγκι τώρα και κουραφέξαλα!
Τους κρίνους έπρεπε να τους κόψουμε οπωσδήποτε χάραμα την ώρα που έσταζαν τους χυμούς τους.
Αλλιώς το τουρσί θα ήταν αποτυχημένο.
Ο άνθρωπος σηκώθηκε.
Είδε τι κάναμε.
Στάθηκε 5 δευτερόλεπτα .
Βεβαιώθηκε οτι δεν έβλεπε οράματα αλλά δυο βάρβαρους που μαδούσαν τη φύση πρωινιάτικα.
Κι έφυγε τρέχοντας, ίσως και για άλλη γη και άλλα μέρη.
Εμείς βέβαια συνεχίσαμε να κόβουμε κρίνους.
Με κέφι.
Μιλώντας ασταμάτητα.
Μετά τους βάλαμε σε γυάλινα βάζα.
Απο κει και πέρα δεν ξέρω τίποτε άλλο για την μυστική συνταγή.
Οταν μετα απο μήνες τα έφαγα με κρόκο αυγού νόμιζα οτι θα λιποθυμούσα απο ηδονή.


Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Θέατρο Δάσους
Η Θεσσαλονίκη περίμενε να σουρουπώσει για το άκουσμα.
Κάτω ο Θερμαϊκός καθρεφτιζόταν σε καπνισμένο γυαλί .
Μας χώριζαν άνθρωποι,εμπειρίες,σκέψεις ,η ζωή μας ολόκληρη.
Και μια κερκίδα.
Μέχρι τότε.
Χύθηκες στο σβέρκο μου.
Μετακινήθηκες, χάιδεψες.
Κατέβηκες στη μέση του λαιμού.
Στάθηκες .
Bελόνιαζες το μυαλό μου.
Πέρασαν εικοσιτέσσερα χρόνια.
Ακόμη εκεί κατοικείς.
Ρυθμίζεις
Ανατρέπεις.
Τραβάς απο μέσα μου τις ασφυξίες.
Ξεπλένεις τη σκόνη μου.
Ο,τι κι αν μεσολάβησε χάθηκε.
Η αφοσίωση είναι ευλογημένη διαδικασία.
Μάρτης 2017


Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Οι πολλές όψεις των νομισμάτων.

Σήμερα είχα συζήτηση με την κυρία Λουίζα την γυναίκα απο την Αλβανία που φροντίζει τη θεία μου.Συμπίπτουν οι ώρες μας καμιά φορά και μας δίνεται αυτή η ευκαιρία.
Ήταν δεκαπέντε χρονών όταν ακόμη υπήρχε στην Αλβανία το καθεστώς Ενβέρ Χότζα.
Έζησε δηλαδή τα πρώτα εφηβικά της χρόνια μέσα σ ένα καθεστώς απαγορεύσεων και φόβου.
Μου είπε διάφορα όπως οτι τα μαλλιά των ανδρών δεν έπρεπε να ξεπερνάνε τα 4 εκατοστά και απαγορεύονταν οι γενειάδες.
Υπήρχαν αυστηρές οδηγίες ως προς τις γυναίκες, απαγορεύονταν οι μίνι φούστες και ο ποδόγυρος δεν έπρεπε να ξεπερνάει τα 2,5 εκατοστά από το γόνατο.
Ψαλιδίζονταν δημοσίως τα παντελόνια καμπάνα.
Όποιος η όποια δεν συμμορφωνόταν με τις εντολές αντιμετώπιζε ποινή φυλάκισης.
Για επτά ημέρες μετά τον θάνατο του Χότζα απαγορεύτηκε σ όλες τις Αλβανίδες να φορέσουν κραγιόν.
Κάτι μου θύμιζαν όλα αυτά.
Κάποια δικά μου βιώματα.
Γυρίζοντας στο σπίτι διάβασα διάφορα για το εν λόγω καθεστώς.
Μάλλον τα φρεσκάρισα.
Ήμουν πλήρως ενημερωμένη κάποτε για τον Λούλο Μαλεσόρι, τα κολχόζ ,τη ρήξη με τον Μάο και τους ''προλετάριους όλου του κόσμου'' που ήταν να ενωθούν αλλά έκοψε η μαγιονέζα στο δρόμο .
Περνώντας τα χρόνια τα πετάω ως περιττά απ τη ζωή μου.
Με την πρώτη μου αγάπη κόντεψα μόνιμη μετακόμιση στα Τίρανα επι Ενβέρ Χότζα ,είπα στη κυρία Λουίζα.
Νομίζω οτι θα το σκέφτεται για μέρες.
Κι εκεί πάνω στις επαναλήψεις έπεσα σ αυτό:
Μουσινέ Κοκαλάρι .
Η Αλβανίδα συγγραφέας που πλήρωσε με την ζωή της την ανυπακοή της στο σκληρό κομμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα.
Γεννήθηκε στα Άδανα της Τουρκίας το 1917.
Μέλος μια ενεργά πολιτικής οικογένειας από το Αργυρόκαστρο, επέστρεψε στην Αλβανία και το Αργυρόκαστρο το 1921.
Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο μετακόμισε στα Τίρανα.
Εκεί κατά την διάρκεια της φοίτησης στο λύκειο, ήρθε σε επαφή με την μελλοντική της μεγάλη αγάπη τα βιβλία, μέσω του αδερφού της Βεσίμ, ο οποίος διατηρούσε βιβλιοπωλείο.
Ενθουσιασμένη για το νέο κόσμο που ανακάλυπτε, αποφασίζει να πάει στην Ρώμη για λογοτεχνικές σπουδές.
Κατά την διάρκεια της παραμονής της στην «αιώνια» πόλη δημοσίευσε το πρώτο της βιβλίο μια συλλογή 80 σελίδων από δέκα νεανικές ιστορίες πεζογραφίας στη μητρική της διάλεκτο, του Αργυρόκαστρου, με τίτλο:
" Όπως μου λέει η γριά μάνα μου".
Το βιβλίο αυτό το οποίο είναι μια ωδή στον καθημερινό αγώνα των γυναικών του Αργυρόκαστρου, πιστεύεται ότι είναι το πρώτο λογοτεχνικό έργο που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε από μια γυναίκα στην Αλβανία.
«Είναι ο καθρέφτης ενός κόσμου που έχει χαθεί, η πορεία της μετάβασης από την παιδική ηλικία και τις μελωδίες της μέχρι τα πρώτα χρόνια του γάμου μιας γυναίκας η οποία συνεχίζει να δεσμεύεται από τις βαριές αλυσίδες της σκλαβιάς μέσα σε ένα πατριαρχικό φανατισμό», τονίζει η Μουσινέ θέλοντας να αναδείξει τον υποβαθμισμένο ρόλο της γυναίκας στην τοπική κοινωνία.
Η ίδια αποφασίζει να επιστρέψει στην χώρα και να στείλει ένα μήνυμα ότι η γυναίκα δεν θα πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ένα λιγότερο δυναμικό και αυτόνομο άτομο, ότι μπορεί να σταθεί στα πόδια της και ότι δεν αποτελεί ένα απλό θήραμα για τον άνδρα-κυνηγό.
Η άνοδος του Χότζα και το φακέλωμα της
Μέσα στην δίνη του πολέμου το 1944 δημοσιεύει το δεύτερο βιβλίο της «Πώς επηρεάζεται η ζωή», ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και το τρίτο-και τελευταίο-βιβλίο της με τίτλο:" Γύρω από το τζάκι"
Η Μουσινέ Κοκαλάρι πλέον εδραιώνεται ως συγγραφέας, αλλά το πρώτο κακό της χτυπάει την πόρτα.
Τα δύο αδέρφια της ο Μουντάζ και ο Βεσίμ εκτελούνται από τους κομμουνιστές με συνοπτικές διαδικασίες χωρίς να περάσουν καν από δίκη ως αντίθετοι πολιτικά προσκείμενοι στο Κόμμα.
Το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου την βρίσκει να έχει ανοίξει βιβλιοπωλείο ακολουθώντας τα χνάρια του αδερφού της, ενώ δέχεται πρόσκληση για τον Σύλλογο Συγγραφέων και Καλλιτεχνών της Αλβανίας.
Στην απελευθερωμένη πλέον Αλβανία την εξουσία είχε αναλάβει ο Ενβέρ Χότζα και το Κομουνιστικό Κόμμα.
Το όνομα της είχε ήδη φακελωθεί από το καθεστώς λόγω του γεγονότος ότι αποτελούσε ιδρυτικό στέλεχος του νεοσύστατου Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, ενώ μετά από ενέργειές της είδε το φως της δημοσιότητας και η εφημερίδα «Η φωνή της ελευθερίας».
Το αλβανικό καθεστώς ξεκίνησε μαζικές εκκαθαρίσεις, κυρίως εσωκομματικών αντιπάλων, παλιών συντρόφων του Χότζα, ιστορικών στελεχών, ενώ δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που χαρακτηρίστηκαν ως «εχθροί του λαού» με αποτέλεσμα να υπάρξουν συλλήψεις, εξορίες και εκτελέσεις.
Σύλληψη και η αρχή του τέλους
Στις 23 Ιανουαρίου του 1946 η 29χρονη Μουσινέ συλλαμβάνεται από την διαβόητη Sigurimi.
Λίγο πριν την σύλληψή της με επιστολή της στις Συμμαχικές δυνάμεις οι οποίες δεν είχαν αποχωρήσει ακόμα, ζητάει την βοήθεια τους για την διεξαγωγή εκλογών αλλά και να βοηθήσουν στην ελευθερία της έκφρασης.
Επικαλούμενη την επιστολή αυτή το δικαστήριο την καταδικάζει τον Ιούλιο του 1946 σε 20 χρόνια φυλάκιση.
Η ίδια συγκλονίζει με τα λεγόμενά της.
«Δεν χρειάζεται να είμαι κομουνίστρια για να αγαπάω την χώρα μου.
Αγαπώ τη χώρα μου, παρόλο που δεν είμαι κομουνίστρια. Λατρεύω την πρόοδό της.
Μπορείτε να καυχιέστε ότι έχετε κερδίσει τον πόλεμο, και τώρα ως νικητές θέλετε να σβήσετε όλους αυτούς που εσείς θεωρείτε πολιτικούς αντιπάλους.
Σκέφτομαι και μιλάω διαφορετικά από εσάς, αλλά αγαπάω τη χώρα μου.
Με τιμωρείτε για τα ιδανικά μου!».
Κηδεία με δεμένα τα χέρια της
Στη φυλακή μένει για 18 χρόνια και το 1964 αποφυλακίζεται κι εξορίζεται στην πόλη Ρεσένι, που χρησιμοποιείτο από το καθεστώς ως πόλη εγκατάστασης αντιφρονούντων, αποκομμένη από την υπόλοιπη χώρα.
Εκεί, υπό διαρκή παρακολούθηση από τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας και χωρίς ουσιαστικές ελευθερίες (δεν της επετράπη ποτέ ξανά να γράψει), δουλεύει ως οδοκαθαρίστρια και το 1983 χτυπημένη από τον καρκίνο χάνει την μάχη με τον θάνατο.
Ακόμα και τότε όμως το καθεστώς δείχνει το σκληρό του πρόσωπο αφού η εντολή είναι η κηδεία να γίνει στα γρήγορα από τους νεκροθάφτες, οι οποίοι την θάβουν με τα χέρια δεμένα με αγκάθινο σύρμα.
Δέκα χρόνια μετά, το 1993 και την πτώση του κομμουνισμού όταν η Αλβανία προσπαθούσε να γυρίσει σελίδα και να βγει από τον σκοταδισμό που βρισκόταν για σχεδόν 50 χρόνια, η Μουσινέ ανακηρύχθηκε Μάρτυρας της Δημοκρατίας από τον Πρόεδρο της Αλβανίας, ενώ σχολείο στην πρωτεύουσα πήρε το όνομά της.
Πηγή για τη ζωή της συγγραφέως WEEKEND JORNAL
Επιμέλεια Θοδωρής Βασίλης
Περισσότεροι από 100.000 Αλβανοί εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν ή στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας την περίοδο Χότζα, ο οποίος κυβέρνησε με σιδηρά πυγμή τη χώρα από το 1944 έως το 1990.


Κυριακή 18 Αυγούστου 2019



Η Θεσσαλονίκη και τα μπλόκια.
Οι πιο παλιές μου μνήμες απ τα καλοκαιρινά μπάνια είναι εδώ στην πόλη της Θεσσαλονίκης.
Οι Θεσσαλονικείς τα καλοκαίρια κατεβαίναμε στην παραλία παρέα με τους γείτονες φορώντας τα μαγιό από το σπίτι ,με μια πετσέτα σε κάποια τσάντα, ίσως και λίγο ψωμοτύρι για τα παιδιά.
Από το σπίτι μου περπατούσαμε μια δυο στάσεις, με τα πόδια φυσικά, μέχρι τον Ιστιοπλοϊκό στη Σαλαμίνα ,πριν μεταφερθεί η ιχθυόσκαλα προς την πλευρά του λιμανιού και δροσιζόμασταν στα νερά του Θερμαϊκού.
Το νερό ήταν καθαρό .
Έβλεπα στο βυθό καβουράκια ,κοχύλια ,βότσαλα.
Τίποτε δεν μύριζε άσχημα τότε.
Ούτε τα φύκια ούτε η θάλασσα.
Πολύ συχνά κάποιοι με σηκωμένα παντελόνια , ξυπόλυτοι πουλούσαν καβούρια και μύδια που τα τιμούσαμε δεόντως στο μεσημεριανό μας τραπέζι.
Οδός Ανθέων δεν υπήρχε.
Τα μπαζώματα άρχισαν μετά.
Γέμισε η παραλία με τεράστια μπλόκια, μια άθλια κατάσταση, ωστόσο τα πρώτα μου ερωτικά ραντεβού ως έφηβη εκεί τα θυμάμαι .
Ανάμεσά τους στριμωγμένη συνήθως ,σούρουπο συνήθως ,ολιγόλεπτα συνήθως ,με σχετική μουγγαμάρα συνήθως.
Κάτι ατελείωτα φιλιά με γεύση μέντας ούτε καν τσιγάρου, υγραίνουν ακόμη τον ουρανίσκο και τα μάτια μου.
Έπεφτε η τιράντα μου ,πάντα έπεφτε απο την μία πλευρά απο κάτι φορεματάκια που μου έραβε η μάνα μου και ένοιωθα το βλέμμα του καρφωμένο στον γυμνό ώμο μου.
Ούτε καν τολμούσε ν απλώσει χέρι να την σηκώσει.
Η Παπαρούνα με κάτι μικρές ταβέρνες ήταν κι αυτή κοντά.
Εκεί μπήκα για πρώτη φορά σε ξύλινη βάρκα με κουπιά.
Δέκα άτομα,η θάλασσα λάδι, οκτάχρονη πρέπει να ήμουν.
Ανοίχτηκαν στα βαθιά.
Ο θείος μου ήταν τότε στα εικοσιπέντε και η θεία μου στα εικοσιοκτώ.
Η παρέα είχε κορίτσια και αγόρια που φλέρταραν μεταξύ τους .
Ημουν το μικρό της παρέας.
Και εκεί κάπου στα βαθιά έπεσαν όλοι στο νερό.
Πρώτη φορά δίστασα στη θάλασσα.
Ηξερα να κολυμπάω από τα τέσσερά μου χρόνια αλλά δεν πήγαινα ποτέ πέρα από κει που πατούσα.
Η θεία μου με παρότρυνε.
Πέσε και θα σε πιάσω εγώ μου λεγε.
Βούτηξα.
Θυμάμαι την αίσθηση.
Αυτή που βουλιάζεις κι από κάτω είναι το κενό.
Φόβος στην αρχή.
Βγήκα στην επιφάνεια όμως και την είδα δίπλα μου.
Μη φοβάσαι,κολύμπα εδώ είμαι μου είπε πιάνοντάς με απ τη μέση.
Είναι φορές που με κουράζει τώρα.
Δεν καταλαβαίνει πολύ καλά τι της λέω και αναγκάζομαι να επαναλαμβάνω.
Σχεδόν δεν βλέπει πια .
Εκείνο το όμορφο κορμί με το θαλασσί μαγιό έγειρε,τσάκισε.
Κινείται με το ζόρι.
Η παραλία μπαζώθηκε ,άλλαξε μορφές εκατό φορές.
Της άλλαξαν τα φώτα.
Την μεταμόρφωσαν ,την ανάπλασαν λένε.
Σπάνια πια, κατηφορίζω και περπατάω μέχρι το Μέγαρο Μουσικής .
Κοιτάω την Παπαρούνα απέναντι και τις πολυκατοικίες που την ζώσανε απο παντού.
Πάνω στις γυμνές τσιμεντένιες πλευρές τους οι δικές μου προβολές σχεδιάζουν γκράφιτι μιας πόλης που ονειρεύτηκα κάποτε.
Είναι ο δικός μου τρόπος να κρατηθώ στη επιφάνεια και να μη βουλιάξω.


Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

Ετσι αγάπησα τα βιβλία.
Ο κύριος Γιώργος ετών 38 μετετέθη σε δημοτικό της Θεσσαλονίκης με τον βαθμό του διευθυντού εγκαταλείποντας για πάντα την επαρχία.
Ηταν ολομόναχος στη ζωή,διέθετε νοικοκυρεμένο μυαλό ,διάβαζε πολύ,φρόντιζε τους μαθητές του με ζήλο ,ήταν ήπιος και γλυκύτατος,είχε χέρια κάτασπρα και μαλακά σα βελούδο και γυαλιστερό κεφάλι με ελάχιστα μαλλιά κάτω κάτω προς το σβέρκο του.
Ενα κομπόδεμα με οικονομίες απο την παραμονή του στην επαρχία και τα παραμεθόρια χωριά όπου υπηρέτησε αρκετά χρόνια, του ήταν αρκετό για ν αλλάξει την ζωή του. 
Ανύπαντρος ,σε προχωρημένη για την εποχή ηλικία, αποφάσισε άμα τη αφίξει του στη μεγαλούπολη να νυμφευθεί.
Αμεσα.
Δεν ήθελε να τον λένε πιά μπεκιάρη και γεροντοπαλίκαρο,ήθελε καθαροσιδερωμένα πουκάμισα ,μια κούπα με ζεστό γάλα και ψωμί το πρωί και φρέσκο φαγητό το μεσημέρι.
Καθημερινά. 
Πήρε δάνειο και αγόρασε το διαμέρισμα κολλητά στο πατρικό μου.
Η Καλλίστη ήταν το έκτο κορίτσι του μπαρμπα Αλέκου του ψαρά.
Εκπάγλου ομορφιάς ,17 ετών,μ ένα εμπριμέ τσιτάκι όλο κι όλο τον αρραβωνιάστηκε και σε τρεις μήνες τον παντρεύτηκε.
Θά ρθει η νύφη μου είχε πεί η μητέρα μου.
Η νύφη ήρθε κρατώντας ενα μπόγο με κάτι λίγα ρουχαλάκια.
Φορούσε όμως χρυσά όμορφα σκουλαρίκια στα τρυπημένα αυτιά της ,διαμαντένιο δαχτυλίδι και μιά χοντρή βέρα στο κρινοδάχτυλό της όλα δώρα του κυρίου Γιώργου.
Περπατούσε σαν περιστέρα και όταν χαμογελούσε ο ανήλιαγος διάδρομος της πολυκατοικίας έπαιρνε φώς λές απ τον ήλιο και τ άστρα.
Κι ο κύριος Γιώργος το ίδιο.
Επαιρνε φως κι αυτός.
Απ αυτό που ούτε τόξερε μέχρι τότε.
Η ζωή τους μπήκε σε μια ρουτίνα καθημερινότητας.
Το γάλα ήταν ζεστό,είχε και φρέσκο ψωμί μέσα κομμένο σε μεγάλα κομάτια.
Παπάρα το έλεγε ο δάσκαλος.
Με σόμπες πετρελαίου ήμασταν στην πολυκατοικία τότε,το δάνειο έτρεχε ,ο μισθός μετρημένος κι οι καιροί δύσκολοι απαιτούσαν αιματηρές οικονομίες για να βγεί ο μήνας.
Το χειμώνα το κεφάλι του κυρίου Γιώργου κρύωνε και η Καλλίστη βρήκε στη Σπανδωνή ωραιότατη τραγιάσκα χρώματος μπεζ και του το σκέπασε.
Του αγόρασε και μια χοντρή ρόμπα με μπλε κορδόνι και φούντες στις άκρες.
Ο κύριος Γιώργος φορούσε τη ρόμπα του και την τραγιάσκα τις Κυριακές, σηκωνόταν απ το χάραμα ,έπαιρνε το βιβλίο του και τα τετράδια των μαθητών στο τραπέζι της κουζίνας μαζί με την παπάρα του και πανευτυχής δούλευε κατ οίκον ενώ η Καλλίστη κοιμόταν του καλού καιρού χαλαρή και χορτασμένη ,ασφαλής και γκαστρωμένη κάτω απ τις κουβέρτες.
Το πρώτο παιδί τους ήταν ένα πανέμορφο και πανέξυπνο θηλυκό .
Το δεύτερο ένα κακάσχημο αλαφροϊσκιωτο αρσενικό.
Ο κύριος Γιώργος όποτε με συναντούσε στις σκάλες μου χάιδευε απαλά το κεφάλι, με ρωτούσε πως πάω με τα μαθήματα ,αν έχω δυσκολίες στην αριθμητική και τη γλώσσα,ποιόν δάσκαλο είχα.
Του απαντούσα χαμηλόφωνα και ντροπαλά με σκυμμένο κεφάλι και μισοσηκωμένο βλέμμα. 
Τον σεβόμουν και τον αγαπούσα χωρίς να ξέρω γιατί αλλά αισθανόμουν πολύ καλά όταν με πλησίαζε.
Οι συναντήσεις μας τελείωναν πάντα με δυό λέξεις απο μέρους του.
«Να διαβάζεις παιδί μου, να διαβάζεις πολύ»
Στην πολυκατοικία οι γονείς μου είχαν φιλικές σχέσεις μ όλους τους παλιούς γείτονες που είχαν αγοράσει κι αυτοί διαμερίσματα.
Τα γλέντια συνεχίζονταν όπως παλιά.
Εβαζαν όλοι μαζί το φαγητό τους και συχνά πυκνά κυρίως τις Κυριακές, έτρωγαν κι έπιναν ακούγοντας λαϊκά τραγούδια απο τα ραδιόφωνα.
Στο τέλος χόρευαν κιόλας.
Η Καλλίστη ερχόταν πάντα στα γλέντια.Ο κύριος Γιώργος ποτέ.
Εκείνη έπινε ρετσίνα.Εκείνος ποτέ. 
Εκείνη έτρωγε τηγανιτά και πικάντικα φαγητά.Εκείνος ποτέ.
Εκείνη χόρευε τσιφτετέλι.Εκείνος ποτέ.
Διαβάζει μας έλεγε .
Εχει να διορθώσει τετράδια.
Εχει να γράψει την ομιλία του.
Κοιμάται νωρίς .
Ξυπνάει τα χαράματα.
Ολο κάτι είχε να κάνει ο κύριος Γιώργος .
Μαζί οι δυό τους ποτέ.
Μια μέρα η Καλλίστη έκλαψε κρατώντας το χέρι της μάνας μου και της είπε πως έναν άντρα σαν τον πατέρα μου έπρεπε να είχε παντρευτεί.
Η μάνα μου ήταν καλή και σοφή γυναίκα.
Οι αντένες της ήταν εξασκημένες και αντιλαμβανόταν πολλά χωρίς να μιλάει πολύ.
Την συμβούλεψε με τρόπο,με γλυκά λόγια και κοιτώντας την κατάματα την κατέβασε απ το σύννεφο λίγο απότομα στο τέλος της κουβέντας τους.
Ηξερε τι έκανε.
Η Καλλίστη απο τότε δεν ξαναμίλησε για τα ταιριαστά και τα αταίριαστα της ζωής της.
Ερχόταν όμως και της μάθαινε κέντημα ,πλέξιμο ,καρίκωμα και πως να φτιάχνει γλυκά και μαρμελάδες για τα παιδιά της.
Και δεν ξαναήρθε σε γλέντι μόνη της.
Το καλοκαίρι του 1963 ο κύριος Γιώργος χτύπησε το κουδούνι μας.
Την προηγούμενη μέρα είχα πάρει το ενδεικτικό της δευτέρας δημοτικού.
Τον είδα να χαμογελάει με μιά πάνινη τσάντα στα χέρια του γεμάτη με βιβλία.
Η μητέρα μου του έφτιαξε χαμομήλι γιατι δεν έπινε καφέ και τον άκουσε προσεκτικά.
Παράμερα κι εγω παρακολουθούσα την συζήτηση.
Ακουγα τα λόγια του που είναι ακόμη στ αυτιά μου.
Εξήγησε τον λόγο της επίσκεψής του,της μίλησε για την σημασία που είχε να διαβάζω και όλο το καλοκαίρι με μέτρο φυσικά ,το τόνισε αυτό και χωρίς να στερούμαι το παιγνίδι.
Η μάνα μου ήταν πολύ δεκτικός άνθρωπος.
Δεν υπήρχε περίπτωση να αισθανθεί το καλό και να μην το ασπαστεί ,να μην το ενστερνιστεί.
Ο κύριος Γιώργος μου άφησε φεύγοντας πέντε η έξι βιβλία.
Δεν τα θυμάμαι όλα, όμως μέσα σ αυτά ήταν «Η καλύβα του μπαρμπα Θωμά»,
«Χωρίς οικογένεια», «Οικογένεια Ροβινσώνων», «Τα τέκνα του πλοιάρχου Γκράντ», «Ροβινσών Κρούσος», «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ».
Του τα επέστρεψα στο τέλος του καλοκαιριού με την αρχή της νέας σχολικής χρονιάς.
Τα ήξερα απ έξω.
Θεία η επανάληψη.
Ευχαριστήθηκε το μέσα μου εκείνο το καλοκαίρι.
Απο τότε ο κύριος Γιώργος μου έφερνε κάθε Ιούνιο τα βιβλία του καλοκαιριού σ όλο το δημοτικό σχολείο.
Κι όσο περνούσαν οι χρονιές όλο και περισσότερο συζητούσαμε γι αυτά που διάβαζα όλο το καλοκαίρι.
Πέθανε στα 60 του.
Εκλαψα εκείνη τη μέρα που είδα το καπάκι του φέρετρου και το κηδειόχαρτο στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Του ανάβω κεράκι απο τότε νοερά.
Κάθε φορά που ανοίγει ο ορίζοντας της ανάγνωσης νοιώθω την παρουσία του.
Κάθε που διαβάζω βιβλίο τον θυμάμαι.


Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

Απόλλωνας και Παναγιά.
Εμείς ρίχναμε άφοβα τα σώματά μας στις αμμούδες με το χέρι κάτω απ το σβέρκο και κοιμόμασταν κάτω απ τ άστρα.
Ούτε ψάθα ,ούτε πετσέτα,ούτε υπνόσακος.
Ζαλισμένους απο εικοσιτετράωρα ταξίδια με εκατό στάσεις σ όλα τα λιμάνια μας έπαιρναν οι βάρκες να μας βγάλουν στη στεριά..
Ταξιδεύαμε στο κατάστρωμα κι εκεί κατάχαμα ο ύπνος μας.
Μήτε κάθισμα, μήτε κουκέτα και τα χρήματα ίσα ίσα.
Δανειζόμασταν ο ένας απ τον άλλο μη και φύγει ο φίλος που ξέμενε γιατί τον θέλαμε εκεί μαζί μας.
Λέγαμε που θα πάμε και οι πέντε γινόμασταν δεκαπέντε.
Χωρίς κινητά κι ακίνητα.
Με σήματα αόρατα συμφωνούσαμε ,με σήματα αόρατα βρισκόμασταν.
Δεν ρωτούσαμε τα τριβάγκο ,δεν ξέραμε αν θα βρούμε να φάμε καν.
.Θέλαμε μόνο.
Πολύ.
Πάρα πολύ.
Να ταξιδέψουμε στα ορφανά της Ελλάδας νησάκια λες και οσμιζόμασταν τους αναδόχους και τις υιοθεσίες που έρχονταν απ το μέλλον.
Έβγαιναν οι αέρηδες των Κυκλάδων και γέμιζαν τ αυτιά,τα μαλλιά τις κοιλότητες όλου του κορμιού άμμο.
Σκεπαζόμασταν μέχρι το στόμα με καμιά μαντήλα κι αυτό ήταν όλο.
Τα περπατούσαμε απ άκρη σ άκρη .
Δύσβατη ξεδύσβατη η ακρογιαλιά εμείς την κατεβαίναμε μαζί με τ αγριοκάτσικα και τα γλαροπούλια.
Με σκισμένες ελβιέλες απ το καιρό κι όχι απ το ψαλίδι.
Αλμύρα,αλάτι παντού.
Μέρες χωρίς γλυκό νερό.
Πλενόμασταν με θάλασσα κι όταν βρίσκαμε πηγή γινόταν χαμός.
Και τ αγόρια μας έδιναν προτεραιότητα.
Μαλλιά ριγμένα προς τα κάτω θυμάμαι ,δρόμοι ηλιοκαμμένοι οι πλάτες μας ,γυάλιζαν οι γοφοί μας από υγεία και τα μάτια μας απο χαρά.
Λιγωμένοι απ τα γέλια χωρίς τσιγαριλίκια και κολοκύθια τούμπανα,έβγαζαν φωτιά τα κεφάλια μας απ την κορυφή τους,ερωτευμένα παιδόπουλα ήμασταν με ανοιχτά τα κανάλια μας στο φως του Αιγαίου πως να γινόταν κι αλλιώς ;
πλάκες ολημερίς μεταξύ μας ,πειράγματα,κουβέντες μέχρι το χάραμα στην αμμουδιά με τα πόδια μες το νερό όλη νύχτα και δέκα φεγγάρια ασημένια μπροστά μας να κολυμπούν στο πλάτωμα της θάλασσας.
Ναι έτσι.
Χωρίς ίχνος ρομαντισμού η εξωραϊσμού τα θυμάμαι όλα.
Με λεπτομέρειες.
Ετσι ήταν.
Τώρα δεν ξέρω πως είναι.
Και τώρα κάπως θα είναι.
Αλλά αλλιώτικα.
Ούτε πόσο αλλιώτικα είναι ξέρω κι ούτε με νοιάζει.
Μου αρκεί που ανέβηκα τότε στον μονόλιθο στην Παναγιά την Καλαμιώτισσα.
Που εκεί δίπλα στη στέρνα της με το μαζεμένο βρόχινο νερό και το κουβαδάκι ,έπλυνα το γυμνό κορμί μου να φύγει η κάψα του απ τον ήλιο και τον έρωτα.
Εβλεπε κι ο Αναφαίος Αιγλήτης Απόλλωνας ,έβλεπε κι η Παναγιά.
Κι εγώ μαζί τους τον εαυτό μου όπως με γέννησε η μάνα μου.
Οπως δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.


Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις