Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2021

 Μας πήρε ο χιονιάς και φέτος.

Χιονίζει απ΄το πρωί κι ο νους στο παράθυρο να μην το σταματήσει, να το στρώσει, να το δούμε αλλιώς το σκηνικό μας.

Κάθε χρόνο η παρουσία του οδηγεί το μυαλό σε αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, στο παλιό σπίτι που γεννήθηκα και μεγάλωσα, που πρωτοέπαιξα χιονοπόλεμο.

Θυμάμαι οτι ακουγόταν στην αυλή όταν το πύκνωνε.

Ναι ακουγόταν ένα πουπουλένιο παφ παφ σαν απόκοσμο νανούρισμα.

Ταξίδευε ο πατέρας τότε και τον περιμέναμε στο σπίτι όλοι.

Είμασταν πολλά άτομα, το παλιό τουρκόσπιτο είχε μπόλικα δωμάτια και μας βόλευε όλους.

Χιόνιζε θυμάμαι από νωρίς το απόγευμα και τη μάνα μου την έζωναν τα φίδια.

Τον περίμενε πώς και πώς κι έλεγε στη γιαγιά μου για την Κατάρα, πως είχε παγετό.

Ήμουν γύρω στα τέσσερα χρόνια μου.

Ήθελα να κρυφτώ πριν μπει στο σπίτι για να μ΄αναζητήσει όπως πάντα.

Η ώρες περνούσαν κι εκείνος αργούσε.

Είμασταν αγκαλιά με τη μάνα στον καναπέ του σαλονιού εκεί που ήταν η κεντρική σόμπα που ζέσταινε το σπίτι.

Μας πήρε ο ύπνος.

Ξαφνικά πετάχτηκα απ΄την αγκαλιά της ακούγοντας τον χαρακτηριστικό ήχο των φρένων του φορτηγού που τον ήξερα τόσο καλά.

Ήταν ενα scania με κίτρινη ξύλινη καρότσα και τα φρένα του έκαναν ιδιαίτερο ήχο σα να ξεφυσούσαν.

Βιάστηκα να χωθώ κάτω απ΄το τραπέζι.

Το δαμάσκο τραπεζομάντηλο είχε γύρω του κρόσσια που μ΄άφηναν να βλέπω ενδιάμεσα.

Έβλεπα τις μπότες του στο κατώφλι άκουγα τ΄αγκαλιάσματα και τα φιλιά με τη μάνα μου και μετά περίμενα.

Ρωτούσε πάντα με τον ίδιο παιχνιδιάρικο τρόπο.

«Πού είναι το κορίτσι μου;»

Κι εγώ που δε βαστιόμουν άλλο να σωπαίνω απαντούσα με το κεφάλι έξω απ΄το τραπεζομάντηλο.

«Νάτο το κορίτσι σου»

Μετά ο κόσμος μίκραινε.

Γινόταν μια αγκαλιά.

Ενοιωθα τα χέρια του κρύα και αδρά στο προσωπάκι μου, τα μάτια του να γελάνε, τα μπράτσα του να μ΄αγκαλιάζουν, να με σηκώνουν μέχρι το ταβάνι.

Το στέρνο του μύριζε κρύο αέρα.

Έβαζε τις πατούσες μου πάνω στις μπότες του και με πήγαινε μέχρι το κρεββάτι.

Κοιμήσου μου ΄λεγε …αύριο θα το ΄χει στρώσει και θα κάνουμε χιονάνθρωπο πρωί πρωί.

Από τότε και μετά το χιόνι με μαγεύει.

Με μικραίνει.

Όπως απόψε.


Δημοσιευμένο στο www.thegreekcloud 15/2/2021

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2020

 



Σχοινούσα

 

Το νησί ήταν πολύ μικρό. 

Πολύ μικρό Κυκλαδίτικο νησί σήμαινε περί το 1983 ,τόπο χωρίς ρεύμα . 

Πιθανώς να υπήρχαν κάποιες γεννήτριες. 

Μας έβγαλε το Μιαούλης δύο τα μεσάνυχτα. 

Λιμάνι δεν υπήρχε ήρθαν κάτι βάρκες . 

Σαβουρντιστήκαμε νυσταγμένοι και αρμυροί απο το αγέρι της θάλασσας μετά τόσες ώρες ταξίδι απ τον Πειραιά. 

Πόσες;  

Άπειρες. 

Με σύζυγο και παρέα κι ένα παιδί δύο χρονών στην αγκαλιά. 

Ενα καφενείο όλο κι όλο στο ημίφως. 

Βρήκαμε την αμμουδιά αμέσως. 

Μύριζε εκείνη η θαλασσίλα η ιωδιούχα ,ήσυχη σα λίμνη ήταν θυμάμαι. 

Βάλαμε τα σακίδια προσκέφαλο ο ουρανός από πάνω  γεμάτος εκρήξεις άστρων σε σχηματισμούς. 

Το στερέωμα ασήμιζε απόκοσμο. 

Σήκωσα το κεφάλι δεξιά αριστερά. 

Απέραντη αμμουδιά κι ένα μόνο δέντρο. 

Μικρό αρμυρίκι ήταν το κατάλαβα με το χάραμα. 

Μια σταλιά. 

Ολο το άλλο πεντάρφανο από πρασινάδα. 

Πέταξα τα ρούχα μου. 

Αυτή η αίσθηση του δροσερού νερού σ όλο το κορμί το ξημέρωμα με ξεπερνάει πάντα. 

Με στέλνει αλλού. 

Σε άλλους πλανήτες με σχήματα μήτρας ,με υπόκωφους θορύβους νερών που κινούνται γύρω και μέσα στο σχήμα μου. 

Βγήκα βρεγμένη και πεινασμένη. 

Στη μύτη μου έφτανε μυρωδιά φρέσκου ψωμιού. 

Πήγαινα και μύριζα. 

Ούτε ψυχή να ρωτήσω που είναι το φουρνάρικο. 

Έφτασα γρήγορα. 

Ολα κοντινά ήταν εξ άλλου εκεί. 

Ο φούρναρης ήταν ο Κουασιμόδος όχι των Παρισίων μα της Παναγιάς της Κυκλαδίτισσας. 

Αφάνα μαλλί,κακομούτσουνος,κοντός στραβοκάνης. 

Με κοίταζε κάτω απ τα φρύδια του ,με ζύγισε. 

Και ξαναγύρισε στον αναμμένο φούρνο του. 

Έψαχνα να βρω με τι τον είχε ανάψει. 

Ρεύμα δεν υπήρχε. 

Ξύλα ούτε για δείγμα. 

Μετά είδα κάτι τεράστιους ξερούς θάμνους σαν αυτούς που έβλεπα στα γουέστερν σπαγγέτι μικρή να τους κατατρακυλάει ο άνεμος στη έρημο της Σονόρα. 

Θεέ και Κύριε σκέφτηκα . 

Πως ν ανάψει ένας φούρνος μόνο με λίγους θάμνους τι να πρωτοψήσει; 

Μετά είπα καλημέρα. 

Ακουσα ένα μουγκρητό. 

Ο Κουασιμόδος έφτυσε ένα ΄΄τι θες΄΄μέσα απ τα δόντια του και με κοίταξε αδικαιολόγητα αγανακτισμένος . 

-Εχει ψωμί;  

Το είπα ψιθυρίζοντας . 

Δεν το απόσωσα και με πήρε ο δαίμονας. 

-Ψωμί;Δηλαδή κι εμείς τι κάνουμε απ τη νύχτα εδώ κοπέλα μου; 

-Θέλω ένα... είπα για να τελειώνει το μαρτύριο κι έβαλα πάνω στον πάγκο του το χαρτονόμισμα των εκατό δραχμών που κρατούσα. 

-Πάρτο πίσω ...άκουσα να λέει. 

-Πάρε το ψωμί και φύγε δε θέλω λεφτά. 

-Πού νόμιζες οτι ήρθες; σε τράπεζα; 

Το πήρα. 

Μου έκαιγε τα χέρια. 

Το τύλιξα στη μαντήλα μου . 

Με τη μυρωδιά και την ζεστασιά του κατέβηκα στην παραλία. 

Πήγα κάτω απ το μοναδικό αρμυρίκι και κάθισα. 

Ηταν ζυμωτό ,βαρύ ψωμί ,γεμάτο,  με κόρα τραγανή και μυρωδιά από ξύλο. 

Χτυπούσε τον ουρανίσκο μου η γλύκα  , η κόρα του θρυμματιζόταν ανάμεσα στα δόντια μου κι ακουγόταν το κριτσάνισμα στ αυτιά μου. 

Ζούσα ένα μικρό θαύμα. 

Αυτός ο άτιμος ,ο άσχημος,ο  αγενής τόχε ζυμώσει και ψήσει υπέροχα.  

Με ξύπνησε ο θόρυβος από  τσεκούρι την άλλη μέρα το πρωί. 

Κοίταξα γύρω. 

Το ένα και μοναδικό αρμυρίκι σ όλο το νησί είχε κοπεί απ τη ρίζα. 

Τον είδα να το σέρνει ανηφορίζοντας προς τον φούρνο . 

Το "Μιαούλης"  είχε φέρει οκτώ στόματα που έπρεπε να τα ταϊσει ο άτιμος. 

Τι να έκανε; 




Δημοσιευμένο στο wwwthegreekcloud.com στις 28/9/2020

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020

 Μικρά σπίτια στο λιβάδι ή έτσι γίνεται με όλα


Μερικοί άνθρωποι είναι έτσι.

Σαν μικρά σπίτια στο λιβάδι.

Φιλόξενα ζεστά χέρια.

Μάτια που κοιτάνε σπάζοντας τις γωνιές τους χωρίς τον φόβο των ρυτίδων.

Άνθρωποι που αρνούνται κατηγορηματικά να φύγουν απ’ την παιδική ηλικία της άδολης χαράς, της ανεμελιάς, της ζαβολιάς, του γέλιου.

Όταν τους αρέσει κάτι είναι αδύνατον να κρυφτούν, όταν αγαπούν, αγαπούν για μια ζωή.

Δεν συγχωρούν γιατί απλά δεν κακιάζονται ποτέ.

Η συγχώρεση είναι άγνωστη λέξη δεν τους χρειάζεται.

Κι αν νομίζετε ότι περιγράφω κάποιον ή κάποια αφελή κάνετε λάθος.

Φαίνονται αφελείς γιατί προσφέρονται άφοβα.

Έχουν πολλά καλά κι ένα κακό.

Το κακό είναι ότι σε κάνουν να φοβάσαι με το δόσιμό τους.

Αυτό που λέμε συχνά αλλά το βρίσκουμε σπάνια.

Άνθρωποι ‘’χαρά θεού’’.

Αυτό.

Από τότε που η τύχη τόφερε να ασχοληθώ με την μικροϋφαντική κάθε φορά που αρχίζω ένα κόσμημα για κάποια ή κάποιον είναι σαν να τον έχω μπροστά μου.

Είναι μαγικό.

Μπροστά μου ένα άδειο τραπέζι.

Κουτιά και συρτάρια με κλωστές και χάντρες σε πύργους παντού.

Κι όλα αρχίζουν από μια κλωστή.

Την πρώτη.

Δένοντας τον πρώτο κόμπο είναι σαν να πιάνω απ’ το χέρι τον άνθρωπο για να τον ταξιδέψω μαζί μου σ’ έναν άγνωστο χρωματιστό δρόμο.

Με παράδρομους, με στάσεις, μεταμφιέσεις, διαλόγους, αρμονία, ησυχία, γέλιο, εξάρσεις χαράς.

Κανένα δάκρυ πότε πότε.

Κάποτε οι στάσεις διαρκούν.

Η μεγαλύτερη που μούτυχε ήταν 4 χρόνια.

Και το βλεπα εκεί.

Να με περιμένει καρτερικά.

Κι εγώ να μην μπορώ να το κουνήσω απ’ τη θέση μου, τα χέρια μου να μην πηγαίνουν και το μυαλό μου να φρενάρει κάθε διάθεσή μου.

Ύστερα έρχεται μια στιγμή που όλο αυτό λύνεται.

Αρχίζει πάλι η ροή εντός μου όλα γίνονται νερό που τρέχει και το χέρι ασταμάτητο τελειώνει αυτό που αρνιόταν μέχρι εκείνη την ώρα.

Το κόσμημά της έτσι άρχισε.

Με ροή ασταμάτητη εξελίχθηκε το σώμα του.

Ώχρα, μπλε ζωντανό, γαλάζιο σαξ, πορτοκαλί του ήλιου.

Μ’ ένα άσπρο φίλντισι εκεί στη μέση.

Να στέκει και να προφυλάσσει, να ισορροπεί τους δρόμους του μυαλού.

Αυτού του μυαλού που μας προδίδει.

Όλους.

Ολοκληρώθηκε σε λίγες μέρες.

Μετά ήρθε η σειρά μου.

Εξήντα τέσσερις πόντοι φεστόνι μονόκλωνο είπα.

Υπερβολικό μου απάντησα.

Έτσι θα το κάνω είπα.

Με υπερβολή.

Οι μέρες περνούσαν κι εγώ τίποτε.

Ακίνητη.

Μήτε βελονιά.

Το μικρό σπίτι στο λιβάδι περίμενε.

Σιωπηλά.

Τσιμουδιά δεν ακούστηκε.

Μέρες το παίδευα.

Τρεις βελονιές με την πρώτη δροσιά μέσα στο φετινό καλοκαίρι.

Μπήκαν με ζόρι.

Δε μετάνιωνα με τίποτα.

Άλλοι τρεις πόντοι σε δυο βδομάδες.

Μπουκωμένο το μέσα μου απο κορονοϊούς, καραντίνες, υποχρεωτικές μάσκες, γάντια, καύσωνες.

Και προχθές τόβαλα πάνω στα δάχτυλά μου, η βελόνα γλίστρησε ακολουθώντας το ρυθμό της καρδιάς κι ενός ταμπούρλου που ακουγόταν απ’ το πουθενά.

Έτσι γίνεται με όλα.

Έρχεται η στιγμή, η ώρα.

Οι κόμποι που στόμωσαν κάποτε λύθηκαν.

 Στη θέση τους δέθηκαν με αγάπη ώχρα, μπλε της θάλασσας και πορτοκαλί του ήλιου.

Μ’ ένα άσπρο φίλντισι στη μέση για την πίστη της.


Δημοσιευμένο σήμερα 15.9.2020 στο www.thegreekcloud.com



Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2020

 Πέρασμα στο χωροχρόνο

17-08-2020
Ο Γιόχαν κι η γυναίκα του θα δουν την επόμενη άνοιξη τα τριαντάφυλλα ν’ ανθίζουν.
Φυτεμένα από χέρια που γέρασαν κι έφυγαν για άλλες διαδρομές.
Όλα τα λουλούδια και τα δέντρα αγγιγμένα απο γιαγιά, μάνα και πατέρα εκεί απ’ το 74.
Καρποφορούν κι ανθίζουν, ζουν σε δικούς τους χρόνους, θροΐζουν στο βραδινό αεράκι όπως πάντα.
Ποιος ξέρει τι μνημόσυνο κουβεντολόϊ ανοίγουν μεταξύ τους.
Την τελευταία φορά που πήγα τέλος Ιουλίου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο με χαιρετούσε κι έσκαγε χαμόγελα στο πρωινό φως.
Δόθηκε.
Το σπίτι δόθηκε.
Μαζί κι οι μυρωδιές του, τα μουρμουρητά, οι σκιές, η δροσιά στα δωμάτια, η ζεστασιά απ’ το τζάκι.
Πόσοι άνθρωποι εκεί μέσα.
Πόσα γλέντια.
Πόσες συζητήσεις.
Πόσες αναζητήσεις.
Ευλογία όλα.
Του μίλησα την τελευταία μέρα.
Το αποχαιρέτησα.
Το παρέδωσα για να μη χαθεί.
Με δάκρυα ανακούφισης όπως όταν πεθαίνει κάποιος και λέμε …”καλύτερα που έφυγε, ησύχασε”
Σήμερα άνθισε ακόμη ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
Σε γλάστρα αυτό.
Η Άννα μού ‘στειλε πρωί πρωί γεμάτη χαρά τη φωτογραφία.
Η θεία Φούλα δεν μπορεί να το δει.
Δε βγαίνει ούτε στο μπαλκόνι πια.
Μωλωπισμένα τα χέρια της απ’ τα χτυπήματα εδώ κι εκεί.
Το λεπτό κορμί της λυγισμένο απ’ το χρόνο χρειάζεται άλλα δυο χέρια να κρατηθεί για να κάνει πέντε βήματα μέχρι το κρεβάτι της.
Παρηγοριέται με το πρωινό καφεδάκι, δίνει ευχές και αστειεύεται.
Με τάϊζε και την ταΐζω.
Μ’ έλουζε και τη λούζω.
Με παρηγορούσε στην αγκαλιά της και την παρηγορώ.
Μου πιάνει σφιχτά τα χέρια, με κοιτάει στα μάτια χωρίς μάτια και μου λέει ”να μη φοβάσαι τίποτα”
Λέει τον κορονοϊό πορνοϊό, τον Ερντογάν Ερ-Ντουγάνι, λέει πολλά τέτοια και μετά κοιμάται.
Κοιμάται και ξεχνάει.
Εχει δρόμο ακόμη η ζωή της το ξέρω.
Έχει ”αχ” η ψυχής της κάθε που μ’ αγγίζει και το νοιώθω.

Δημοσιευμένο σήμερα στο www.thegreekcloud.gr

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2020

"Τι είναι λοιπόν ο έρωτας;
Είναι το κουκούτσι της ζωής.
Η μυγδαλόψυχά της.
Εκεί μέσα είναι κλεισμένες όλες οι δυνατότητες της αιωνιότητας της ζωής.
Όλα τ’ άλλα είναι φλούδια και ζουμιά."
— Στράτης Μυριβήλης


Σάββατο, 11 Ιουλίου 2020

Απόλλωνας και Παναγιά.
Εμείς ρίχναμε άφοβα τα σώματά μας στις αμμούδες με το χέρι κάτω απ το σβέρκο και κοιμόμασταν κάτω απ τ άστρα.
Ούτε ψάθα ,ούτε πετσέτα,ούτε υπνόσακος.
Ζαλισμένους απο εικοσιτετράωρα ταξίδια με εκατό στάσεις σ όλα τα λιμάνια μας έπαιρναν οι βάρκες να μας βγάλουν στη στεριά..
Ταξιδεύαμε στο κατάστρωμα κι εκεί κατάχαμα ο ύπνος μας.
Μήτε κάθισμα, μήτε κουκέτα και τα χρήματα ίσα ίσα.
Δανειζόμασταν ο ένας απ τον άλλο μη και φύγει ο φίλος που ξέμενε γιατί τον θέλαμε εκεί μαζί μας.
Λέγαμε που θα πάμε και οι πέντε γινόμασταν δεκαπέντε.
Χωρίς κινητά κι ακίνητα.
Με σήματα αόρατα συμφωνούσαμε ,με σήματα αόρατα βρισκόμασταν.
Δεν ρωτούσαμε τα τριβάγκο ,δεν ξέραμε αν θα βρούμε να φάμε καν.
.Θέλαμε μόνο.
Πολύ.
Πάρα πολύ.
Να ταξιδέψουμε στα ορφανά της Ελλάδας νησάκια λες και οσμιζόμασταν τους αναδόχους και τις υιοθεσίες που έρχονταν απ το μέλλον.
Έβγαιναν οι αέρηδες των Κυκλάδων και γέμιζαν τ αυτιά,τα μαλλιά τις κοιλότητες όλου του κορμιού άμμο.
Σκεπαζόμασταν μέχρι το στόμα με καμιά μαντήλα κι αυτό ήταν όλο.
Τα περπατούσαμε απ άκρη σ άκρη .
Δύσβατη ξεδύσβατη η ακρογιαλιά εμείς την κατεβαίναμε μαζί με τ αγριοκάτσικα και τα γλαροπούλια.
Με σκισμένες ελβιέλες απ το καιρό κι όχι απ το ψαλίδι.
Αλμύρα,αλάτι παντού.
Μέρες χωρίς γλυκό νερό.
Πλενόμασταν με θάλασσα κι όταν βρίσκαμε πηγή γινόταν χαμός.
Και τ αγόρια μας έδιναν προτεραιότητα.
Μαλλιά ριγμένα προς τα κάτω θυμάμαι ,δρόμοι ηλιοκαμμένοι οι πλάτες μας ,γυάλιζαν οι γοφοί μας από υγεία και τα μάτια μας απο χαρά.
Λιγωμένοι απ τα γέλια χωρίς τσιγαριλίκια και κολοκύθια τούμπανα,έβγαζαν φωτιά τα κεφάλια μας απ την κορυφή τους,ερωτευμένα παιδόπουλα ήμασταν με ανοιχτά τα κανάλια μας στο φως του Αιγαίου πως να γινόταν κι αλλιώς ;
πλάκες ολημερίς μεταξύ μας ,πειράγματα,κουβέντες μέχρι το χάραμα στην αμμουδιά με τα πόδια μες το νερό όλη νύχτα και δέκα φεγγάρια ασημένια μπροστά μας να κολυμπούν στο πλάτωμα της θάλασσας.
Ναι έτσι.
Χωρίς ίχνος ρομαντισμού η εξωραϊσμού τα θυμάμαι όλα.
Με λεπτομέρειες.
Ετσι ήταν.
Τώρα δεν ξέρω πως είναι.
Και τώρα κάπως θα είναι.
Αλλά αλλιώτικα.
Ούτε πόσο αλλιώτικα είναι ξέρω κι ούτε με νοιάζει.
Μου αρκεί που ανέβηκα τότε στον μονόλιθο στην Παναγιά την Καλαμιώτισσα.
Που εκεί δίπλα στη στέρνα της με το μαζεμένο βρόχινο νερό και το κουβαδάκι ,έπλυνα το γυμνό κορμί μου να φύγει η κάψα του απ τον ήλιο και τον έρωτα.
Εβλεπε κι ο Αναφαίος Αιγλήτης Απόλλωνας ,έβλεπε κι η Παναγιά.
Κι εγώ μαζί τους τον εαυτό μου όπως με γέννησε η μάνα μου.
Οπως δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.
Δημοσιευμένο σήμερα στο www.thegreekcloud.com


Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις