Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021

 Ενα σανατόριο χαρά θεού


Το νοσοκομείο Παπανικολάου Θεσσαλονίκης βρίσκεται ψηλά.

Κοντά στο Ασβεστοχώρι .

Φημίζεται για το καλό κλίμα της η περιοχή.

Κι όντως ο αέρας που χτύπησε τα ρουθούνια μου με το που βγήκα ήταν καθαρότατος, δροσερός.

Μύριζε βουνό.

Ποια φορά ήταν αυτή δε θυμόμουν.

Εδώ ο πατέρας μου, η μάνα μου, ο θείος μου, ένας σωρός φίλοι, συγγενείς, γνωστοί.

Τώρα ο άντρας μου.

Κατηφόριζα απ’ το Πέτρινο προς την έξοδο του νοσοκομείου και τα σκεφτόμουν.

Η αίσθησή μου  γι αυτό το χώρο ήταν παλιά.

Πιο παλιά απ αυτά τα γεγονότα.

Πιο παλιά κι απ την γέννησή μου.

Η μάνα μου έκανε την πρώτη αιμόπτυση στα είκοσί της χρόνια.

Πριν ακόμη με γεννήσει.

Ήταν εικοσιτριών χρονών αρραβωνιασμένη.

Ο πατέρας μου υπηρετούσε την θητεία του στο στρατό και τον έπιασε ο εμφύλιος.

Έσκασε το μέσα της να τον περιμένει.

Έπρεπε να τον περιμένει μου είχε πει.

Σε μια άδειά του  είχε γίνει γυναίκα του.

Επομένως σύμφωνα με τις αρχές της έπρεπε να τον παντρευτεί.

Άρα έπρεπε να πλαντάξει από υπομονή περιμένοντας με αγωνία να σωθεί απ’ τον πόλεμο  και επίσης να κρατήσει τον λόγο του και να  τιμήσει δεόντως τον αρραβώνα τους.

Ο πατέρας μου τελειώνοντας ο πόλεμος σώθηκε κι απολύθηκε, σκάλωσε όμως στον Πειραιά για ένα εξάμηνο σε κάποια μακρινή ξαδέρφη του που ήταν ζωντοχήρα και την έλεγαν Πολυξένη.

Η Πολυξένη στην αρχή τον φιλοξένησε.

Μετά όμως τον σπίτωσε.

Η Αφροδίτη στη Θεσσαλονίκη κι εκείνος στον Πειραιά εκείνη την εποχή ήταν σα να λέμε σήμερα ο ένας εδώ κι ο άλλος στη νήσο του Πάσχα.

Η μάνα μου είδε κι αποείδε.

Μια μέρα λύγισε, μάτωσε τα πνευμόνια της και ανέβηκε στο Σανατόριο ως ασθενής από φυματίωση.

Εκείνη την εποχή στα 23 της δεν είχε βιώσει τίποτε.

Μήτε παιδική ηλικία μήτε εφηβική.

Έμεινε ορφανή από πατέρα στα εννιά της χρόνια κι

έγινε μάνα για τα τρία μικρότερα αδελφάκια της, αναγκαστικά αφού η κανονική μάνα χρειαζόταν να κάνει τρεις δουλειές για να τα μεγαλώνει.

Δεν υπήρχε άνθρωπος να τους βοηθήσει και η Γερμανική κατοχή αποτελείωσε ο,τι η μοίρα με τόσο απάνθρωπο τρόπο είχε αρχίσει.

Μετά αρραβωνιάστηκε απ τα δεκάξι της.

Εκτός από κακουχίες, ατυχίες και στερήσεις δεν είχε βιώσει τίποτε άλλο.

Όταν αρρώστησε κι ανέβηκε στο Παπανικολάου το τότε Σανατόριο της Θεσσαλονίκης,  ήταν γεμάτο στην κυριολεξία από νέους ανθρώπους.

Όλοι νέοι της κατοχής.

Ήταν ωραία μου είπε κανένα χρόνο πριν πεθάνει.

Μου έπεσε το σαγόνι.

«Ωραία»; τι «ωραία» …τη ρώτησα.

Ε να ωραία πως να το πω… εκεί μας μιλούσαν με ευγένεια, μας φρόντιζαν οι γιατροί, μας εξηγούσαν τι έπρεπε να κάνουμε για την υγεία μας, τρώγαμε πρωί, μεσημέρι, βράδυ καλά, άσε που οι πτέρυγες των γυναικών και των ανδρών είχαν κρυφούς δρόμους επικοινωνίας και είχαμε έρωτες, παράφορα πάθη και γάμους ακόμη.

Ερχόταν κυρίες και μας μοίραζαν δώρα τις γιορτές, στολίζαμε δέντρο, τραγουδούσαμε, χαιρόμασταν.

Χτίσαμε τις πιο δυνατές φιλίες της ζωής μας εκεί.

Ποιος με φρόντισε εμένα ποτέ πριν;

Ποιος με ρώτησε αν πεινάω;

Ποιος με πλησίαζε να μου σφίξει το χέρι να με κοιτάξει φιλικά στα μάτια;

Κανείς.

Δεν ήθελα να φύγω από ‘κει το καταλαβαίνεις;

Βγαίναμε φωτογραφίες στα χιόνια και τις κοιτάω ακόμη και κλαίω από συγκίνηση.

Έλεγε, έλεγε η Αφρούλα κι εγώ δεν πίστευα στ αυτιά μου.

Εκατοντάδες νέοι τότε έζησαν έτσι στα Σανατόρια.

Στερημένοι από σχολεία και πανεπιστήμια λόγω δύσκολων εποχών, πεινασμένοι για όλα, λόγω της κατοχής, έχτισαν τις ζωές τους μέσα στις δομές των Σανατορίων.

Γι αυτό η Αφροδίτη όταν γριούλα πια αρρώστησε βαριά και την μεταφέραμε εκεί άνοιγε το πρωί τα μάτια της, κοιτούσε απ το μεγάλο παράθυρο έξω, χαμογελούσε κι έλεγε:

«μια χαρά είμαι εδώ»

«δε φοβάμαι τίποτα».

«Ήρθαν τα νιάτα μου πίσω»

Δημοσιευμένο τον Δεκέμβριο του 2019 στο GreekCloud



Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

 Ανεπίδοτες ανακατατάξεις.

Δύο χρόνια αφ ότου γράφτηκε το κείμενο ΑΝΕΨΙΑ Η ΑΝΗΨΟΥΔΙ, δηλαδή το 2020 , ο θείος Θανάσης κι η θεία Φούλα συγχωρέθηκαν με διαφορά τριάντα μέρες μεταξύ τους.
Πάντα χέρι με χέρι πήγαιναν δεν είναι παράξενο.
Η απώλειά τους οριοθέτησε μια νέα εποχή για μένα .
Την εποχή του να ζει κανείς χωρίς τους γεννήτορές του.
Χωρίς κανέναν πιά που να μπορεί να περιγράψει την βρεφική και νηπιακή ηλικία την τόσο σημαντική για όλους μας.
Αυτό που κυρίως ένοιωσα είναι οτι η ταινία που έστησε ο άγνωστος σκηνοθέτης μου, έμεινε χωρίς ανθρώπους.
Αυτό είναι η ορφάνια.
Ακόμη αναρωτιέμαι μετά από ένα χρόνο τι να το κάνω όλο αυτό.
Πως το διαχειρίζεται κανείς;
Με δάκρυα;
Με βουτιές στο κενό;
Με τις μνήμες;
Με την ελπίδα της συνέχειας και την αισιοδοξία του αύριο;
Πως ζει κάποιος μόνος μέσα σ ένα σκηνικό γεμάτο πεθαμένους;
Νομίζω είναι η πιο κατάλληλη εποχή να κάνω εικαστική παρέμβαση στα ''θυρώματα'' ,πιθανώς κάποια απ αυτά να θέλουν οριστικό γκρέμισμα.
Μάλλον είναι περιττά.
Πάλιωσαν.
Και χωρίς την άδεια του σκηνοθέτη φυσικά.
Που να τον ψάχνω τώρα....
ΑΝΕΨΙΑ Η ΑΝΗΨΟΥΔΙ. 2018
Υπήρξα κόρη.
Πέθαναν κι οι δύο και μου πέρασε.
Δεν αισθάνομαι κόρη κανενός κι αυτό είναι μια λύπη μα και τεράστια λύτρωση.
Σκληρό ν ακούγεται .
Ακόμη πιο σκληρό όταν βιώνεται.
Σκληρές πυξίδες.
Σε προσγειώνουν στα σωστά μέρη και σ αφήνουν να δράσεις γυμνός απο κεί και πέρα κατά το μυαλό σου.
Τη σκόνη της γονικής σχέσης την φύσηξα στο πυρ το εξώτερο.
Ακόμη κι όταν τους μνημονεύω και θυμάμαι τις τρυφερές μας στιγμές, το τζάμι που κοιτάω είναι κρύσταλλο κι οι εικόνες φαίνονται καθαρές χωρίς να χρειάζονται τα τρία ζευγάρια γυαλιά που μ ακολουθούν ανελλιπώς στο βίο μου.
Οι γονείς βέβαια είναι μια υπόθεση που δεν τελειώνει εύκολα.
Μου απέμειναν ένας θείος και μια θεία από την πλευρά της μητέρας μου.
Με τον θείο Θανάση έχω κοντά 18 χρόνια διαφορά.
Οταν ήμουν 4 ετών ο ρόλος που μου φόρεσα ήταν νάμαι η μαμά κι εκείνος το μωρό.
Εβαζε το κεφάλι του, γιατί μόνο αυτό χωρούσε,στην αγκαλιά μου και τον νανούριζα τραγουδώντας παιδικά τραγούδια.
Εκείνος έκανε πως κοιμόταν.
Μεγαλωμένος στο Παπάφειο ορφανοτροφείο ήξερε μουσική κι αυτό μου άρεζε πολύ.
Επαιζε μαζί μου.
Ηταν ζωντανός κούκλος και τον λάτρευα.
Δεν τον είπα ποτέ θείο.
Αντιθέτως του έχω δώσει κατά καιρούς δικά μου ονόματα όπως Σασάκης οταν δεν μπορούσα ν αρθρώσω σωστά "Θανασάκης".
Ο Σασάκης λόγω επαγγέλματος κι άλλων υποχρεώσεων έμεινε πολλά χρόνια μακριά.
Οι παιδικές μνήμες μαζί του έχουν γεύσεις σοκολάτας αμυγδάλου,φρέσκων φιστικιών και παγωτού βανίλια.
Του ζητούσα τα πάντα.
Οτι μου γυάλιζε ,ότι κυκλοφορούσε σε παιγνίδι τόχα στο μαξιλάρι μου την επόμενη μέρα.
Τον βλέπω αραιά πια.
Είναι πάντα χαμογελαστός όταν του σκάω φιλί στο μάγουλο.
Τον τσακίζει μέρα με τη μέρα ο χρόνος κι εγώ ψάχνω απεγνωσμένα την πράσινη σπιρτάδα των ματιών του και την κορμοστασιά του οταν χόρευε μπούκι ,ροκ ε ν ρολ ,μάμπο ,τσα τσα και τουίστ .
Προσπαθούσα να βρίσκομαι κάπου κοντά του καθισμένη κούκου στο πάτωμα και να βλέπω τα μυτερά παπούτσια του να λυγίζουν στο τέμπο των ρυθμών της εποχής του 60.
Κι αισθάνομαι ακόμη ανηψούδι του.
Μικρό.
Παρ όλες τις ρυτίδες και τα άσπρα μαλλιά μου.
Εχω την εντύπωση πως αυτό θα μείνει έτσι για πάντα.
Το χρειάζομαι.
Η ζωή χωρίς σκιές είναι ανεπανάληπτη.
Το παιγνίδι όμως με τον εαυτό μας είναι που δίνει την τρισδιάστατη αίσθησή της.



Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2021

 Διατυπωμένες διαπιστώσεις άνευ σημασίας.

Τον τελευταίο καιρό ,στο τέλος του 2020 το εντοπίζω, πάρα πολλές σκέψεις που παλαιότερα τις εξέφραζα άμεσα ,αρνούνται να βγουν προς τα έξω.
Με ησυχάζει το να σωπαίνω.
Ενώ με ησύχαζε το να εκφράζομαι άμεσα.
Το είχα ανάγκη βέβαια κι ευτυχώς έβρισκα τρόπους να το κάνω.
Μακάρι να ήξερα τις διεργασίες που γίνονται μέσα μου.
Ενα απλό και καραμπινάτο γήρας μήπως ;
Μια αναδίπλωση απόψεων εν όψη νέας εποχής και αλλαγής στον τρόπο της καθημερινότητας ;
Ολα μαζί ;
Τείνω προς την πρώτη εκδοχή και χαμογελάω, πιθανότατα γιατί ακόμη έχω διάθεση να κάνω σχέδια, να είμαι όρθια και να κάνω και αισιόδοξα προγράμματα για το μέλλον.
Και μ αρέσει που περνάω απαρατήρητη από τις ανδροπαρέες πλέον, αλήθεια λέω μ αρέσει.
Με ησυχάζει και αυτό.
Ο ιδιοκτήτης του διπλανού βουλκανιζατέρ μόνο κουνάει με νόημα το κεφάλι του δεξιά αριστερά όποτε με βλέπει να πηγαίνω στο φούρνο και μισοκλείνει τα μάτια του μ ένα αμυδρό χαμογελάκι.
Και μετά όταν επιστρέφω μου πετάει ένα: "συνεννοούμαστε εμείς''
κουνώντας πάντα το κεφάλι του με νόημα.
Αχ αυτά τα βουλκανιζατέρ...



Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

 "Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος"

Έχασα την εμπιστοσύνη μου στη σιωπή
δεν είναι αγνή, δεν είναι ρομαντική, να κρύβει
ψιθυρίσματα του έρωτα
ή την επόμενη μουσική φράση ποιμενικής συμφωνίας.
Της ανημποριάς λυσσαλέα πνίγει το λυγμό
μια αιώνια θρέφει απειλή.
Καλοπροαίρετη εγώ
καλοπροαίρετη κι η μέρα το πρωί
δεν προσέξαμε
το βουβό πείσμα που φιμώνει
τη συνείδηση του αύριο
και δεν αφήνει ν' ακουστούν
τα ηχηρά εκτοπλάσματα του φόβου...
Ω ναι, κι εγώ φοβάμαι.
Όμως ακόμη πολεμώ μην κουφαθώ
ν' ακούω θέλω όλο το λυγμό
και να μονολογώ
με τη φωνή της ψυχής μου.
Κατερίνα Αγγελάκη ~ Ρουκ

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Επετειακό.

Ημουν και είμαι απ τις τυχερές αν μπορεί κάποιος να το πει αυτό για τον εαυτό του.

Αφ ενός γιατί γαλουχήθηκα και αγαπήθηκα απο πολλές γυναίκες που τις θεωρούσα μητέρες μου κι αφ εταίρου γιατί κι εγω ένοιωσα και νοιώθω μητέρα πολλών ανθρώπων.
Φυσικά κι είχα μια πραγματική μητέρα την Αφροδίτη.
Φυσικά κι έχω έναν μοναδικό γιό τον Νικόλα.
Τα συναισθήματά όμως προς την γιαγιά μου και πολλές θείες μου ήταν τα ίδια που είχα και για την μητέρα μου.
Η υποστήριξη και η αγάπη που μου πρόσφεραν όσο κι αν αυτό ακούγεται υπερβολικό ήταν η ίδια.
Σε διαφορετικούς τομείς αλλά αυτό δεν έχει σημασία.
Τρωτά έχουμε όλοι ,γονείς και μη γονείς.
Οπως και τα δικά μου αισθήματα ,η αγάπη και η υποστήριξη- επιμένω σ αυτή τη λέξη γιατί πιστεύω οτι η αγάπη εμπεριέχει απαραίτητα πράξεις υποστήριξης-είναι και προς το φυσικό μου παιδί και προς την κόρη της καρδιάς που απέκτησα στα σαρανταδύο μου χρόνια ,τα ίδια.
Εύχομαι σ όλες όσες αισθανόμαστε μητέρες είτε έχουμε είτε δεν έχουμε παιδιά ,να είμαστε με ανοιχτές καρδιές προς τον κόσμο και ν ανακαλύπτουμε πάντα ανθρώπους για να διοχετεύουμε την υποστήριξη μας, τις γνώσεις μας, την στοργή μας με όση αυταπάρνηση μπορούμε.
Με εγωισμό βάζω τον πήχη παραπάνω θάλεγα.
Κι όχι εγω δεν πιστεύω οτι αγάπη σημαίνει
΄΄μου περισσεύει ,είμαι καλά μέσα μου και γι αυτό σου δίνω απ το περίσσευμά μου¨
πιστεύω οτι σημαίνει
¨σου δίνω ακόμη κι όταν εγώ ο ίδιος έχω περισσότερη ανάγκη κι απο σένα΄΄
Χρόνια μας πολλά!




Κυριακή 25 Απριλίου 2021

 Με την ψυχή στα χέρια


Τέτοια εποχή μπουμπούκιαζαν στον κήπο οι γαρυφαλλιές στη Μηχανιώνα.

Ήταν κάτι άσπρα μικρά γαρυφαλλάκια στο μέγεθος του δίδραχμου που μοσχοβολούσαν δυσανάλογα με το μέγεθός τους.

Μεθυστικά.

Στόλιζαν περίτεχνα τις βραγιές δίπλα στις τριανταφυλλιές.

Όλα φυτεμένα απ΄τα χέρια του.

Κάτι χοντρά χέρια με άγριο δέρμα αγκαθωτό.

Πληγίτσες και γρατζουνίσματα πού και πού πάντα, κάποιο χτύπημα από λάθος ζύγισμα σφυριού.

Τα άγγιζα εκείνα τα χέρια, τα κοίταζα.

Θυμάμαι τα δρομάκια των ρυτίδων τους που ξεπρόβαλλαν με το πέρασμα του χρόνου, η ζέστη τους, το σφιχταγκάλιασμα των δαχτύλων πάνω στα δικά μου, τη μυρωδιά του δέρματος ανάμεικτη με κάποιο υπόλειμμα σκουριάς ή σκόνης.

Γελούσαμε πολύ μαζί.

Ταίριαζαν τα χούγια μας.

«Κουκί κι έσκασες», έλεγε η μάνα μου.

Χωμένη στης κουζίνας της τον παράδεισο ετοίμαζε τη μαγειρίτσα,

έβαφε αυγά,

ζύμωνε τσουρέκια,

στο ενδιάμεσο του κατέβαζε κι ένα μεζέ μ΄ένα ποτηράκι τσίπουρο.

Καθόταν στο σκαλάκι και κουβέντιαζε μαζί του για λίγο και μετά συνέχιζαν τις δουλειές τους.

Χρυσά χέρια.

Που δούλευαν, ετοίμαζαν, δημιουργούσαν για να ευχαριστήσουν εμάς που απολαμβάναμε για τρείς τέσσερεις ώρες και μετά χανόμασταν στην πόλη στα δικά μας μονοπάτια.

Όλο εκείνο το σπιτικό στα χέρια τους.

Όλα χειροποίητα.

Όλα με μεράκι.

Και το βλέμμα στο δρόμο να μας δουν να φτάνουμε.

 

Άλλαξαν οι καιροί.

Τα παιδιά και τα εγγόνια είναι μακριά πια.

Η πανδημία, η απόσταση.

Κοντεύω να ξεχάσω αυτά που ήξερα για κάθε Λαμπρή.

Πληθαίνουν χρόνο με το χρόνο τα κεριά των επιταφίων μου.

Κλεισμένοι στα σπίτια, απομονωμένοι.

Τι να μαγειρέψει κανείς για δυο ψυχές με την υπέρταση και τις χοληστερίνες να μας κυνηγούν κατά πόδας;

Ζωντανεύω τις αναμνήσεις, τις μυρωδιές,

τις εικόνες, τα πρόσωπα κι αναρωτιέμαι πόσο μα πόσο ευτυχισμένοι είμασταν που ζήσαμε γεμάτες ζωές κοντά στους γονείς και στους φίλους μας.

Με παρηγορεί το γεγονός οτι και τα παιδιά μας τουλάχιστον μέχρι τα δεκαοκτώ τους, γεύτηκαν κομμάτια αυτής της τόσο όμορφης πλευράς της ζωής.

Γερνάω και το μολογάω.

Δημοσιευμένο στο www.greekcloud.gr σήμερα.



Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2021

 Μας πήρε ο χιονιάς και φέτος.

Χιονίζει απ΄το πρωί κι ο νους στο παράθυρο να μην το σταματήσει, να το στρώσει, να το δούμε αλλιώς το σκηνικό μας.

Κάθε χρόνο η παρουσία του οδηγεί το μυαλό σε αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, στο παλιό σπίτι που γεννήθηκα και μεγάλωσα, που πρωτοέπαιξα χιονοπόλεμο.

Θυμάμαι οτι ακουγόταν στην αυλή όταν το πύκνωνε.

Ναι ακουγόταν ένα πουπουλένιο παφ παφ σαν απόκοσμο νανούρισμα.

Ταξίδευε ο πατέρας τότε και τον περιμέναμε στο σπίτι όλοι.

Είμασταν πολλά άτομα, το παλιό τουρκόσπιτο είχε μπόλικα δωμάτια και μας βόλευε όλους.

Χιόνιζε θυμάμαι από νωρίς το απόγευμα και τη μάνα μου την έζωναν τα φίδια.

Τον περίμενε πώς και πώς κι έλεγε στη γιαγιά μου για την Κατάρα, πως είχε παγετό.

Ήμουν γύρω στα τέσσερα χρόνια μου.

Ήθελα να κρυφτώ πριν μπει στο σπίτι για να μ΄αναζητήσει όπως πάντα.

Η ώρες περνούσαν κι εκείνος αργούσε.

Είμασταν αγκαλιά με τη μάνα στον καναπέ του σαλονιού εκεί που ήταν η κεντρική σόμπα που ζέσταινε το σπίτι.

Μας πήρε ο ύπνος.

Ξαφνικά πετάχτηκα απ΄την αγκαλιά της ακούγοντας τον χαρακτηριστικό ήχο των φρένων του φορτηγού που τον ήξερα τόσο καλά.

Ήταν ενα scania με κίτρινη ξύλινη καρότσα και τα φρένα του έκαναν ιδιαίτερο ήχο σα να ξεφυσούσαν.

Βιάστηκα να χωθώ κάτω απ΄το τραπέζι.

Το δαμάσκο τραπεζομάντηλο είχε γύρω του κρόσσια που μ΄άφηναν να βλέπω ενδιάμεσα.

Έβλεπα τις μπότες του στο κατώφλι άκουγα τ΄αγκαλιάσματα και τα φιλιά με τη μάνα μου και μετά περίμενα.

Ρωτούσε πάντα με τον ίδιο παιχνιδιάρικο τρόπο.

«Πού είναι το κορίτσι μου;»

Κι εγώ που δε βαστιόμουν άλλο να σωπαίνω απαντούσα με το κεφάλι έξω απ΄το τραπεζομάντηλο.

«Νάτο το κορίτσι σου»

Μετά ο κόσμος μίκραινε.

Γινόταν μια αγκαλιά.

Ενοιωθα τα χέρια του κρύα και αδρά στο προσωπάκι μου, τα μάτια του να γελάνε, τα μπράτσα του να μ΄αγκαλιάζουν, να με σηκώνουν μέχρι το ταβάνι.

Το στέρνο του μύριζε κρύο αέρα.

Έβαζε τις πατούσες μου πάνω στις μπότες του και με πήγαινε μέχρι το κρεββάτι.

Κοιμήσου μου ΄λεγε …αύριο θα το ΄χει στρώσει και θα κάνουμε χιονάνθρωπο πρωί πρωί.

Από τότε και μετά το χιόνι με μαγεύει.

Με μικραίνει.

Όπως απόψε.


Δημοσιευμένο στο www.thegreekcloud 15/2/2021

Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις