Τετάρτη, 26 Μαΐου 2021

 "Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος"

Έχασα την εμπιστοσύνη μου στη σιωπή
δεν είναι αγνή, δεν είναι ρομαντική, να κρύβει
ψιθυρίσματα του έρωτα
ή την επόμενη μουσική φράση ποιμενικής συμφωνίας.
Της ανημποριάς λυσσαλέα πνίγει το λυγμό
μια αιώνια θρέφει απειλή.
Καλοπροαίρετη εγώ
καλοπροαίρετη κι η μέρα το πρωί
δεν προσέξαμε
το βουβό πείσμα που φιμώνει
τη συνείδηση του αύριο
και δεν αφήνει ν' ακουστούν
τα ηχηρά εκτοπλάσματα του φόβου...
Ω ναι, κι εγώ φοβάμαι.
Όμως ακόμη πολεμώ μην κουφαθώ
ν' ακούω θέλω όλο το λυγμό
και να μονολογώ
με τη φωνή της ψυχής μου.
Κατερίνα Αγγελάκη ~ Ρουκ

Κυριακή, 9 Μαΐου 2021

Επετειακό.

Ημουν και είμαι απ τις τυχερές αν μπορεί κάποιος να το πει αυτό για τον εαυτό του.

Αφ ενός γιατί γαλουχήθηκα και αγαπήθηκα απο πολλές γυναίκες που τις θεωρούσα μητέρες μου κι αφ εταίρου γιατί κι εγω ένοιωσα και νοιώθω μητέρα πολλών ανθρώπων.
Φυσικά κι είχα μια πραγματική μητέρα την Αφροδίτη.
Φυσικά κι έχω έναν μοναδικό γιό τον Νικόλα.
Τα συναισθήματά όμως προς την γιαγιά μου και πολλές θείες μου ήταν τα ίδια που είχα και για την μητέρα μου.
Η υποστήριξη και η αγάπη που μου πρόσφεραν όσο κι αν αυτό ακούγεται υπερβολικό ήταν η ίδια.
Σε διαφορετικούς τομείς αλλά αυτό δεν έχει σημασία.
Τρωτά έχουμε όλοι ,γονείς και μη γονείς.
Οπως και τα δικά μου αισθήματα ,η αγάπη και η υποστήριξη- επιμένω σ αυτή τη λέξη γιατί πιστεύω οτι η αγάπη εμπεριέχει απαραίτητα πράξεις υποστήριξης-είναι και προς το φυσικό μου παιδί και προς την κόρη της καρδιάς που απέκτησα στα σαρανταδύο μου χρόνια ,τα ίδια.
Εύχομαι σ όλες όσες αισθανόμαστε μητέρες είτε έχουμε είτε δεν έχουμε παιδιά ,να είμαστε με ανοιχτές καρδιές προς τον κόσμο και ν ανακαλύπτουμε πάντα ανθρώπους για να διοχετεύουμε την υποστήριξη μας, τις γνώσεις μας, την στοργή μας με όση αυταπάρνηση μπορούμε.
Με εγωισμό βάζω τον πήχη παραπάνω θάλεγα.
Κι όχι εγω δεν πιστεύω οτι αγάπη σημαίνει
΄΄μου περισσεύει ,είμαι καλά μέσα μου και γι αυτό σου δίνω απ το περίσσευμά μου¨
πιστεύω οτι σημαίνει
¨σου δίνω ακόμη κι όταν εγώ ο ίδιος έχω περισσότερη ανάγκη κι απο σένα΄΄
Χρόνια μας πολλά!




Κυριακή, 25 Απριλίου 2021

 Με την ψυχή στα χέρια


Τέτοια εποχή μπουμπούκιαζαν στον κήπο οι γαρυφαλλιές στη Μηχανιώνα.

Ήταν κάτι άσπρα μικρά γαρυφαλλάκια στο μέγεθος του δίδραχμου που μοσχοβολούσαν δυσανάλογα με το μέγεθός τους.

Μεθυστικά.

Στόλιζαν περίτεχνα τις βραγιές δίπλα στις τριανταφυλλιές.

Όλα φυτεμένα απ΄τα χέρια του.

Κάτι χοντρά χέρια με άγριο δέρμα αγκαθωτό.

Πληγίτσες και γρατζουνίσματα πού και πού πάντα, κάποιο χτύπημα από λάθος ζύγισμα σφυριού.

Τα άγγιζα εκείνα τα χέρια, τα κοίταζα.

Θυμάμαι τα δρομάκια των ρυτίδων τους που ξεπρόβαλλαν με το πέρασμα του χρόνου, η ζέστη τους, το σφιχταγκάλιασμα των δαχτύλων πάνω στα δικά μου, τη μυρωδιά του δέρματος ανάμεικτη με κάποιο υπόλειμμα σκουριάς ή σκόνης.

Γελούσαμε πολύ μαζί.

Ταίριαζαν τα χούγια μας.

«Κουκί κι έσκασες», έλεγε η μάνα μου.

Χωμένη στης κουζίνας της τον παράδεισο ετοίμαζε τη μαγειρίτσα,

έβαφε αυγά,

ζύμωνε τσουρέκια,

στο ενδιάμεσο του κατέβαζε κι ένα μεζέ μ΄ένα ποτηράκι τσίπουρο.

Καθόταν στο σκαλάκι και κουβέντιαζε μαζί του για λίγο και μετά συνέχιζαν τις δουλειές τους.

Χρυσά χέρια.

Που δούλευαν, ετοίμαζαν, δημιουργούσαν για να ευχαριστήσουν εμάς που απολαμβάναμε για τρείς τέσσερεις ώρες και μετά χανόμασταν στην πόλη στα δικά μας μονοπάτια.

Όλο εκείνο το σπιτικό στα χέρια τους.

Όλα χειροποίητα.

Όλα με μεράκι.

Και το βλέμμα στο δρόμο να μας δουν να φτάνουμε.

 

Άλλαξαν οι καιροί.

Τα παιδιά και τα εγγόνια είναι μακριά πια.

Η πανδημία, η απόσταση.

Κοντεύω να ξεχάσω αυτά που ήξερα για κάθε Λαμπρή.

Πληθαίνουν χρόνο με το χρόνο τα κεριά των επιταφίων μου.

Κλεισμένοι στα σπίτια, απομονωμένοι.

Τι να μαγειρέψει κανείς για δυο ψυχές με την υπέρταση και τις χοληστερίνες να μας κυνηγούν κατά πόδας;

Ζωντανεύω τις αναμνήσεις, τις μυρωδιές,

τις εικόνες, τα πρόσωπα κι αναρωτιέμαι πόσο μα πόσο ευτυχισμένοι είμασταν που ζήσαμε γεμάτες ζωές κοντά στους γονείς και στους φίλους μας.

Με παρηγορεί το γεγονός οτι και τα παιδιά μας τουλάχιστον μέχρι τα δεκαοκτώ τους, γεύτηκαν κομμάτια αυτής της τόσο όμορφης πλευράς της ζωής.

Γερνάω και το μολογάω.

Δημοσιευμένο στο www.greekcloud.gr σήμερα.



Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2021

 Μας πήρε ο χιονιάς και φέτος.

Χιονίζει απ΄το πρωί κι ο νους στο παράθυρο να μην το σταματήσει, να το στρώσει, να το δούμε αλλιώς το σκηνικό μας.

Κάθε χρόνο η παρουσία του οδηγεί το μυαλό σε αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, στο παλιό σπίτι που γεννήθηκα και μεγάλωσα, που πρωτοέπαιξα χιονοπόλεμο.

Θυμάμαι οτι ακουγόταν στην αυλή όταν το πύκνωνε.

Ναι ακουγόταν ένα πουπουλένιο παφ παφ σαν απόκοσμο νανούρισμα.

Ταξίδευε ο πατέρας τότε και τον περιμέναμε στο σπίτι όλοι.

Είμασταν πολλά άτομα, το παλιό τουρκόσπιτο είχε μπόλικα δωμάτια και μας βόλευε όλους.

Χιόνιζε θυμάμαι από νωρίς το απόγευμα και τη μάνα μου την έζωναν τα φίδια.

Τον περίμενε πώς και πώς κι έλεγε στη γιαγιά μου για την Κατάρα, πως είχε παγετό.

Ήμουν γύρω στα τέσσερα χρόνια μου.

Ήθελα να κρυφτώ πριν μπει στο σπίτι για να μ΄αναζητήσει όπως πάντα.

Η ώρες περνούσαν κι εκείνος αργούσε.

Είμασταν αγκαλιά με τη μάνα στον καναπέ του σαλονιού εκεί που ήταν η κεντρική σόμπα που ζέσταινε το σπίτι.

Μας πήρε ο ύπνος.

Ξαφνικά πετάχτηκα απ΄την αγκαλιά της ακούγοντας τον χαρακτηριστικό ήχο των φρένων του φορτηγού που τον ήξερα τόσο καλά.

Ήταν ενα scania με κίτρινη ξύλινη καρότσα και τα φρένα του έκαναν ιδιαίτερο ήχο σα να ξεφυσούσαν.

Βιάστηκα να χωθώ κάτω απ΄το τραπέζι.

Το δαμάσκο τραπεζομάντηλο είχε γύρω του κρόσσια που μ΄άφηναν να βλέπω ενδιάμεσα.

Έβλεπα τις μπότες του στο κατώφλι άκουγα τ΄αγκαλιάσματα και τα φιλιά με τη μάνα μου και μετά περίμενα.

Ρωτούσε πάντα με τον ίδιο παιχνιδιάρικο τρόπο.

«Πού είναι το κορίτσι μου;»

Κι εγώ που δε βαστιόμουν άλλο να σωπαίνω απαντούσα με το κεφάλι έξω απ΄το τραπεζομάντηλο.

«Νάτο το κορίτσι σου»

Μετά ο κόσμος μίκραινε.

Γινόταν μια αγκαλιά.

Ενοιωθα τα χέρια του κρύα και αδρά στο προσωπάκι μου, τα μάτια του να γελάνε, τα μπράτσα του να μ΄αγκαλιάζουν, να με σηκώνουν μέχρι το ταβάνι.

Το στέρνο του μύριζε κρύο αέρα.

Έβαζε τις πατούσες μου πάνω στις μπότες του και με πήγαινε μέχρι το κρεββάτι.

Κοιμήσου μου ΄λεγε …αύριο θα το ΄χει στρώσει και θα κάνουμε χιονάνθρωπο πρωί πρωί.

Από τότε και μετά το χιόνι με μαγεύει.

Με μικραίνει.

Όπως απόψε.


Δημοσιευμένο στο www.thegreekcloud 15/2/2021

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2020

 



Σχοινούσα

 

Το νησί ήταν πολύ μικρό. 

Πολύ μικρό Κυκλαδίτικο νησί σήμαινε περί το 1983 ,τόπο χωρίς ρεύμα . 

Πιθανώς να υπήρχαν κάποιες γεννήτριες. 

Μας έβγαλε το Μιαούλης δύο τα μεσάνυχτα. 

Λιμάνι δεν υπήρχε ήρθαν κάτι βάρκες . 

Σαβουρντιστήκαμε νυσταγμένοι και αρμυροί απο το αγέρι της θάλασσας μετά τόσες ώρες ταξίδι απ τον Πειραιά. 

Πόσες;  

Άπειρες. 

Με σύζυγο και παρέα κι ένα παιδί δύο χρονών στην αγκαλιά. 

Ενα καφενείο όλο κι όλο στο ημίφως. 

Βρήκαμε την αμμουδιά αμέσως. 

Μύριζε εκείνη η θαλασσίλα η ιωδιούχα ,ήσυχη σα λίμνη ήταν θυμάμαι. 

Βάλαμε τα σακίδια προσκέφαλο ο ουρανός από πάνω  γεμάτος εκρήξεις άστρων σε σχηματισμούς. 

Το στερέωμα ασήμιζε απόκοσμο. 

Σήκωσα το κεφάλι δεξιά αριστερά. 

Απέραντη αμμουδιά κι ένα μόνο δέντρο. 

Μικρό αρμυρίκι ήταν το κατάλαβα με το χάραμα. 

Μια σταλιά. 

Ολο το άλλο πεντάρφανο από πρασινάδα. 

Πέταξα τα ρούχα μου. 

Αυτή η αίσθηση του δροσερού νερού σ όλο το κορμί το ξημέρωμα με ξεπερνάει πάντα. 

Με στέλνει αλλού. 

Σε άλλους πλανήτες με σχήματα μήτρας ,με υπόκωφους θορύβους νερών που κινούνται γύρω και μέσα στο σχήμα μου. 

Βγήκα βρεγμένη και πεινασμένη. 

Στη μύτη μου έφτανε μυρωδιά φρέσκου ψωμιού. 

Πήγαινα και μύριζα. 

Ούτε ψυχή να ρωτήσω που είναι το φουρνάρικο. 

Έφτασα γρήγορα. 

Ολα κοντινά ήταν εξ άλλου εκεί. 

Ο φούρναρης ήταν ο Κουασιμόδος όχι των Παρισίων μα της Παναγιάς της Κυκλαδίτισσας. 

Αφάνα μαλλί,κακομούτσουνος,κοντός στραβοκάνης. 

Με κοίταζε κάτω απ τα φρύδια του ,με ζύγισε. 

Και ξαναγύρισε στον αναμμένο φούρνο του. 

Έψαχνα να βρω με τι τον είχε ανάψει. 

Ρεύμα δεν υπήρχε. 

Ξύλα ούτε για δείγμα. 

Μετά είδα κάτι τεράστιους ξερούς θάμνους σαν αυτούς που έβλεπα στα γουέστερν σπαγγέτι μικρή να τους κατατρακυλάει ο άνεμος στη έρημο της Σονόρα. 

Θεέ και Κύριε σκέφτηκα . 

Πως ν ανάψει ένας φούρνος μόνο με λίγους θάμνους τι να πρωτοψήσει; 

Μετά είπα καλημέρα. 

Ακουσα ένα μουγκρητό. 

Ο Κουασιμόδος έφτυσε ένα ΄΄τι θες΄΄μέσα απ τα δόντια του και με κοίταξε αδικαιολόγητα αγανακτισμένος . 

-Εχει ψωμί;  

Το είπα ψιθυρίζοντας . 

Δεν το απόσωσα και με πήρε ο δαίμονας. 

-Ψωμί;Δηλαδή κι εμείς τι κάνουμε απ τη νύχτα εδώ κοπέλα μου; 

-Θέλω ένα... είπα για να τελειώνει το μαρτύριο κι έβαλα πάνω στον πάγκο του το χαρτονόμισμα των εκατό δραχμών που κρατούσα. 

-Πάρτο πίσω ...άκουσα να λέει. 

-Πάρε το ψωμί και φύγε δε θέλω λεφτά. 

-Πού νόμιζες οτι ήρθες; σε τράπεζα; 

Το πήρα. 

Μου έκαιγε τα χέρια. 

Το τύλιξα στη μαντήλα μου . 

Με τη μυρωδιά και την ζεστασιά του κατέβηκα στην παραλία. 

Πήγα κάτω απ το μοναδικό αρμυρίκι και κάθισα. 

Ηταν ζυμωτό ,βαρύ ψωμί ,γεμάτο,  με κόρα τραγανή και μυρωδιά από ξύλο. 

Χτυπούσε τον ουρανίσκο μου η γλύκα  , η κόρα του θρυμματιζόταν ανάμεσα στα δόντια μου κι ακουγόταν το κριτσάνισμα στ αυτιά μου. 

Ζούσα ένα μικρό θαύμα. 

Αυτός ο άτιμος ,ο άσχημος,ο  αγενής τόχε ζυμώσει και ψήσει υπέροχα.  

Με ξύπνησε ο θόρυβος από  τσεκούρι την άλλη μέρα το πρωί. 

Κοίταξα γύρω. 

Το ένα και μοναδικό αρμυρίκι σ όλο το νησί είχε κοπεί απ τη ρίζα. 

Τον είδα να το σέρνει ανηφορίζοντας προς τον φούρνο . 

Το "Μιαούλης"  είχε φέρει οκτώ στόματα που έπρεπε να τα ταϊσει ο άτιμος. 

Τι να έκανε; 




Δημοσιευμένο στο wwwthegreekcloud.com στις 28/9/2020

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020

 Μικρά σπίτια στο λιβάδι ή έτσι γίνεται με όλα


Μερικοί άνθρωποι είναι έτσι.

Σαν μικρά σπίτια στο λιβάδι.

Φιλόξενα ζεστά χέρια.

Μάτια που κοιτάνε σπάζοντας τις γωνιές τους χωρίς τον φόβο των ρυτίδων.

Άνθρωποι που αρνούνται κατηγορηματικά να φύγουν απ’ την παιδική ηλικία της άδολης χαράς, της ανεμελιάς, της ζαβολιάς, του γέλιου.

Όταν τους αρέσει κάτι είναι αδύνατον να κρυφτούν, όταν αγαπούν, αγαπούν για μια ζωή.

Δεν συγχωρούν γιατί απλά δεν κακιάζονται ποτέ.

Η συγχώρεση είναι άγνωστη λέξη δεν τους χρειάζεται.

Κι αν νομίζετε ότι περιγράφω κάποιον ή κάποια αφελή κάνετε λάθος.

Φαίνονται αφελείς γιατί προσφέρονται άφοβα.

Έχουν πολλά καλά κι ένα κακό.

Το κακό είναι ότι σε κάνουν να φοβάσαι με το δόσιμό τους.

Αυτό που λέμε συχνά αλλά το βρίσκουμε σπάνια.

Άνθρωποι ‘’χαρά θεού’’.

Αυτό.

Από τότε που η τύχη τόφερε να ασχοληθώ με την μικροϋφαντική κάθε φορά που αρχίζω ένα κόσμημα για κάποια ή κάποιον είναι σαν να τον έχω μπροστά μου.

Είναι μαγικό.

Μπροστά μου ένα άδειο τραπέζι.

Κουτιά και συρτάρια με κλωστές και χάντρες σε πύργους παντού.

Κι όλα αρχίζουν από μια κλωστή.

Την πρώτη.

Δένοντας τον πρώτο κόμπο είναι σαν να πιάνω απ’ το χέρι τον άνθρωπο για να τον ταξιδέψω μαζί μου σ’ έναν άγνωστο χρωματιστό δρόμο.

Με παράδρομους, με στάσεις, μεταμφιέσεις, διαλόγους, αρμονία, ησυχία, γέλιο, εξάρσεις χαράς.

Κανένα δάκρυ πότε πότε.

Κάποτε οι στάσεις διαρκούν.

Η μεγαλύτερη που μούτυχε ήταν 4 χρόνια.

Και το βλεπα εκεί.

Να με περιμένει καρτερικά.

Κι εγώ να μην μπορώ να το κουνήσω απ’ τη θέση μου, τα χέρια μου να μην πηγαίνουν και το μυαλό μου να φρενάρει κάθε διάθεσή μου.

Ύστερα έρχεται μια στιγμή που όλο αυτό λύνεται.

Αρχίζει πάλι η ροή εντός μου όλα γίνονται νερό που τρέχει και το χέρι ασταμάτητο τελειώνει αυτό που αρνιόταν μέχρι εκείνη την ώρα.

Το κόσμημά της έτσι άρχισε.

Με ροή ασταμάτητη εξελίχθηκε το σώμα του.

Ώχρα, μπλε ζωντανό, γαλάζιο σαξ, πορτοκαλί του ήλιου.

Μ’ ένα άσπρο φίλντισι εκεί στη μέση.

Να στέκει και να προφυλάσσει, να ισορροπεί τους δρόμους του μυαλού.

Αυτού του μυαλού που μας προδίδει.

Όλους.

Ολοκληρώθηκε σε λίγες μέρες.

Μετά ήρθε η σειρά μου.

Εξήντα τέσσερις πόντοι φεστόνι μονόκλωνο είπα.

Υπερβολικό μου απάντησα.

Έτσι θα το κάνω είπα.

Με υπερβολή.

Οι μέρες περνούσαν κι εγώ τίποτε.

Ακίνητη.

Μήτε βελονιά.

Το μικρό σπίτι στο λιβάδι περίμενε.

Σιωπηλά.

Τσιμουδιά δεν ακούστηκε.

Μέρες το παίδευα.

Τρεις βελονιές με την πρώτη δροσιά μέσα στο φετινό καλοκαίρι.

Μπήκαν με ζόρι.

Δε μετάνιωνα με τίποτα.

Άλλοι τρεις πόντοι σε δυο βδομάδες.

Μπουκωμένο το μέσα μου απο κορονοϊούς, καραντίνες, υποχρεωτικές μάσκες, γάντια, καύσωνες.

Και προχθές τόβαλα πάνω στα δάχτυλά μου, η βελόνα γλίστρησε ακολουθώντας το ρυθμό της καρδιάς κι ενός ταμπούρλου που ακουγόταν απ’ το πουθενά.

Έτσι γίνεται με όλα.

Έρχεται η στιγμή, η ώρα.

Οι κόμποι που στόμωσαν κάποτε λύθηκαν.

 Στη θέση τους δέθηκαν με αγάπη ώχρα, μπλε της θάλασσας και πορτοκαλί του ήλιου.

Μ’ ένα άσπρο φίλντισι στη μέση για την πίστη της.


Δημοσιευμένο σήμερα 15.9.2020 στο www.thegreekcloud.com



Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις