Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

H μάνα του άντρα μου.
Η Κανέλλα μεγάλωνε σε δυό κάμαρες στη Ξάνθη.Εχασε τη μάνα της στα οκτώ της κι είχε πίσω της τρία αδερφια αγόρια.Ο πατέρας της ηταν 30 χρονών κουρέας στο επάγγελμα.Πριν τελειώσει το πένθος ούτε ενα χρόνο μετά δηλαδή ,παντρεύτηκε μια εικοσπεντάρα μπας και βολευτούν τα δεινά του.Η μητριά την σταμάτησε απο το σχολείο και την πέταξε απ το σπίτι με την δικαιολογία του αδιαχώρητου .Κοιμότανε σε μιά αποθηκούλα στην αυλή,έπλενε σφουγγάριζε,μαγείρευε, βοηθούσε κι έτρωγε ξύλο καθημερινά και σώπαινε.Ηθελε απλά να πεθάνει.Στο χρόνο απάνω ήρθε κι άλλο μωρό.Αγόρι πάλι.Η γιαγιά της, η Χρυσή, την πήρε στο σπίτι της στο διπλανό χωριό.Δεν μπορούσε να βλέπει το εγγόνι της να παιδεύεται .Το κορίτσι στενοχωριόταν όμως γιατι ήθελε να βλέπει τον πατέρα και πολλές φορές χανότανε στην προσπάθειά του να πάει στο πατρικό σπίτι με τα πόδια, πράγμα αδύνατον.Σε μια απο τις προσπάθειές της τραυματίστηκε άσχημα στο πόδι και κατέληξε στο Νοσοκομείο Ξάνθης.Την ρωτούσαν ποιανού είναι κι έλεγε μεσα στο παραμιλητό της «Δεν είμαι κανενός δεν είμαι».
Μαθεύτηκε τελικά τίνος ήταν και την κράτησαν στο νοσοκομείο να καθαρίζει τα αίματα και να πετάει τα σκουπίδια.Είχε ύπνο και φαί εξασφαλισμένο κι ούτε που ξανασκέφτηκε να γυρίσει πίσω.Εμαθε να δένει και να καθαρίζει πληγές,κάποιοι την μάθανε εκεί μέσα , να διαβάζει και να γράφει.Μετά απο λίγα χρόνια έφυγε στα βουνά με το αντάρτικο.Ηταν 13 χρονών κοριτσάκι.Μάιος ήταν μου είπε.Ολο το βουνό ήταν γεμάτο αγριολούλουδα και μοσχοβολούσε.Οι σύντροφοί της είχαν όπλα.Ηταν ζωσμένοι με φυσεκλίκια.Ανθρωποι αποφασιμένοι να πεθάνουν.Κι αυτό της άρεζε.Εγινε ενα μαζί τους.Στην αρχή την έβαλαν να βοηθάει τους τραυματίες.Κομμένα χέρια, πόδια τέτοια πράματα.Μετά ο επικεφαλής κατάλαβε οτι τόλεγε η περδικούλα της .Εμαθε σκοποβολή,αρματώθηκε κι έπαιρνε μέρος σε όλα.Απέκτησε κύρος ανάμεσα στους αντάρτες. .Υστερα εφυγε στην Πολωνία .Εχω μιά φωτογραφία της .Είναι οπλισμένη χιαστί με σφαίρες ,φοράει αντρικά παντελόνια και χαμογελάει.Αυτή η γυναίκα ηταν μάνα του πρώτου άντρα μου.Ηταν ο λόγος που άφηνα το σπίτι μου απ τα εφηβικά μου χρόνια .Ενιωθα οτι ηταν δικός μου άνθρωπος.Την θαύμαζα,την αγαπούσα ,την ήθελα μάνα μου.Λάτρευα τις σιωπές της και το περιεχόμενό τους.Σπάνια μιλούσε για την ζωή της.Είχε καρκίνο στη μασχάλη 24 χρόνια και δεν άφησε να την ακουμπήσει γιατρός.Πέθανε στα 84 της απο καρδιά .Την τσάκισε ο θάνατος του γιού της.Οταν άνοιξε το στόμα της κάποτε και μου διηγήθηκε... έμεινα κόκκαλο.Τόσο αίμα ,τόση βαρβαρότητα,τόση κακουχία.Διηγήσεις χωρίς ιχνος ηρωισμού,ίχνος κομπασμού κι έπαρσης.Η Κανέλλα δεν δέχτηκε ποτέ στη ζωή της να πάρει δραχμή γι αυτά που έκανε.Της είπαμε θυμάμαι για την σύνταξη εθνικής αντίστασης. Εφτυσε τον κόρφο της και ξεκαρδίστηκε στα γέλια.<<Ποιά σύνταξη καλέ και αηδίες >><<Αχ εκείνο το Μάιο Νατάσα>> μου είπε <<οι σφαίρες να σφυρίζουν στ αυτιά μου κι εγω να κοιτάω τ αγριολούλουδα και να σκέφτομαι πως θα κάνω μαγιάτικο στεφάνι!>><<Είμασταν τόσο νέοι όλοι!>>Η γιαγιά η Χρυσή οταν πέθανε της άφησε δυό πράγματα. Μια κανάτα και μια κεντημένη πετσέτα με το μονόγραμμά της.Αυτά έχω απ την Κανέλλα.Μόνον.Κι ενα κομμάτι μέσα μου δικό της.

Για το κορίτσι μου.

Δυο χέρια.
Η καρδιά μας περνάει μέσα απ τις φλέβες τους .
Ζεσταίνονται οι σφυγμοί μας.
Θηλυκώνουμε τα μάτια μας.
Σκεφτόμαστε τα ίδια πράγματα.
Την ίδια στιγμή.
Χωρίς να μιλάμε.
Κι ύστερα αφρίζουν οι λέξεις στα χείλια μας.
Ωρες ατέλειωτες μέχρι το χάραμα.
Και τα γέλια λιγώνουν τα στήθη μας.
Τα κλάματα σπάνια.
Η αποδοχή κι η εμπιστοσύνη αμέριστη.
Απο μένα για σένα όλα δικά σου.
Απο σένα για μένα εσύ ο,τι θελήσεις.
Γιατί μου είσαι ακριβή.
Μοναδική μου, να ζήσεις.
Να γεράσεις βαθιά.
Να λάμπεις.
Το αξίζεις.
Ν.Φ 
3/6/2017
Αγνωστη πατρίδα.
Ευχάριστο πρωινό ρίγος με το που άνοιξα τα μάτια μου.Ψύχρα στη πόλη και τα καφεδάκια πίνονται απολαυστικά χωρίς να κολλάς απο υγρασία και ιδρώτα. Οταν έχει ζέστη αν δεν είμαι στη θάλασσα δεν θέλω να ξεμυτίζω απ το σπίτι κι ας ακούω όλη μέρα το ανόητο λάγνο περιστέρι εξω απ τη μπαλκονόπορτά μου.Να μπω στη χρονομηχανή και να ξυπνήσω τον Σεπτέμβριο .Αυτό θέλω.Με τον ίδιο μαγικό τρόπο θάθελα να εξαφανίσω τον διπλανό κουφό ενοχλητικό τύπο που με πρήζει με τις ειδήσεις όλη μέρα και καταμεσής τη νύχτα.Μαγικά όλα λοιπόν.Αλλιώς δεν βγαίνει.Το αεράκι που ένοιωσα στο Θέατρο Δάσους το 1995 ακούμπησε πάλι χθές στο σβέρκο μου.Ισα που μ άγγιξε. Εγω το κατάλαβα όμως.Ηταν το ίδιο.Απαλό,δροσερό,ήσυχο,διαπεραστικό,διάφανο.Δεν είχε καμμιά σχέση με το θαλασσινό φρεσκάρισμα που μας ανακουφίζει συνήθως τ απογεύματα του καλοκαιρού. Ερχόταν απο ψηλά.Απ τα βόρεια.Είχε την μυρωδιά της Λιχνίτιδας λίμνης .Γέμισε το μυαλό μου με τοπία που ταξίδεψα κάποτε στην Αρχαία Πελαγονία.
Αξέχαστες διαδρομές μου αγαπημένες.
Μοναστήρι, Αχρίδα, Κρούσεβο, Περλεπέ, Μηλόβιστα, Νιζόπολη, Γκόπεσι, Μπεάλα, Ρέσνα, Στρούγγα, Μεγάροβο, Τύρνοβο.
Ετσι μαγικά όλα μέσα μου.
Σαν άγνωστες πατρίδες.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

Κι αν δεν τολμήσεις δεν θα το μάθεις ποτέ. Μόνο που πρέπει να πας πρόσω ολοταχώς για το φως. Χωρίς πρέπει και προσδοκίες. Απλά να πας, να προχωρήσεις χωρίς το μονό σεντόνι που σε κάνει αόρατο, χωρίς το προσωπείο της παντοδυναμίας και του νικητή.
Ο έρωτας δεν έχει νικητές. Έχει μόνο χαμένους…
Κρυμμένους θησαυρούς μέσα στα μπαούλα της ψυχής των ανθρώπων… 
Ο έρωτας σε πάει στους πόλους εκεί που είναι τα μεταίχμια της ζωής …
Του Κυριάκου Σπανόλιου
https://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/apopseis/o-erotas-den-sou-dinei-rantevou/

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Δεν έχω πια υπομονή...

Κουράστηκα. Ναι, κουράστηκα.
Το νιώθω πια, συγγνώμη εαυτέ μου, σε ταλαιπώρησα τόσο και δεν το άξιζες.
Πόσο άργησα, άραγε, να σου δείξω σεβασμό! Πόσο άργησα να βάλω αναχώματα σε σένα, άραγε!
Αρχίζω λοιπόν να σκέφτομαι ποια πράγματα στον κόσμο, στους ανθρώπους με ενοχλούν, σε ποιες συμπεριφορές δε θέλω να έχω πια υπομονή, τι με έχει κουράσει.
Με κούρασε να περιμένω κάτι που δεν πρόκειται να έρθει ποτέ, θέλω να φύγω, να ταξιδέψω σε άλλες πολιτείες.
Μπορώ να χτίσω άλλες, πιο όμορφες, πιο ιδανικές.
Με κούρασε αυτή η κατάχρηση της λέξης «σ'αγαπώ» και το πόσο γρήγορα την ξεχνούν αυτοί που τη λένε, κουράστηκα να την πιστεύω και να απογοητεύομαι.
Κουράστηκα να αφήνω την ευτυχία μου σε χέρια που τρεμοπαίζουν και στο τέλος να την αφήνουν και να φεύγουν.
Δεν έχω πια υπομονή για περιττές συνομιλίες, για ανθρώπους αγενείς, για ανθρώπους χωρίς σεβασμό στον εαυτό τους και στους άλλους.
Κουράστηκα να περιμένω το τηλέφωνο, το μήνυμα, το κάλεσμα που ξέρω βαθιά μέσα μου ότι δεν θα έρθει ποτέ.
Με κούρασε η ρηχότητα, η ιδιοτέλεια, ο παρτακισμός, η χυδαιότητα που είναι διάχυτη πλέον παντού.
Κουράστηκα να περιφέρομαι και να προσπαθώ να με αγαπήσουν αυτοί που δε με αγαπούν, να γίνω αρεστή σε αυτούς που δε με συμπαθούν, να προσπαθώ συνεχώς να μου δώσουν μία θέση στην καρδιά τους άτομα που δεν το επιθυμούν.
Κουράστηκα να περπατώ πάνω από ερείπια και να προσπαθώ να τα χτίσω από την αρχή, ξέρω ότι υπάρχουν τοποθεσίες μαγικές, κρυμμένες και με περιμένουν να τις ανακαλύψω.
Με κούρασε το zapping στη φθηνή (πλέον) τηλεόραση, η παραπληροφόρηση, με κούρασε η αναξιοκρατία και η ισοπέδωση των πάντων.
Με κούρασε η παχυλή αμάθεια, ο κανιβαλισμός, η εκμετάλλευση του πόνου του άλλου για μερικά νούμερα τηλεθέασης παραπάνω.
Δεν έχω πια υπομονή για όλα αυτά...
Δεν έχω πια υπομονή να παλεύω με ωκεανούς για κόκκους σκόνης.
Κουράστηκα να βλέπω ότι γκρεμίζουν τα όνειρά μου και να νομίζω ότι η αλλαγή θα έρθει χωρίς να χρειαστεί να αλλάξω εγώ.
Κουράστηκα να τροχίζω αποστάσεις για να βρεθώ κοντά σε ανθρώπους που δεν θα έκαναν ούτε ένα βήμα για εμένα.
Και.. θέλω να φύγω... θέλω να βγω και να χορέψω στη βροχή... θέλω το κορμί μου να ζωγραφίσει χορευτικές φιγούρες πάνω σε αυτή, θέλω να γίνω ένας Gene Kelly, θέλω να νιώσω ένα παιδάκι που τρέχει και οι μεγάλοι του φωνάζουν να σταματήσει.
Αυτό το παιδάκι όσο μεγαλώνει και βλέπει την παγωνιά γύρω του, πόσο θα λαχταρήσει άραγε τις εποχές που τσαλαβουτούσε στη βροχή!
Κουράστηκα από όλα αυτά, εαυτέ μου... είναι καιρός πια να προχωρήσω, να πάω παρακάτω...
Σε πολιτείες καραμελωμένες, στολισμένες, γεμάτες λιακάδα και πράσινο.
Δεν έχω πια υπομονή όχι από αλαζονεία, κακία, εγωισμό.
Αλλά, να εαυτέ μου, δεν σε εκτίμησα ποτέ όσο σου έπρεπε, αρχίζω να το βλέπω καθαρά τώρα.
Ετοίμασε βαλίτσες εαυτέ μου, πάμε σε άλλες πολιτείες, γεμάτες με νέκταρ και μέλι.
Κλείσε την πόρτα σε ό,τι σε πλήγωσε πια και φύγε!

Μαρία Σκαμπαρδώνη*

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2018

Σιδερένιος έρωτας.
Τα σπίτια ήταν το ενα δίπλα στο άλλο.Ενας χαμηλός φράχτης απο αγιόκλημα και γιασεμιά τα χώριζε.Στον ένα κήπο έπαιζα εγω ,επτά χρονών τότε.Μια καραμελωμένη μπέμπα ήμουν με κοτσιδάκια και φιόγκους μεγαλύτερους απ το μπόι μου.Στον άλλο κήπο της κυρίας Γαρυφαλλίδου δεν έπαιζε κανείς.Κάθε πρωί άκουγα περίεργους θορύβους απο τριξίματα και τις ψιθυριστές φωνές δυό γυναικών που έκαναν κάτι που δεν καταλάβαινα.Ηταν Ιούνιος μήνας.Ημουν πολύ λυπημένη που είχε κλείσει το σχολείο και βολόδερνα βαριεστημένα στην αυλή περιμένοντας να περάσουν οι μέρες και να φύγω για την θάλασσα.Ωσπου μιά μέρα άκουσα πάλι τους θορύβους.Ετρεξα στον φράχτη έβαλα το ενα πόδι μου στο τοιχάκι, σκαρφάλωσα και θρονιάστηκα ανάμεσα στο αγιόκλιμα περιμένοντας να δω τι γινόταν εκεί δίπλα.Η γύρη απο ενα λουλούδι μ εκανε να φτερνιστώ και φοβήθηκα οτι θα με δούν και θα με μαλώσουν αλλά μπα τίποτα.Οι δύο γυναίκες ηταν απασχολημένες και δεν έδωσαν σημασία.Η γηραιότερη έστρωνε ενα χαλάκι στην αυλή εκεί που χτυπούσε ο ήλιος.Η αλλη, η πιο νέα είχε στην αγκαλιά της ενα αγόρι.Το απίθωσε πάνω στο χαλάκι με προσοχή κι εξαφανίστηκε.Η άλλη κουβάλησε μια αρμαθιά βιβλία τα ακούμπησε δίπλα του χάϊδεψε το αγόρι στα μαλλιά κι έφυγε κι αυτή.Η απόσταση που βρισκόμουν ηταν αρκετή κι ο πρωινός ήλιος απο απέναντι δεν μ αφηναν να δω καλά τον μικρό που καθόταν ησυχα και διάβαζε.Κατέβασα λοιπόν με θράσος το πόδι μου απ την μεριά του ξένου κήπου και μ ενα πηδηματάκι βρέθηκα μέσα.Στάθηκα ακίνητη στην αρχή και μετά τον είδα να μου γνέφει με το χέρι του.Εκανα λίγα βήματα και κοντοστάθηκα.Τώρα τον έβλεπα καλύτερα.Αδύνατος σαν κλαράκι,βαθιά χωρίστρα πάνω σε αχυρένια βρεγμένα μαλλιά και δυό μάτια καταγάλαζα διάφανα με κοιτούσαν ήρεμα μα με προσμονή.Χαμογέλασε.Ηταν σαν να έσκασε ο ήλιος σε χίλια κομμάτια.¨Φοβάσαι;¨με ρώτησε.Εγνεψα αρνητικά με το κεφάλι μου και πλησίασα ακόμη περισσότερο.Επειτα στρογγυλοκάθισα δίπλα του και τότε είδα το αριστερό του πόδι.Ηταν φυλακισμένο σε μια μακρόστενη θήκη με σίδερα και δερμάτινα λουριά που έδεναν στο πλάι με μεταλλικές αγκράφες.¨Φοβάσαι;¨με ξαναρώτησε.¨Οχι¨ του ψιθύρισα.¨Εμένα με λένε Αναστασία¨ του είπα.¨Κι εμένα Θοδωράκη¨ και μούδωσε το χέρι του.Ηταν η πρώτη χειραψία που αντάλλαξα με αγόρι.Ολα τα άλλα μου τραβούσαν τις κοτσίδες ,μου βγαζαν τους φιόγκους ,με σκουντούσαν άγρια κι έπεφτα.Ο Θοδωράκης όμως ηταν ήρεμος κι ευγενικός.Και ακίνητος.Προπαντώς χαμογελούσε.Απο κείνη τη μέρα το σκηνικό επαναλαμβανόταν.Η μαμά μου μ έψαξε μια δυό φορές μετα κατάλαβε που πάω και μ άφησε ήσυχη.Πηδούσα πάντα τον φράχτη , κι ο Θοδωράκης με περίμενε.Μου διάβαζε παραμύθια και ιστορίες μου μιλούσε για τρένα ,βαπόρια και αεροπλάνα.Μου έλεγε για την ζούγκλα και τ άγρια ζώα της κι εγω κρεμόμουν απ τα χείλη του μαγεμένη.Λίγες μέρες αργότερα αρρώστησα.Ο πυρετός με καθήλωσε στο σπίτι κι ο Θοδωράκης ήρθε με την μητέρα του να μ επισκεφθεί.Τότε είδα για πρώτη φορά οτι στηριζόταν σε πατερίτσες.Εκατσε δίπλα μου στο κρεβάτι και μου διάβασε μια ιστορία .Μετα σηκώθηκε και στηρίζοντας τα χέρια του στο κρεβάτι στάθηκε μ εναν δικό του τρόπο απο πάνω μου κάπως στραβά και φίλησε το μάγουλό μου αργά και μαλακά ψιθυρίζοντας μου περαστικά. Η άδολη αγάπη μας κράτησε ενα χρόνο, μετά ο Θοδωράκης έφυγε στο εξωτερικό με τους γονείς του κι η κυρία Γαρουφαλλίδου θυμάμαι οτι έκλαιγε συνέχεια.
Ηταν δώδεκα χρονών αγόρι τότε αδύνατο σαν κλαράκι.Η πολιομυελίτιδα τουχε αχρηστέψει το αριστερό του πόδι και το ανάγκαζε να σέρνει τον σιδερένιο νάρθηκα παντού.Μα εγώ αγαπούσα τον σιδερένιο του θόρυβο.Να κοιτάω τα μάτια του ήθελα μόνο και ν ακούω τη φωνή του να μου διηγείται ιστορίες για την ζούγκλα και τ άγρια ζώα.

Επαφές

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

του Nickie Zimov ενας νεαρός εξαιρετικά αισθησιακός καλλιτέχνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις