Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

                                                   https://youtu.be/jL0QV7H7-o0

                                                    https://youtu.be/k21S7Kw-SZQ
                                                   
                                                     https://youtu.be/N_eOtWT9kRQ
                                                   
                                                       https://youtu.be/k5OdT94T9PA


                                         

                                               


Σιδερένιος έρωτας
23-01-2020
Τα σπίτια ήταν το ένα δίπλα στο άλλο.
Ένας χαμηλός φράχτης από αγιόκλημα και γιασεμιά τα χώριζε.
Στον ένα κήπο έπαιζα εγώ, επτά χρονών τότε.
Μια “καραμελωμένη” μπέμπα ήμουν με κοτσιδάκια και φιόγκους μεγαλύτερους απ το μπόι μου.
Στον άλλο κήπο της κυρίας Γαρουφαλλίδου δεν έπαιζε κανείς.
Κάθε πρωί άκουγα περίεργους θορύβους από τριξίματα και τις ψιθυριστές φωνές δυο γυναικών που έκαναν κάτι που δεν καταλάβαινα.
Ήταν Ιούνιος μήνας.
Ήμουν πολύ λυπημένη που είχε κλείσει το σχολείο και βολόδερνα βαριεστημένα στην αυλή περιμένοντας να περάσουν οι μέρες και να φύγω για την θάλασσα.
Ώσπου μια μέρα άκουσα πάλι τους θορύβους.
Έτρεξα στον φράχτη έβαλα το ένα πόδι στο τοιχάκι, σκαρφάλωσα και θρονιάστηκα ανάμεσα στο αγιόκλημα περιμένοντας να δω τι γινόταν εκεί δίπλα.
Η γύρη από ένα λουλούδι μ’ έκανε να φτερνιστώ και φοβήθηκα ότι θα με δουν και θα με μαλώσουν αλλά μπα τίποτα.
Οι δύο γυναίκες ήταν απασχολημένες και δεν έδωσαν σημασία.
Η γηραιότερη έστρωνε ένα χαλάκι στην αυλή εκεί που χτυπούσε ο ήλιος.
Η άλλη, η πιο νέα είχε στην αγκαλιά της ένα αγόρι.
Το απίθωσε πάνω στο χαλάκι με προσοχή κι εξαφανίστηκε.
Η άλλη κουβάλησε μια αρμαθιά βιβλία τα ακούμπησε δίπλα του, χάιδεψε το αγόρι στα μαλλιά κι έφυγε κι αυτή.
Η απόσταση που βρισκόμουν ήταν αρκετή κι ο πρωινός ήλιος από απέναντι δεν μ’ άφηνε να δω καλά τον μικρό που καθόταν ήσυχα και διάβαζε. Κατέβασα λοιπόν με θράσος το πόδι μου απ’ την μεριά του ξένου κήπου και μ’ ένα πηδηματάκι βρέθηκα μέσα.
Στάθηκα ακίνητη στην αρχή και μετά τον είδα να μου γνέφει με το χέρι του.
Έκανα λίγα βήματα και κοντοστάθηκα.
Τώρα τον έβλεπα καλύτερα.
Αδύνατος σαν κλαράκι, βαθιά χωρίστρα πάνω σε αχυρένια βρεγμένα μαλλιά και μάτια καταγάλαζα διάφανα με κοιτούσαν ήρεμα μα με προσμονή.
Χαμογέλασε.
Ήταν σαν να έσκασε ο ήλιος σε χίλια κομμάτια.
“Φοβάσαι;” με ρώτησε.
Έγνεψα αρνητικά με το κεφάλι μου και πλησίασα ακόμη περισσότερο.
Έπειτα στρογγυλοκάθισα δίπλα του και τότε είδα το αριστερό του πόδι.
Ήταν φυλακισμένο σε μια μακρόστενη θήκη με σίδερα και δερμάτινα λουριά που έδεναν στο πλάι με μεταλλικές αγκράφες.
“Φοβάσαι;” με ξαναρώτησε.
“Οχι” του ψιθύρισα.
“Εμένα με λένε Αναστασία” του είπα.
“Κι εμένα Θοδωράκη” και μούδωσε το χέρι του.
Ήταν η πρώτη χειραψία που αντάλλαξα με αγόρι.
Όλα τα άλλα μου τραβούσαν τις κοτσίδες, μου ‘βγάζαν τους φιόγκους, με σκουντούσαν άγρια κι έπεφτα.
Ο Θοδωράκης όμως ήταν ήρεμος κι ευγενικός.
Και ακίνητος.
Προπαντός χαμογελούσε.
Από κείνη τη μέρα το σκηνικό επαναλαμβανόταν.
Η μαμά μου μ έψαξε μια δυο φορές μετά κατάλαβε που πάω και μ’ άφησε ήσυχη.
Πηδούσα πάντα τον φράχτη , κι ο Θοδωράκης με περίμενε.
Μου διάβαζε παραμύθια και ιστορίες μου μιλούσε για τρένα, βαπόρια και αεροπλάνα.
Μου έλεγε για την ζούγκλα και τ’ άγρια ζώα κι εγώ κρεμόμουν απ τα χείλη του μαγεμένη.
Λίγες μέρες αργότερα αρρώστησα.
Ο πυρετός με καθήλωσε στο σπίτι κι ο Θοδωράκης ήρθε με την μητέρα του να μ’ επισκεφθεί.
Τότε είδα για πρώτη φορά ότι στηριζόταν σε πατερίτσες.
Έκατσε δίπλα μου και μου διάβασε μια ιστορία .
Μετά σηκώθηκε και στηρίζοντας τα χέρια του στο κρεβάτι στάθηκε μ έναν δικό του τρόπο από πάνω μου κάπως στραβά και φίλησε το μάγουλό μου αργά και μαλακά ψιθυρίζοντας μου περαστικά.
Η άδολη αγάπη μας κράτησε ένα χρόνο, μετά ο Θοδωράκης έφυγε στο εξωτερικό με τους γονείς του κι η κυρία Γαρουφαλλίδου θυμάμαι ότι έκλαιγε συνέχεια.
Ήταν δώδεκα χρονών αγόρι τότε αδύνατο σαν κλαράκι.
Η πολιομυελίτιδα του ‘χε αχρηστέψει το αριστερό πόδι αναγκάζοντάς το να σέρνει τον σιδερένιο νάρθηκα παντού.
Μα εγώ αγαπούσα τον σιδερένιο του θόρυβο.
Να κοιτάω τα μάτια του ήθελα μόνο και ν’ ακούω τη φωνή του να μου διηγείται ιστορίες για την ζούγκλα και τ’ άγρια ζώα.


Δημοσιευμένο στο www.thegreekcloud.com

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020




Μόνο εκλεκτά μυαλά ,ελάχιστες γυναίκες και άντρες μπορούν να καταλάβουν τι λέει και πως αισθανόταν αυτή η γυναίκα.
Χαίρομαι που μπορώ να την νιώσω απολύτως.

Η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ «στον ουρανό του τίποτα με τα ελάχιστα»…
***
Ο σύντροφος της ζωής της
Πρόκειται για τον Ρόντνεϊ Ρουκ.
 “Ήμασταν και οι δύο στα 24. Γνωριστήκαμε και παντρευτήκαμε μέσα σε τρεις εβδομάδες. 
Πρωτοσυναντηθήκαμε σε μια ταβέρνα, τη ‘Λεύκα’, εκεί όπου έγιναν και όλα τα ραντεβού μας” είχε πει η ίδια σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Provocateur.
Όσο για το αν ο σύζυγός της ήταν η πηγή της έμπνευσής της, στην ίδια συνέντευξη, είχε απαντήσει:
 “Δεν θυμάμαι να έχω γράψει ποτέ για έναν φανταστικό έρωτα, μιας και ήμουν πολύ ενεργή βιωματικά.
 Κάθε φορά στόλιζα τον υπάρχοντα προσωρινό, με αυτόν που με ενέπνεε. Δεν ήταν λοιπόν, όλοι οι έρωτες των ποιημάτων μου για τον σύζυγό μου. Έρωτες στη ζωή μου είχα αρκετούς. 
Ακόμη και όταν ήμουν παντρεμένη με τον Ρουκ. 
Εκείνος το ήξερε, καταλάβαινε τα πάντα δεν είχε όμως πρόβλημα. 
Θυμάμαι κατά τη διάρκεια του γάμου μας είχα έναν πιο σοβαρό έρωτα. 
Εγγλέζος και αυτός. 
Μια μέρα μου λέει: ‘Xώρισε με τον Ρουκ και έλα να ζήσουμε μαζί την ιστορία μας’. 
‘Εγώ να αφήσω τον Ρουκ; Δεν είσαι καλά!’ του απάντησα.
Ήμουν ερωτευμένη μαζί του, αλλά δεν μπορούσα ούτε καν να διανοηθώ ότι θα εγκατέλειπα τον άνδρα μου. 
Είχαμε κάτι βαθύ μεταξύ μας.
 Και δεν είναι ότι είχα την ανάγκη ενός παράλληλου έρωτα. 
Απλά ήθελα να ζήσω έντονα.”

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

                                                           Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ


                                                 
Οταν σκέφτομαι πόσοι άνθρωποι εύχονται,προσεύχονται,ελπίζουν ταυτοχρόνως για το ίδιο πράγμα πάνω στον πλανήτη σταματάει το μυαλό μου.
 Οταν όμως αναλογιστώ οτι υπάρχουν κι άλλοι τόσοι που εύχονται ,προσεύχονται κι ελπίζουν για το ακριβώς αντίθετό του, λέω οτι μάλλον ζούμε σ ενα απέραντο τρελάδικο.
                      

                                                   


ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΑΝ ΤΑ ΚΡΥΑ ΤΑ ΝΕΡΑ.
Δευτεριάτικα σκέφτηκα να κλείσω τα ραντεβού της επερχόμενης εβδομάδος με διάφορες και διάφορους.
Τη σημερινή εποχή όταν μιλάω με άτομα κάτω από 30 χρονών περιμένω ν ακούσω τα πάντα.
Εννοώ τα πάντα όσον αφορά την γλώσσα μας.
Αυτό δηλαδή... που μιλάμε μεταξύ μας καθημερινά.
Την Ελληνική γλώσσα ούτως ειπείν.
Μιλάω λοιπόν με μια κοπελίτσα 25-26 χρονών , κορίτσι ευγενέστατο,καλοβαλμένο εν πάση περιπτώσει απ ότι έχω διαπιστώσει εκ του σύνεγγυς και ζητάω ραντεβού για την Παρασκευή.
-Τι κάνετε μου λέει,πως είσθε κυρία Φωκιανίδου;
γλυκύτατη,χαίρομαι που την ακούω κεφάτη ,γεμάτη ζωντάνια
αχ λέω με το νου μου εκείνη τη στιγμή ας είναι καλά αυτά τα νέα παιδιά που μας δίνουν ελπίδα για το μέλλον.
Προχωράμε παρακάτω.
-Σε τι θα θέλατε να σας εξυπηρετήσω; συνεχίζει η δεσποσύνη.
-Θέλω ένα ραντεβού για την Παρασκευή λέω κι ακούω την εξής απάντηση:
"Λυπάμαι κυρία Φωκιανίδου δεν μπορώ αυτή τη στιγμή".
Φυσικά ρωτάω τον λόγο και μούρχεται η απάντηση καταπέλτης.
"Δεν έχω μπροστά μου το ραντεβουλόγιο κυρία Αναστασία μου".
Μένω για λίγο μετέωρη, ξέρετε αυτό που θες να καταπιείς το σάλιο σου για να πάρεις ανάσα και να συνεχίσεις κι απ τη σαστιμάρα με πιάνει βήχας ,φεύγει το τηλέφωνο απ τα χέρια μου, το ξαναπιάνω στον αέρα και ξαναρωτάω.
-Το ποιό είπες Εφη?
-Το ραντεβουλόγιο?
-Ακουσα καλά?
-Μάλιστα μου λέει εσείς πως το λέτε?
-Μήπως το λέω λάθος?
τι να πω τώρα?
ότι το λέει σωστά?
Αχ βρε Εφη με το ραντεβουλόγιό σου αχ!
Δημοσιευμένο στις
20 Ιανουαρίου 2015 στις 1:08 π.μ.


                                          

Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις