Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020


Ένας θρύλος του 19ου αιώνα λέει ότι η Αλήθεια και Το Ψέμα συναντήθηκαν κάποτε. Το Ψέμα καλημέρισε την Αλήθεια της είπε «Ωραία μέρα σήμερα».
 Η Αλήθεια για να βεβαιωθεί κοίταξε γύρω και τον ουρανό και όντως η μέρα ήταν ωραία.
Περπάτησαν για λίγο ώσπου έφτασαν σε ένα μεγάλο πηγάδι γεμάτο νερό.

Το Ψέμα βούτηξε το χέρι του στο νερό και γυρίζοντας στην Αλήθεια της είπε «Ωραίο και ζεστό το νερό. Θες να κολυμπήσουμε μαζί»?
 Και πάλι η Αλήθεια ήταν καχύποπτη.
 Δοκίμασε όμως με το χέρι της το νερό και πράγματι ήταν ζεστό. 
Μπήκαν λοιπόν και οι δυο τους στο νερό και κολυμπούσαν για αρκετή ώρα, όταν ξαφνικά το Ψέμα, βγήκε από το πηγάδι, φόρεσε τα ρούχα της Αλήθειας και εξαφανίστηκε.
Η Αλήθεια θυμωμένη βγήκε γυμνή τρέχοντας παντού ψάχνοντας για το Ψέμα να πάρει τα ρούχα της.
Ο κόσμος που την έβλεπε γυμνή, γύριζε το βλέμμα του αλλού είτε από ντροπή είτε από θυμό.
Η φτωχή Αλήθεια ντροπιασμένη γύρισε στο πηγάδι και χώθηκε εκεί για πάντα.
Έκτοτε το Ψέμα γυρίζει ανενόχλητο ντυμένο σαν Αλήθεια ικανοποιώντας τα τερτίπια του κόσμου, ο οποίος με κανένα τρόπο δεν θέλει να δει τη γυμνή Αλήθεια.
                                                                  

                                         
(Ο πίνακας με την Αλήθεια να βγαίνει από το πηγάδι είναι του Γάλλου Jean-Léon Gérôme, 1896)

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

                                                               Διαδικτυακές περιηγήσεις.

Ανομολόγητες περιπλανήσεις.
Κυκλοθυμικές αναζητήσεις .
Αδικαιολόγητες παρεξηγήσεις.
`````````````````````````````````````

Φαινομενικές συναντήσεις .
 Απροσδόκητες εξελίξεις.
Ατυχέστατες διευθετήσεις.
````````````````````````````````````````                                                                                                     

Τετριμμένες ερωτήσεις.
Αναγκαστικές τροποποιήσεις.
    Ένοχες  αποκαλύψεις.
`````````````````````````````````````````                 

  Φυσικές απομακρύνσεις.
     Ξαφνικές  εξαφανίσεις.
                 Ολα:
 Ανθρώπινες προσεγγίσεις. 
``````````````````````````````````````````````                                         
                                                                                                                                                                                                                             
                                                               
                                                     

                                                                   
                                               
                                                                                                     

                                                                                                     


Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020

Πικρός καφές.
Βαρύ πράγμα να προσπαθείς να ξεχάσεις οτι προέρχεσαι απ το τίποτα και πας στο τίποτα.
Πως διάβολο να το χωνέψει ο άνθρωπος αυτό;
Γεμίζουμε το μυαλό μας με γνώσεις.
Τα σπίτια μας με αντικείμενα.
Τις ζωές μας με ανθρώπους.
Την καρδιά μας με αγωνίες.
Μηδενίζουμε.
Ξαναρχίζουμε.
Μετακομίζουμε.
Μπας και το ξεχάσουμε.
Μήπως και το ξεπεράσουμε.
Το μόνο που κάνουμε τελικά είναι μια απεγνωσμένη προσπάθεια να γίνει υποφερτός ο δρόμος απο τη μια κατάσταση στην άλλη.
Κι αυτό το λέμε ζωή.
Να την σκαπουλάρουμε θέλουμε.
Μην τυχόν και το σκεφτούμε βαθύτερα.
Δεν ξέρω πως γίνονται οι άνθρωποι που το κατορθώνουν.
Αφοβοι;
Κυνικοί;
Σαρκαστικοί;
Γκουρού;
Σαμάνοι;
Υπάρχουν;
Μερικές φορές ,οχι όλες,οταν σκέφτομαι τέτοια πράγματα ,μετά με πιάνουν κάτι γέλια απο μέσα μου...κι αν βρω και κάποιον που μπορεί να με καταλάβει κι απ έξω μου.
Η γιαγιά μου όταν ηταν κατάκοιτη άκουσε στην τηλεόραση-ηταν τυφλή πλέον- οτι πέθανε ο Ωνάσης.
Φώναξε τη μάνα μου λοιπόν και της είπε:
''τρία χρόνια προσπαθείς να με κρατήσεις ζωντανή,τι πολεμάς; εδω τον Ωνάση και δεν μπόρεσαν να τον σώσουν"
Πικρός ο καφές στα αξημέρωτά μου απόψε.
Διπλός βαρύς και όχι, με αραιό καϊμάκι.
Παρηγορημένοι νάμαστε.
Κι εσείς εκεί έξω κι ακόμη παραέξω.
Ανατολικά και Δυτικά.
Στο Βορρά και στο Νότο.
                                                           
                                                 1996.         Η πρώτη μετάβασή μου σ έναν άλλο κόσμο.
                                                Απο ορκισμένη μακρυμαλλούσα σε αγορέ ελπιδοφόρα.
                                 Για μια γυναίκα η μετάβαση αυτή είναι ακρογωνιαίος λίθος στη ζωή της. 
                                                Σηματοδοτεί  μια περίοδο  του εαυτού της μέσα  απο φράντζες ,φραντζούλες ,αφέλειες ,αφελειούλες,"δεν περνάς κυρά Μαρία"  και τα συναφή ,σε ενα νέο πεδίο που λέγεται "σήκω κυρά μου ανασκουμπώσου ,πάρε τη ζωή στα χεράκια σου και προετοιμάσου για γερά χαστούκια και ξανάστροφες ,αν θες να πάψεις νασαι ζούδι και να γίνεις ανθρώπινη ανθρώπα όπως λέει                                                  κι ο Πάνος Θεοδωρίδης για το είδος αυτό της ανθρώπινης αναγέννησης."  

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

                                                   https://youtu.be/jL0QV7H7-o0

                                                    https://youtu.be/k21S7Kw-SZQ
                                                   
                                                     https://youtu.be/N_eOtWT9kRQ
                                                   
                                                       https://youtu.be/k5OdT94T9PA


                                         

                                               


Σιδερένιος έρωτας
23-01-2020
Τα σπίτια ήταν το ένα δίπλα στο άλλο.
Ένας χαμηλός φράχτης από αγιόκλημα και γιασεμιά τα χώριζε.
Στον ένα κήπο έπαιζα εγώ, επτά χρονών τότε.
Μια “καραμελωμένη” μπέμπα ήμουν με κοτσιδάκια και φιόγκους μεγαλύτερους απ το μπόι μου.
Στον άλλο κήπο της κυρίας Γαρουφαλλίδου δεν έπαιζε κανείς.
Κάθε πρωί άκουγα περίεργους θορύβους από τριξίματα και τις ψιθυριστές φωνές δυο γυναικών που έκαναν κάτι που δεν καταλάβαινα.
Ήταν Ιούνιος μήνας.
Ήμουν πολύ λυπημένη που είχε κλείσει το σχολείο και βολόδερνα βαριεστημένα στην αυλή περιμένοντας να περάσουν οι μέρες και να φύγω για την θάλασσα.
Ώσπου μια μέρα άκουσα πάλι τους θορύβους.
Έτρεξα στον φράχτη έβαλα το ένα πόδι στο τοιχάκι, σκαρφάλωσα και θρονιάστηκα ανάμεσα στο αγιόκλημα περιμένοντας να δω τι γινόταν εκεί δίπλα.
Η γύρη από ένα λουλούδι μ’ έκανε να φτερνιστώ και φοβήθηκα ότι θα με δουν και θα με μαλώσουν αλλά μπα τίποτα.
Οι δύο γυναίκες ήταν απασχολημένες και δεν έδωσαν σημασία.
Η γηραιότερη έστρωνε ένα χαλάκι στην αυλή εκεί που χτυπούσε ο ήλιος.
Η άλλη, η πιο νέα είχε στην αγκαλιά της ένα αγόρι.
Το απίθωσε πάνω στο χαλάκι με προσοχή κι εξαφανίστηκε.
Η άλλη κουβάλησε μια αρμαθιά βιβλία τα ακούμπησε δίπλα του, χάιδεψε το αγόρι στα μαλλιά κι έφυγε κι αυτή.
Η απόσταση που βρισκόμουν ήταν αρκετή κι ο πρωινός ήλιος από απέναντι δεν μ’ άφηνε να δω καλά τον μικρό που καθόταν ήσυχα και διάβαζε. Κατέβασα λοιπόν με θράσος το πόδι μου απ’ την μεριά του ξένου κήπου και μ’ ένα πηδηματάκι βρέθηκα μέσα.
Στάθηκα ακίνητη στην αρχή και μετά τον είδα να μου γνέφει με το χέρι του.
Έκανα λίγα βήματα και κοντοστάθηκα.
Τώρα τον έβλεπα καλύτερα.
Αδύνατος σαν κλαράκι, βαθιά χωρίστρα πάνω σε αχυρένια βρεγμένα μαλλιά και μάτια καταγάλαζα διάφανα με κοιτούσαν ήρεμα μα με προσμονή.
Χαμογέλασε.
Ήταν σαν να έσκασε ο ήλιος σε χίλια κομμάτια.
“Φοβάσαι;” με ρώτησε.
Έγνεψα αρνητικά με το κεφάλι μου και πλησίασα ακόμη περισσότερο.
Έπειτα στρογγυλοκάθισα δίπλα του και τότε είδα το αριστερό του πόδι.
Ήταν φυλακισμένο σε μια μακρόστενη θήκη με σίδερα και δερμάτινα λουριά που έδεναν στο πλάι με μεταλλικές αγκράφες.
“Φοβάσαι;” με ξαναρώτησε.
“Οχι” του ψιθύρισα.
“Εμένα με λένε Αναστασία” του είπα.
“Κι εμένα Θοδωράκη” και μούδωσε το χέρι του.
Ήταν η πρώτη χειραψία που αντάλλαξα με αγόρι.
Όλα τα άλλα μου τραβούσαν τις κοτσίδες, μου ‘βγάζαν τους φιόγκους, με σκουντούσαν άγρια κι έπεφτα.
Ο Θοδωράκης όμως ήταν ήρεμος κι ευγενικός.
Και ακίνητος.
Προπαντός χαμογελούσε.
Από κείνη τη μέρα το σκηνικό επαναλαμβανόταν.
Η μαμά μου μ έψαξε μια δυο φορές μετά κατάλαβε που πάω και μ’ άφησε ήσυχη.
Πηδούσα πάντα τον φράχτη , κι ο Θοδωράκης με περίμενε.
Μου διάβαζε παραμύθια και ιστορίες μου μιλούσε για τρένα, βαπόρια και αεροπλάνα.
Μου έλεγε για την ζούγκλα και τ’ άγρια ζώα κι εγώ κρεμόμουν απ τα χείλη του μαγεμένη.
Λίγες μέρες αργότερα αρρώστησα.
Ο πυρετός με καθήλωσε στο σπίτι κι ο Θοδωράκης ήρθε με την μητέρα του να μ’ επισκεφθεί.
Τότε είδα για πρώτη φορά ότι στηριζόταν σε πατερίτσες.
Έκατσε δίπλα μου και μου διάβασε μια ιστορία .
Μετά σηκώθηκε και στηρίζοντας τα χέρια του στο κρεβάτι στάθηκε μ έναν δικό του τρόπο από πάνω μου κάπως στραβά και φίλησε το μάγουλό μου αργά και μαλακά ψιθυρίζοντας μου περαστικά.
Η άδολη αγάπη μας κράτησε ένα χρόνο, μετά ο Θοδωράκης έφυγε στο εξωτερικό με τους γονείς του κι η κυρία Γαρουφαλλίδου θυμάμαι ότι έκλαιγε συνέχεια.
Ήταν δώδεκα χρονών αγόρι τότε αδύνατο σαν κλαράκι.
Η πολιομυελίτιδα του ‘χε αχρηστέψει το αριστερό πόδι αναγκάζοντάς το να σέρνει τον σιδερένιο νάρθηκα παντού.
Μα εγώ αγαπούσα τον σιδερένιο του θόρυβο.
Να κοιτάω τα μάτια του ήθελα μόνο και ν’ ακούω τη φωνή του να μου διηγείται ιστορίες για την ζούγκλα και τ’ άγρια ζώα.


Δημοσιευμένο στο www.thegreekcloud.com

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020




Μόνο εκλεκτά μυαλά ,ελάχιστες γυναίκες και άντρες μπορούν να καταλάβουν τι λέει και πως αισθανόταν αυτή η γυναίκα.
Χαίρομαι που μπορώ να την νιώσω απολύτως.

Η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ «στον ουρανό του τίποτα με τα ελάχιστα»…
***
Ο σύντροφος της ζωής της
Πρόκειται για τον Ρόντνεϊ Ρουκ.
 “Ήμασταν και οι δύο στα 24. Γνωριστήκαμε και παντρευτήκαμε μέσα σε τρεις εβδομάδες. 
Πρωτοσυναντηθήκαμε σε μια ταβέρνα, τη ‘Λεύκα’, εκεί όπου έγιναν και όλα τα ραντεβού μας” είχε πει η ίδια σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Provocateur.
Όσο για το αν ο σύζυγός της ήταν η πηγή της έμπνευσής της, στην ίδια συνέντευξη, είχε απαντήσει:
 “Δεν θυμάμαι να έχω γράψει ποτέ για έναν φανταστικό έρωτα, μιας και ήμουν πολύ ενεργή βιωματικά.
 Κάθε φορά στόλιζα τον υπάρχοντα προσωρινό, με αυτόν που με ενέπνεε. Δεν ήταν λοιπόν, όλοι οι έρωτες των ποιημάτων μου για τον σύζυγό μου. Έρωτες στη ζωή μου είχα αρκετούς. 
Ακόμη και όταν ήμουν παντρεμένη με τον Ρουκ. 
Εκείνος το ήξερε, καταλάβαινε τα πάντα δεν είχε όμως πρόβλημα. 
Θυμάμαι κατά τη διάρκεια του γάμου μας είχα έναν πιο σοβαρό έρωτα. 
Εγγλέζος και αυτός. 
Μια μέρα μου λέει: ‘Xώρισε με τον Ρουκ και έλα να ζήσουμε μαζί την ιστορία μας’. 
‘Εγώ να αφήσω τον Ρουκ; Δεν είσαι καλά!’ του απάντησα.
Ήμουν ερωτευμένη μαζί του, αλλά δεν μπορούσα ούτε καν να διανοηθώ ότι θα εγκατέλειπα τον άνδρα μου. 
Είχαμε κάτι βαθύ μεταξύ μας.
 Και δεν είναι ότι είχα την ανάγκη ενός παράλληλου έρωτα. 
Απλά ήθελα να ζήσω έντονα.”

Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις