Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

 



Σχοινούσα

 

Το νησί ήταν πολύ μικρό. 

Πολύ μικρό Κυκλαδίτικο νησί σήμαινε περί το 1983 ,τόπο χωρίς ρεύμα . 

Πιθανώς να υπήρχαν κάποιες γεννήτριες. 

Μας έβγαλε το Μιαούλης δύο τα μεσάνυχτα. 

Λιμάνι δεν υπήρχε ήρθαν κάτι βάρκες . 

Σαβουρντιστήκαμε νυσταγμένοι και αρμυροί απο το αγέρι της θάλασσας μετά τόσες ώρες ταξίδι απ τον Πειραιά. 

Πόσες;  

Άπειρες. 

Με σύζυγο και παρέα κι ένα παιδί δύο χρονών στην αγκαλιά. 

Ενα καφενείο όλο κι όλο στο ημίφως. 

Βρήκαμε την αμμουδιά αμέσως. 

Μύριζε εκείνη η θαλασσίλα η ιωδιούχα ,ήσυχη σα λίμνη ήταν θυμάμαι. 

Βάλαμε τα σακίδια προσκέφαλο ο ουρανός από πάνω  γεμάτος εκρήξεις άστρων σε σχηματισμούς. 

Το στερέωμα ασήμιζε απόκοσμο. 

Σήκωσα το κεφάλι δεξιά αριστερά. 

Απέραντη αμμουδιά κι ένα μόνο δέντρο. 

Μικρό αρμυρίκι ήταν το κατάλαβα με το χάραμα. 

Μια σταλιά. 

Ολο το άλλο πεντάρφανο από πρασινάδα. 

Πέταξα τα ρούχα μου. 

Αυτή η αίσθηση του δροσερού νερού σ όλο το κορμί το ξημέρωμα με ξεπερνάει πάντα. 

Με στέλνει αλλού. 

Σε άλλους πλανήτες με σχήματα μήτρας ,με υπόκωφους θορύβους νερών που κινούνται γύρω και μέσα στο σχήμα μου. 

Βγήκα βρεγμένη και πεινασμένη. 

Στη μύτη μου έφτανε μυρωδιά φρέσκου ψωμιού. 

Πήγαινα και μύριζα. 

Ούτε ψυχή να ρωτήσω που είναι το φουρνάρικο. 

Έφτασα γρήγορα. 

Ολα κοντινά ήταν εξ άλλου εκεί. 

Ο φούρναρης ήταν ο Κουασιμόδος όχι των Παρισίων μα της Παναγιάς της Κυκλαδίτισσας. 

Αφάνα μαλλί,κακομούτσουνος,κοντός στραβοκάνης. 

Με κοίταζε κάτω απ τα φρύδια του ,με ζύγισε. 

Και ξαναγύρισε στον αναμμένο φούρνο του. 

Έψαχνα να βρω με τι τον είχε ανάψει. 

Ρεύμα δεν υπήρχε. 

Ξύλα ούτε για δείγμα. 

Μετά είδα κάτι τεράστιους ξερούς θάμνους σαν αυτούς που έβλεπα στα γουέστερν σπαγγέτι μικρή να τους κατατρακυλάει ο άνεμος στη έρημο της Σονόρα. 

Θεέ και Κύριε σκέφτηκα . 

Πως ν ανάψει ένας φούρνος μόνο με λίγους θάμνους τι να πρωτοψήσει; 

Μετά είπα καλημέρα. 

Ακουσα ένα μουγκρητό. 

Ο Κουασιμόδος έφτυσε ένα ΄΄τι θες΄΄μέσα απ τα δόντια του και με κοίταξε αδικαιολόγητα αγανακτισμένος . 

-Εχει ψωμί;  

Το είπα ψιθυρίζοντας . 

Δεν το απόσωσα και με πήρε ο δαίμονας. 

-Ψωμί;Δηλαδή κι εμείς τι κάνουμε απ τη νύχτα εδώ κοπέλα μου; 

-Θέλω ένα... είπα για να τελειώνει το μαρτύριο κι έβαλα πάνω στον πάγκο του το χαρτονόμισμα των εκατό δραχμών που κρατούσα. 

-Πάρτο πίσω ...άκουσα να λέει. 

-Πάρε το ψωμί και φύγε δε θέλω λεφτά. 

-Πού νόμιζες οτι ήρθες; σε τράπεζα; 

Το πήρα. 

Μου έκαιγε τα χέρια. 

Το τύλιξα στη μαντήλα μου . 

Με τη μυρωδιά και την ζεστασιά του κατέβηκα στην παραλία. 

Πήγα κάτω απ το μοναδικό αρμυρίκι και κάθισα. 

Ηταν ζυμωτό ,βαρύ ψωμί ,γεμάτο,  με κόρα τραγανή και μυρωδιά από ξύλο. 

Χτυπούσε τον ουρανίσκο μου η γλύκα  , η κόρα του θρυμματιζόταν ανάμεσα στα δόντια μου κι ακουγόταν το κριτσάνισμα στ αυτιά μου. 

Ζούσα ένα μικρό θαύμα. 

Αυτός ο άτιμος ,ο άσχημος,ο  αγενής τόχε ζυμώσει και ψήσει υπέροχα.  

Με ξύπνησε ο θόρυβος από  τσεκούρι την άλλη μέρα το πρωί. 

Κοίταξα γύρω. 

Το ένα και μοναδικό αρμυρίκι σ όλο το νησί είχε κοπεί απ τη ρίζα. 

Τον είδα να το σέρνει ανηφορίζοντας προς τον φούρνο . 

Το "Μιαούλης"  είχε φέρει οκτώ στόματα που έπρεπε να τα ταϊσει ο άτιμος. 

Τι να έκανε; 




Δημοσιευμένο στο wwwthegreekcloud.com στις 28/9/2020

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

 Μικρά σπίτια στο λιβάδι ή έτσι γίνεται με όλα


Μερικοί άνθρωποι είναι έτσι.

Σαν μικρά σπίτια στο λιβάδι.

Φιλόξενα ζεστά χέρια.

Μάτια που κοιτάνε σπάζοντας τις γωνιές τους χωρίς τον φόβο των ρυτίδων.

Άνθρωποι που αρνούνται κατηγορηματικά να φύγουν απ’ την παιδική ηλικία της άδολης χαράς, της ανεμελιάς, της ζαβολιάς, του γέλιου.

Όταν τους αρέσει κάτι είναι αδύνατον να κρυφτούν, όταν αγαπούν, αγαπούν για μια ζωή.

Δεν συγχωρούν γιατί απλά δεν κακιάζονται ποτέ.

Η συγχώρεση είναι άγνωστη λέξη δεν τους χρειάζεται.

Κι αν νομίζετε ότι περιγράφω κάποιον ή κάποια αφελή κάνετε λάθος.

Φαίνονται αφελείς γιατί προσφέρονται άφοβα.

Έχουν πολλά καλά κι ένα κακό.

Το κακό είναι ότι σε κάνουν να φοβάσαι με το δόσιμό τους.

Αυτό που λέμε συχνά αλλά το βρίσκουμε σπάνια.

Άνθρωποι ‘’χαρά θεού’’.

Αυτό.

Από τότε που η τύχη τόφερε να ασχοληθώ με την μικροϋφαντική κάθε φορά που αρχίζω ένα κόσμημα για κάποια ή κάποιον είναι σαν να τον έχω μπροστά μου.

Είναι μαγικό.

Μπροστά μου ένα άδειο τραπέζι.

Κουτιά και συρτάρια με κλωστές και χάντρες σε πύργους παντού.

Κι όλα αρχίζουν από μια κλωστή.

Την πρώτη.

Δένοντας τον πρώτο κόμπο είναι σαν να πιάνω απ’ το χέρι τον άνθρωπο για να τον ταξιδέψω μαζί μου σ’ έναν άγνωστο χρωματιστό δρόμο.

Με παράδρομους, με στάσεις, μεταμφιέσεις, διαλόγους, αρμονία, ησυχία, γέλιο, εξάρσεις χαράς.

Κανένα δάκρυ πότε πότε.

Κάποτε οι στάσεις διαρκούν.

Η μεγαλύτερη που μούτυχε ήταν 4 χρόνια.

Και το βλεπα εκεί.

Να με περιμένει καρτερικά.

Κι εγώ να μην μπορώ να το κουνήσω απ’ τη θέση μου, τα χέρια μου να μην πηγαίνουν και το μυαλό μου να φρενάρει κάθε διάθεσή μου.

Ύστερα έρχεται μια στιγμή που όλο αυτό λύνεται.

Αρχίζει πάλι η ροή εντός μου όλα γίνονται νερό που τρέχει και το χέρι ασταμάτητο τελειώνει αυτό που αρνιόταν μέχρι εκείνη την ώρα.

Το κόσμημά της έτσι άρχισε.

Με ροή ασταμάτητη εξελίχθηκε το σώμα του.

Ώχρα, μπλε ζωντανό, γαλάζιο σαξ, πορτοκαλί του ήλιου.

Μ’ ένα άσπρο φίλντισι εκεί στη μέση.

Να στέκει και να προφυλάσσει, να ισορροπεί τους δρόμους του μυαλού.

Αυτού του μυαλού που μας προδίδει.

Όλους.

Ολοκληρώθηκε σε λίγες μέρες.

Μετά ήρθε η σειρά μου.

Εξήντα τέσσερις πόντοι φεστόνι μονόκλωνο είπα.

Υπερβολικό μου απάντησα.

Έτσι θα το κάνω είπα.

Με υπερβολή.

Οι μέρες περνούσαν κι εγώ τίποτε.

Ακίνητη.

Μήτε βελονιά.

Το μικρό σπίτι στο λιβάδι περίμενε.

Σιωπηλά.

Τσιμουδιά δεν ακούστηκε.

Μέρες το παίδευα.

Τρεις βελονιές με την πρώτη δροσιά μέσα στο φετινό καλοκαίρι.

Μπήκαν με ζόρι.

Δε μετάνιωνα με τίποτα.

Άλλοι τρεις πόντοι σε δυο βδομάδες.

Μπουκωμένο το μέσα μου απο κορονοϊούς, καραντίνες, υποχρεωτικές μάσκες, γάντια, καύσωνες.

Και προχθές τόβαλα πάνω στα δάχτυλά μου, η βελόνα γλίστρησε ακολουθώντας το ρυθμό της καρδιάς κι ενός ταμπούρλου που ακουγόταν απ’ το πουθενά.

Έτσι γίνεται με όλα.

Έρχεται η στιγμή, η ώρα.

Οι κόμποι που στόμωσαν κάποτε λύθηκαν.

 Στη θέση τους δέθηκαν με αγάπη ώχρα, μπλε της θάλασσας και πορτοκαλί του ήλιου.

Μ’ ένα άσπρο φίλντισι στη μέση για την πίστη της.


Δημοσιευμένο σήμερα 15.9.2020 στο www.thegreekcloud.com



Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις